κορίνα-βασιλειάδου-ένας-αλλόκοτος-κή-1432631

Θέατρο

Κορίνα Βασιλειάδου: Ένας αλλόκοτος κήπος ανάμεσα στο όνειρο και τον εφιάλτη

Με αφορμή την παράσταση «Τοπικοί Τροπικοί» που κάνει πρεμιέρα στις 5 Φεβρουαρίου στο Θέατρο Αμαλία, συζητάμε με τη σκηνοθέτιδα για την ποίηση και τη δυναμική αλλαγή της ταυτότητας

Ανδρέας Νεοκλέους
Ανδρέας Νεοκλέους

«Τι είναι το σώμα σε καιρούς σαν και αυτούς; Ή το μαντεύεις ή το ξέρεις». Με αυτή τη φράση από το έργο του Kae Tempest, «We are all things», η Κορίνα Βασιλειάδου έμοιαζε να οριοθετεί μια νέα, βαθιά προσωπική δημιουργική περίοδο.

Μετά από χρόνια ενασχόλησης με το θέατρο του πραγματικού και το ντοκουμέντο, η στροφή της προς την ποίηση και τη μουσική δεν είναι απλώς μια αισθητική επιλογή, αλλά μια πράξη αντίστασης και επαναπροσδιορισμού.

Αν και η παράσταση, «Τοπικοί Τροπικοί», πατάει σε διαφορετικά μονοπάτια, φαίνεται να συνομιλεί υπόγεια με την προηγούμενη παραστασή της που παίχτηκε στο Θέατρο Αμαλία.

Εκεί που ο Τειρεσίας του Tempest αναζητούσε την ταυτότητα μέσα στο μύθο, οι «Τοπικοί Τροπικοί» την αναζητούν στη ρίζα, την παράδοση και τα «κλειδωμένα μπαούλα» της ελληνικής λαογραφίας.

Καταλαβαίνω πως για την Κορίνα, η λύση στο σήμερα δεν κρύβεται ούτε στην απολογία ή την απόκρυψη, αλλά στη θέαση της πληγής ως έχει.

Πριν προχωρήσουμε, οφείλουμε να κοιτάξουμε τα τραύματα.

Στην πορεία της κουβέντας μας, η απόσταση που συνήθως επιβάλλει το πρωτόκολλο μιας πρώτης συνάντησης υποχώρησε μπροστά σε μια αναπάντεχη εγγύτητα. Αγγίξαμε πυρήνες βαθύτατα προσωπικούς, ίσως και πρόωρα φανερωμένους, που κανονικά προϋποθέτουν τη βιωματική εμπειρία της παράστασης για να ξεκλειδωθούν πλήρως.

Μέσα από αυτή τη διαδρομή, αναδύεται μια δημιουργός που αρνείται τη στασιμότητα της θεωρίας και προτείνει μια ζωντανή, πολυαισθητηριακή σύμπραξη τεχνών.

Εκεί όπου ο λόγος, ο ήχος και η εικόνα συνυφαίνονται οργανικά, η Κορίνα Βασιλειάδου επιχειρεί να μετουσιώσει το ατομικό τραύμα σε ένα συλλογικό τραγούδι.

Στη συζήτηση που ακολουθεί, μιλήσαμε για αυτή τη μετάβαση, για τη δύναμη της queer ματιάς πάνω στο δημοτικό τραγούδι και για το πώς η τέχνη μπορεί να γίνει ένας «αλλόκοτος κήπος» όπου το όνειρο και ο εφιάλτης συμφιλιώνονται.

Εγκαινίασες επί της ουσίας την επαναλειτουργία του Θεάτρου Αμαλία, σωστά;

-Σωστά, ύστερα από πρόταση που μου έκανε ο Νίκος Μαυράκης, κάναμε την εναρκτήρια παράσταση εδώ στο Αμαλία. Ήταν η πρώτη παράσταση της χρονιάς, που κάναμε το «We are all things», πάνω σε δική μου σκηνοθεσία και δραματουργία, σε ένα ποιητικό κείμενο του Kae Tempest για τον μύθο του Τειρεσία.

Επρόκειτο για μια ποιητική συλλογή και πάλι;

-Πολύ σωστά την οποία δεν ξέρω αν μπόρεσες εσύ τότε να την δεις, δεν την είδε και πολύς κόσμος – λίγο επειδή ήταν αρχή και ξέρεις μέχρι να πάρει και μπρος το θέατρο. Για μένα αυτό είναι το ενδιαφέρον: ότι τα τελευταία χρόνια περιστρέφεται το ενδιαφέρον μου γύρω από την ποίηση.

Κάπως, μου συνέβη αυτή η στροφή μέσα στον covid γιατί παλαιότερα ασχολούμουνα πολύ με ένα θέατρο του πραγματικού, το λεγόμενο. Γιατί είχα κάνει στο παρελθόν ντοκουμέντο και εδώ στη Θεσσαλονίκη – που ήτανε σε απευθείας και άμεση συνομιλία ας πούμε με το παρών και κάποια στιγμή μέσα στον covid με τράβηξε πάρα πολύ η ποιητική διάσταση αυτού του κόσμου.

Έτσι, με αφορμή διάφορα αλλά και την συνεργασία που είχα κάνει τότε με αυτή την παράσταση που ανεβαίνει τώρα – οι παραστάσεις μου κινούνται πολύ γύρω από την ποίηση, ενώ έχουνε και πολύ γύρω τους ως βάση τη μουσική.

Είναι πρόκληση για εσένα η μεταφορά μιας ποιητικής συλλογής στο θεατρικό σανίδι; Και αν ναι είναι για εσένα κίνητρο η πρόκληση στη δημιουργία σου;

-Προκλήσεις πάντα υπάρχουνε σε όλα τα είδη, δηλαδή και στις παραστάσεις θεάτρου ντοκουμέντο έχουμε την μεγάλη πρόκληση της θέσης που παίρνεις απέναντι στα πράγματα. Τώρα στις παραστάσεις που κάνω εγώ, τα τελευταία χρόνια, η πρόκληση είναι πώς μπορεί να δημιουργηθεί ένα θεατρικό συμβάν όπου με έναν τρόπο συνομιλούνε οι διαφορετικές εκφάνσεις της τέχνης: το θέατρο, η ποίηση, η μουσική ως ένα αδιαίρετο σύνολο πια.

Δηλαδή οι παραστάσεις μου πλέον φτιάχνονται, μαζί με τους συνεργάτες, συντελεστές. Τα φτιάχνουμε μαζί – εγώ προχωρώ το θεατρικό κομμάτι, εκείνοι προχωράνε το μουσικό ή η συγκεκριμένη παράσταση στους «Τοπικούς Τροπικούς», η αφορμή ήτανε αυτό το βιβλίο του Μάριου Χ’ Προκοπίου το ομότιτλο.

Από εκεί, που είναι ένα βιβλίο υβριδικό καθώς έχει ποίηση, έναν επιστημονικό λόγο σε κάποιες φάσεις, έχει δημοτικά τραγούδια και σύγχρονη ποίηση – το οποίο εμένα με μάγεψε, από την πρώτη στιγμή που το διάβασα. Αλλά ήρθε μια συνεργάτης και φίλη, η Γεωργία Τέντα, που είναι στο φωνητικό σύνολο Πλειάδες και εκείνη μου έδωσε την ιδέα λέγοντας μου «γιατί δεν το κάνουμε παράσταση;» Οπότε μου άνοιξε ένα φοβερό παράθυρο και έπειτα πήραν όλα το δρόμο τους. Δεν ξέρω εάν απάντησα στην ερώτηση σου, βασίζομαι πολύ στην έννοια της συζήτησης. Αν θες κάπου να επιμείνω πες μου και μπορώ πάντως να επανατοποθετηθώ.

Όχι, κοίτα σκέφτομαι και εγώ τα όσα μου λες – συγκεκριμένα το πώς η μουσική έχει έναν κεντρικό ρόλο στη δημιουργία των παραστάσεων που θες να ανεβάζεις. Είναι η μουσική ένας τρόπος, όχημα καλύτερης πρόσβασης και για τους θεατές ώστε να φτάσει το μήνυμα που αν μη τι άλλο θες να περάσεις σε αυτούς;

– Μιλάω για τις δύο τελευταίες παραστάσεις. Τους «Τοπικούς Τροπικούς» και το «We are all Things» που γίνεται αυτή η αναζήτηση και μια άλλη που έχω στα σκαριά για το μέλλον. Πιστεύω ότι είναι από το πρώτο ερέθισμα που προκύπτουν τα πράγματα.

Εννοώντας ότι εγώ βλέπω τα πράγματα πολύ κειμενοκεντρικά, δηλαδή ξεκινάω πάντα από ένα κείμενο και από εκεί αναδύονται οι κόσμοι που δημιουργώ. Υπάρχουν άλλοι που δουλεύουν πάρα πολύ με τις εικόνες, άλλοι με τους ηθοποιούς.

Εγώ ξεκινάω πάντα με το κείμενο, οπότε αυτά τα κείμενα που επιλέγω τελευταία, επειδή είναι ποιητικά – κάπως σαν η μουσική να έρχεται και τα αγκαλιάζει με έναν τρόπο πολύ μοναδικό. Και για μένα αυτό είναι και μια πρόταση ως ενός θεατρικού συμβάντος που συστήνεται για κάθε παράσταση.

Γιατί οι «Τοπικοί Τροπικοί» είναι πάρα πολύ διαφορετική παράσταση από την προηγούμενη από το «We are all Things»: γιατί εκεί το κείμενο ήτανε μεν βασισμένο στον αρχαιοελληνικό μύθο του Τειρεσία αλλά μέσα από την ματιά αυτού του σύγχρονου Άγγλου ποιητή του Kae Tempest που επίσης είναι και rapper. Οπότε εκεί οι εικόνες ήτανε σκληρές, ο ήχος ηλεκτρονικός, πήγαμε σε πολύ άλλη κατεύθυνση.

Ενώ στην παράσταση των Τροπικών, που είναι μια επανοικειοποίηση της παράδοσης, των δημοτικών τραγουδιών, της ρίζας κάπως της δικιάς μας με μια οπτική queer, σύγχρονη αλλά υπάρχει, επαναπραγματευόμαστε θέματα ταυτότητας, θέματα σύνδεσης με την παράδοση, με τις προηγούμενες γενιές.

Κι αυτά προκύπτουν από τα ανέκδοτα δημοτικά τραγούδια που ο πατέρα της ελληνικής λαογραφίας επέλεξε να αποκρύψει;

– Αυτό είναι η πρωταρχική σύλληψη που ανήκει στον Μάριο Χατζηπροκοπίου, εκείνος γράφοντας αυτό το βιβλίο τους «Τοπικούς Τροπικούς» όπως είπα και πριν είναι ένα υβριδικό βιβλίο. 

Κάνει μια μεγάλη θεωρητική εισαγωγή λέγοντας ότι έχουνε ύστερα από έρευνες βρεθεί κάποια ανέκδοτα, κρυφά, απόκρυφα δημοτικά τραγούδια τα οποία ο Νικόλαος Πολίτης δεν συμπεριέλαβε στο μνημειώδες έργο του για την δημοτική ποίηση.

Αυτά τα τραγούδια ανακαλύφθηκαν χρόνια μετά κι αυτό που τα συνέδεε ήταν ότι όλα τα υποκείμενα, τα πρόσωπα αυτών των τραγουδιών ήτανε άτομα που εξέφραζαν ομοερωτική επιθυμία. Λόγο αυτού, συμπεραίνει μέσα από το βιβλίο ότι ο Νικόλαος Πολίτης τα είχε κρύψει, τα είχε κλείσει σε ένα μπαούλο.

Έλα μου όμως που ο γιος του τα βρήκε και ως γκέι άτομο και εκείνο κάποια στιγμή αποκληρώθηκε – πέρασαν μέσα από τα ταξίδια και τα χρόνια κι ανακαλύφθηκαν. Έρχονται σήμερα στο προσκήνιο.

Παράλληλα, με αυτά στο ίδιο βιβλίο – ο γιός του Νικόλαου Πολίτη, ο Αλέξανδρος Πολίτης, ο Alejandro γράφει και τη δική του ποίηση, που είναι σύγχρονη ποίηση. Έτσι, παίρνοντας αυτό σαν πρωτότυπο υλικό και μάλιστα υπάρχει και ένα κομβικό σημείο όταν πεθαίνει αυτός ο πατέρας και επιστρέφει ο Αλέξανδρος πολίτης με αυτά τα χειρόγραφα πίσω στην Ελλάδα και παίρνουν τα πράγματα τον δρόμο τους.

Έτσι, με αφορμή αυτό το δίπολο δηλαδή από τη μια τα δημοτικά τραγούδια, τα απόκρυφα από την άλλη η σύγχρονη ποίηση, βρίσκεται σε ένα δυναμικό διάλογο και στη δική μας παράσταση. Και το κομμάτι των δημοτικών τραγουδιών έρχεται και γίνεται μουσική – κι από την άλλη το κομμάτι της σύγχρονης ποίησης είναι αυτό που υφαίνει έναν δραματουργικό άξονα στην παράσταση. Υπάρχει κι αυτό το δίπολο του γιού που αναμετριέται με το παρελθόν του. Με τη σχέση με τον πατέρα και ότι αυτό μπορεί να φέρει. Το Τραύμα, την επιθυμία του.

Είδα «Τοπικοί Τροπικοί» μπήκα διάβασα την περιγραφή του έργου, ομολογώ πώς μου κέντρισε πολύ το ενδιαφέρον και κάπως μπήκα στη διαδικασία να ψάχνω την ποιητική συλλογή. Πήγα σε τέσσερα βιβλιοπωλεία και δεν κατάφερα, δυστυχώς να την βρω. Σε ένα από τα βιβλιοπωλεία, ζήτησα «μήπως έχετε το «Τοπικοί Τροπικοί;» και μου λέει η κοπέλα «πώς το είπατε Τοπικοί Τοπικοί;»

– Γιατί μπορεί να σου φέρνανε και το «Θλιβεροί Τροπικοί» που είναι ένα ανρθωπολογικό έργο, πολύ σημαντικό του Levi Strauss και νομίζω ότι επίτηδες ο συγγραφέας παίζει με αυτό το λογοπαίγνιο ας πούμε.

Αν και δεν υπάρχει βιβλίο που φέρει τον τίτλο «Τοπικοί Τοπικοί», μου έκανε εντύπωση το πώς μπορεί εύκολα να εισακουστεί ως κάτι άλλο από αυτό που είναι. Έτσι σκέφτηκα πώς ίσως ο τίτλος μπορεί και να είναι εσκεμμένα δοσμένος με αυτό τον τρόπο ώστε να υπάρχει και μια αν μη τι άλλο συμφιλίωση μεταξύ στο δίπολο. Για αυτό και θέλω να σε ρωτήσω εάν κάτι τέτοιο ισχύει. Ή αν είναι κάτι που σε ενδιαφέρει, η συμφιλίωση δηλαδή με τα τραύματα που φέρουμε.

– Θα μιλήσω για το βιβλίο: Στο βιβλίο λοιπόν φαίνεται ξεκάθαρα μια διαδρομή και υπάρχουν και συγκεκριμένα ποιήματα τα οποία φέρνουν πολύ στην επιφάνεια το τραύμα και την ρήξη, την μη αποδοχή αυτού του πατέρα προς αυτό τον γιο. Από εκεί και πέρα ο γιος, έχει και αυτός τη δική του διαδρομή και κάνει τη δικιά του υπέρβαση στη σχέση με τον πατέρα. Στη δική του περίπτωση αυτό που νικά το τραύμα είναι η αγάπη και είναι ο έρωτας. Παρόλα αυτά, πολύ συχνά, αυτά τα υποκείμενα επανατραυματίζονται από την κοινωνική συνθήκη. Οπότε το θέμα είναι πώς μένουμε δυνατοί, κεντραρισμένοι και εξακολουθούμε να προχωράμε. Με ή χωρίς τα τραύματα μας στις σχέσεις μας, στη ζωή, στη δημιουργία μας. Αυτό κρατάω πάρα πολύ.

Ξέρεις και κάτι άλλο, που το σκέφτομαι τον τελευταίο καιρό; Νομίζω ότι έχουμε ανάγκη ειδικά στο κομμάτι της γκέι επιθυμίας να μιλήσουμε αρκετά για το τραύμα. Παρόλα αυτά, υπάρχει ένα κομμάτι, αυτής της κοινότητας που απελευθερώνεται σιγά σιγά από αυτό.

Είναι ζήτημα του τι επιλέγουμε τελικά να φέρουμε μπροστά, το τραύμα; ή την υπέρβαση; Αυτό αναρωτιέμαι, δεν θα ήθελα να είμαστε καθόλου απολογητικοί ως προς τα τραύματα μας. Δηλαδή εμ τραυματιζόμαστε εμ να δικαιολογηθούμε για αυτό.

Ας το κοιτάξουμε στα μάτια, δεν είναι εύκολο. Αλλά, ίσως, ξέρεις και η τέχνη μας δίνει ένα πεδίο μεγαλύτερης ελευθερίας σε σχέση με αυτό.

Διάβασα κάτι που είπες αναφορικά με την ανάγνωση το βιβλίο του συγγραφέα, πως «υπάρχει μια καλά στημένη παγίδα», ποια είναι αυτή η παγίδα;

– Δεν θέλω να στο χαλάσω και για αυτό δεν θα απαντήσω. Δεν θέλω να στο χαλάσω. Πάντως εσύ είσαι εξοικειωμένος με τα δημοτικά τραγούδια; Λίγο, πολύ, όχι και τόσο; Δεν χρειάζεται κιόλας.

Εγώ λόγω της επαφής μου με τις Πλειάδες άρχισα να τα ακούω και να μαγεύομαι από αυτά. Αλλά έχει τύχει να ακούσεις για δημοτικά τραγούδια που δεν είναι ετεροκανονικά; Που μιλάνε για έρωτες δύο ανδρών και δύο γυναικών; Ή για τρανς υποκείμενα;

Ποτέ.

– Άρα, με κάποιο τρόπο αυτά δεν έχουνε καταγραφεί. Γιατί η δημοτική ποίηση έχει αυτό, δεν είναι ένα λόγιο πράγμα. Δηλαδή ή δεν υπήρξανε ή δεν υπήρξανε αυτοί οι άνθρωποι; Κι όμως υπάρχουνε. Τι να κάνουμε τώρα; Αυτό θέτει στο επίκεντρο και η παράσταση μας. Ότι με έναν τρόπο, αυτά τα τραγούδια πάντα υπήρχανε, όπως υπάρχουν και αυτοί οι άνθρωποι από πάντα.

Και θα συνεχίσουν να υπάρχουν, θα συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Οπότε με έναν τρόπο με το να υπάρχει αυτή η γέφυρα, όπου αυτό το κομμάτι της παράδοσης συνομιλεί και με τα έμφυλα ζητήματα και τα ζητήματα της σεξουαλικότητας για μένα είναι πάρα πολύ σημαντικό. Να ακουστεί.

Και σε δεύτερο χρόνο, πώς δουλεύτηκε όλο αυτό ώστε να ακουστεί με τις Πλειάδες αυτό το αποτέλεσμα;

– Επιλέξαμε μαζί με τη Βασούλα Δελή, τη Γεωργία Τέντα και τη Ναταλία Λαμπαδάκη, οι οποίες είναι 3 εκ των Πλειάδων που ανέλαβαν να γράψουν τη μουσική, ποια από τα δημοτικά ποιήματα θα μελοποιηθούν. Αυτή ήταν μια από κοινού απόφαση.

Μέσα από συζητήσεις και ζυμώσεις που κράτησαν κάποιο καιρό, εγώ έδινα μια κατεύθυνση δραματουργική όσο αναφορά αυτά τα ποιήματα, τι νιώθω εγώ ότι συμβαίνει τι φαντάζομαι δηλαδή, και αυτά τα κορίτσια μπορούσαν να αντιληφθούν αυτό που έλεγα και κατάφερναν να το μεταγράψουν σε μουσική. Το οποίο είναι καταπληκτικό.

Κι αφότου γράφτηκε η μουσική, γύρισε πίσω σε εμένα. Και μπαίνοντας στις πρόβες με τις 4 Πλειάδες πλέον που συμμετέχουν στην παράσταση και τον ηθοποιό μας – αρχίσαμε να φτιάχνουμε θεατρικές σκηνές που εξυπηρετούσαν έναν δραματουργικό άξονα που διατρέχει ολόκληρη την παράσταση.

Δηλαδή αυτό το θεατρικό πρόσωπο που είναι αυτός ο γιος και εμφανίζεται επί σκηνής, φέρνει μαζί του έναν ολόκληρο κόσμο. Ονειρικό, μουσικό, φαντασιακό, φανταστικό και καθώς επισκέπτεται τον γενέθλιο τόπο για την κηδεία του πατέρα τον βρίσκουμε σαν να κοιμάται και να ξυπνάει διαρκώς σε ένα καινούργιο όνειρο.

Έτσι με αυτές τις συνδέσεις τις ονειρικές μεταφερόμαστε κι από το ένα τραγούδι στο άλλο κι από τη μια ιστορία στην άλλη. Με άλλα λόγια η παράσταση δεν έχει μια αφηγηματική συνέχεια στιβαρή, δηλαδή δεν θα έρθει κάποιος να πει «α είναι αυτός και μετά έγινε εκείνο» είναι να αφεθεί σε αυτό το ονείρεμα. Στο οποίο βοηθάει πάρα πολύ η μουσική και φυσικά όλος ο αισθητικός κόσμος που έχει δημιουργηθεί.

Και το κομμάτι των σκηνικών αλλά και των φωτισμών, για αυτό και πριν σου έλεγα για αδιαίρετο σύνολο. Δηλαδή αυτό είναι παράσταση η οποία θα έχει επιτυχία αν λειτουργήσει συνολικά, όλα τα στοιχεία της δηλαδή που τα έχουμε φροντίσει και αγαπήσει πολύ για αυτό και με πολύ σεβασμό η μια προς την άλλη – πιστεύω ότι όλα τα στοιχεία της παράστασης έρχονται και αγκαλιάζουν το ένα το άλλο.

Οι πλειάδες είναι ένα φωνητικό σχήμα το οποίο φέτος κλείνει και τα είκοσι χρόνια παρουσίας του. Υπάρχουνε στην παράσταση αυτή, γιατί υπάρχει ένας άνδρας ηθοποιός και τέσσερις γυναίκες Πλειάδες.

Κάπως αυτό το γυναικείο στοιχείο που εκφράζουν και μέσα από τη μουσική τη θεατρική τους υπόσταση – είναι αυτές που ουσιαστικά βυθίζουν τον πρωταγωνιστή μέσα σε ένα όνειρο. Τον καλούνε να γυρίσει και να κοιτάξει το τραύμα του, ώστε να προχωρήσει μπροστά. Μερικές φορές τον βυθίζουνε και σε έναν εφιάλτη – υπάρχει δηλαδή πολύ μεγάλη δύναμη σε αυτές.

Είναι σημαντικό το γεγονός ότι τέσσερις γυναίκες βάζουν έναν άνδρα σε δράση;

– Ναι με ενδιαφέρει πάρα πολύ το θέμα της ταυτότητας, με ενδιαφέρουν τα έμφυλα ζητήματα, το πώς εγγράφεται η πατριαρχία στις ζωές μας και στα σώματα μας. Πώς θέτει όρια στην ελευθερία και στη φαντασία μας. Στο τι μπορούμε, τι πράξη αντίστασης μπορούμε να φέρουμε μέσα από την Τέχνη κατ’ επέκταση και μέσα από την πολιτική μας δράση.

Παρόλα αυτά έχεις κάνει και την σκηνογραφική επιμέλεια του έργου, είναι κάτι που συμβαίνει ως συνήθως στις παραστάσεις σου;

– Ναι, αυτό δεν μου συμβαίνει συχνά. Απλά με αυτό το κείμενο, ήτανε τόσο καθαρή η εικόνα που είχα από αυτό το μέρος που διαδραματίζεται η παράσταση – που είναι ένας ψυχικός τόπος. Είναι ένας κήπος, που όμως είναι ένας αλλόκοτος κήπος. Είναι κάτι ανάμεσα σε σπίτι, σε όνειρο, εφιάλτη.

Οπότε, επειδή μου ήτανε τόσο καθαρό – το έφερα, το υλοποίησα κιόλας.

Θα μου άρεσε πάρα πολύ εάν ο θεατής κατάφερνε να αφεθεί. Αν για λίγο χαλάρωνε τις αντιστάσεις του σε σχέση με την κατανόηση – και έχουμε και μια μανία να καταλαβαίνουμε συνεχώς τι συμβαίνει.

Αυτό βέβαια δεν είναι μόνο στο θέατρο, έχουμε μια αγωνία να ξέρουμε, να ελέγχουμε. Αν για λίγο αφηνότανε και ερχότανε μαζί μας σε αυτό το ονείρεμα και σκεφτότανε λίγο μετά πού βρίσκονται ή ποιες είναι αυτές οι ζωές που αξίζει κάποιος να τις αφηγηθεί, αξίζει κάποιος να τις κάνει τραγούδι.

Να αναρωτηθεί λίγο και για τη δική του την ιστορία.

*Θέατρο Αμαλία – από 5 Φεβρουαρίου έως 1 Μαρτίου – Ηλεκτρονικά εισιτήρια: MORE

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα