Λένα Κιτσοπούλου: «Έχει καταπατηθεί το δικαίωμά μας στην απαισιοδοξία»
Πρεμιέρα της παράστασης «CRY» στο Θέατρο Αμαλία: Η κοινωνία του καθωσπρεπισμού, η καταπίεση των ενστίκτων και η ατομική απόγνωση
Διαβάζοντας κείμενά της Λένας Κιτσοπούλου —και ειδικότερα τη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.— αυτό που με απασχόλησε δεν ήταν τόσο το «τι θέλεις να πεις», όσο το από πού και το πώς προκύπτουν τα ζητήματα για τα οποία μιλάει.
Επομένως, κάπως κατέληξα πώς το προσωπικό, στο έργο της αναδεικνύει την έννοια της εξομολόγησης ως τον τρόπο που μπορούμε, πρωτίστως, να σταθούμε με ειλικρίνεια απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.
Σαν κάτι που, ενώ ξεκινά από μέσα, φτάνει διαρκώς προς τα έξω: Στην κοινωνία, στη βία της κανονικοποίησης, στη συλλογική μας αδυναμία να μιλήσουμε για όσα θάβουμε κάτω από το χαλάκι.
Με αυτή τη σκέψη, οι ερωτήσεις που ακολουθούν δεν ξεκινούν από το «CRY», αλλά υποθέτω, από τον πυρήνα που γεννά κάθε της έργο: το πώς το προσωπικό βίωμα μπορεί να αντηχήσει ως πολιτική στάση, χωρίς παρόλα αυτά να υπάρχει δόση διδακτισμού, χωρίς επαναστατικά μανιφέστα — μόνο με την επιμονή στο να ειπωθεί η αλήθεια, όσο άβολη κι αν αυτή είναι.
Η συζήτηση αυτή πραγματοποιήθηκε με αφορμή την άφιξη του «CRY» στη Θεσσαλονίκη, όπου η παράσταση κάνει πρεμιέρα τη Δευτέρα 12 Ιανουαρίου στο Θέατρο Αμαλία.
Στο πλαίσιο της συνέντευξης που παραχώρησε στην Parallaxi, η Λένα Κιτσοπούλου δεν μιλά μόνο για το έργο, αλλά επιστρέφει —όπως μάλλον η ίδια συχνά κάνει— σε όσα προηγούνται της σκηνής: στις αφορμές, στις ρωγμές, στις εσωτερικές πιέσεις που γεννούν κάθε γραφή και κάθε σκηνική συνθήκη.
Είσαι συγγραφέας, σκηνοθέτις, ηθοποιός, τραγουδάς, ζωγραφίζεις. Αναρωτιέμαι αν αυτή η πολυσχιδής «ταυτότητα», αν θες, προέκυψε ως ανάγκη ή ως αδυναμία να περιοριστείς σε ένα μόνο μέσο. Υπήρξε ποτέ η επιθυμία —ή η πίεση— να επιλέξεις κάτι από όλα αυτά ώστε να αφοσιωθείς πλήρως στο ένα και μοναδικό ;
«Νομίζω ότι το ένα τροφοδοτεί το άλλο και ουσιαστικά έχω σε όλα τον ίδιο τρόπο λειτουργίας. Είμαι άνθρωπος που χτίζει φτιάχνοντας ενα έργο τέχνης με ό, τι προκύπτει ακαριαία ή με ό, τι υπάρχει εκείνη τη στιγμή μπροστά του.
Δεν προσχεδιάζω, δεν κάνω έρευνες, δεν σημειώνω. Είναι σαν να εκτονώνω κάθε φορά κάτι δικό μου και νομίζω ότι έχω βάλει αυτή την πίεση επίτηδες στον εαυτό μου, ώστε να κερδίζω κάθε φορά το επείγον, το κάπως κακότεχνο, το ακαριαίο, το πρώτο πράγμα που ξεβράζει από μέσα μου. Νομίζω έχω πίστη σε αυτό το πρωτογενές, στο κάπως άφτιαχτο και γρήγορο.
Έχω δυο φύσεις, όπως μάλλον και οι περισσότεροι άνθρωποι, εγώ τις έχω με την ίδια ένταση και τις δύο. Και την ανάγκη εσωστρέφειας, την οποία μου χαρίζει απλόχερα το γράψιμο και η ζωγραφική και την ανάγκη έκθεσης που μου δίνει κάποιες φορές η σκηνή ή το πάλκο ή το μικρόφωνο.»

Στη Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α. λες: «παιδιά λίγο μάπα το καρπούζι, παρόλα αυτά το τρώμε με όρεξη». Μοιάζει σαν μια σχεδόν κυνική αποδοχή της πραγματικότητας: δεν είναι αυτό που θέλαμε, αλλά είναι αυτό που έχουμε. Κι αυτό που έχουμε τώρα, αρκεί. Είναι αυτή η φράση μια μικρή φιλοσοφία για το πώς ζούμε σήμερα στην Ελλάδα;
«Είναι μία μικρή φιλοσοφία για το πώς ζούμε γενικά. Βουλιάζουμε ακόμα και μέσα σε σχέσεις, συνηθίζουμε, αποδεχόμαστε πράγματα που μπορεί να μην μας κάνουν καλό, το κάνουμε όμως. Από φόβο. Μας κυριεύει κατ’ αρχάς ο φόβος του θανάτου και μόνο που είμαστε άνθρωποι και από κει και πέρα αυτός ο φόβος βγάζει πλοκάμια και παρακλάδια διάφορων άλλων φόβων, της μοναξιάς, του αποκλεισμού από το κοινωνικό περιβάλλον, της αποτυχίας.
Κι έτσι αρχίζουν οι μικροί συμβιβασμοί, οι λίγο μεγαλύτεροι, σε κάποιους ανθρώπους οι τεράστιοι κ.ο.κ. Η πολιτική, δηλαδή το περιβάλλον το οποίο προσφέρει μία χώρα στον πολίτη, δηλαδή στον άνθρωπο, σίγουρα παίζει τεράστιο ρόλο στην ψυχολογία αυτή, στην ήδη βεβαρημένη από τη φύση της.
Ζούμε σε μία χώρα που δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, ούτε την ανθρώπινη αισθητική, ούτε την ανάπτυξη ενός παιδιού του νηπιαγωγείου, η Αθήνα είναι μία πόλη για ψυχασθενείς, μπορεί να ξεκινήσεις το πρωί με καλή διάθεση και να καταλήξεις σε δύο ώρες να θες να πεθάνεις από το πόσο δυσλειτουργικά είναι τα πάντα, πόσο άδικα, πόσο δύσκολα, ε αυτό όλο το εμπόδιο που συνεχώς μπαίνει μπροστά σου στην καθημερινότητα, επιβαρύνει σίγουρα την ψυχολογία και δυστυχώς γίνονται αυτονόητα τα μη αυτονόητα.
Θεωρείς αυτονόητο ότι θα πας κάπου σε μία υπηρεσία να κάνεις μία δουλειά και η δουλειά σου κατά πάσα πιθανότητα δεν θα γίνει. Ξεκινάς ήδη ακυρωμένος και το δυστύχημα είναι ότι αυτό σου φαίνεται λογικό και άρα το αξίζεις και άρα μάλλον είσαι ένα τίποτα.»
Όταν γράφεις «βαδίζουμε σταθερά όλο και πιο κοντά στον θάνατο», μοιάζει να μην αναφέρεσαι μόνο στο βιολογικό τέλος, αλλά σε μια κατάσταση ζωής: στην αναγνώριση της κενότητας, της Τσεχωφικής μετριότητας του ανθρώπου, της καθημερινής φθοράς που δεν έχει τίποτα το ηρωικό.
Έναν θάνατο που δεν έρχεται στο τέλος, αλλά απλώνεται μέσα στην ίδια τη ζωή. Σε αφορά αυτός ο «ενδιάμεσος θάνατος»; Και αν ναι, μπορεί το θέατρο να τον φέρει στο φως τόσο στον ηθοποιό όσο και στον θεατή;
«Ο πατέρας μου, ο οποίος δυστυχώς ή ευτυχώς πέθανε πολύ νέος, έλεγε κάτι ωραία, και θυμάμαι ένα από αυτά που μου αρέσανε.
Μου έλεγε, παιδί μου μην βλέπεις γύρω σου αυτούς όλους που περπατάνε κ.λ.π. και νομίζεις ότι είναι ζωντανοί. Είναι νεκροί, μην κοιτάς που περπατάνε και μιλάνε, δεν είναι ζωντανοί. Τώρα ίσως απ΄αυτό φαίνεται και γιατί γράφω όπως γράφω κι εγώ.
Πιστεύω ότι ο άνθρωπος δεν μεγαλώνει ελεύθερος, δεν μεγαλώνει μαθαίνοντας να ακούει τον εαυτό του, μεγαλώνει μαθαίνοντας το σωστό και το λάθος κάποιων άλλων, που δυστυχώς τις περισσότερες φορές είναι οι γονείς του.
Έχει μεγάλο τρόμο ο άνθρωπος μπροστά στην απόλαυση. Θεωρεί ότι δεν έχει δικαίωμα στην απόλαυση, μεγαλώνει ενοχικά, γι αυτό πριν αναφέρθηκα στα νηπιαγωγεία. Νομίζω είναι τα πιο σημαντικά σχολεία τα νηπιαγωγεία, έτσι θα έπρεπε τουλάχιστον και πιστεύω επίσης για το 95 τοις εκατό των γονιών ότι δεν θα έπρεπε να είναι γονείς, εκτός αν υπήρχε ένα πολύ προηγμένο κράτος και τους έβαζε μέσα σε νηπιαγωγεία για ενήλικες, εσώκλειστους για καμία δεκαριά χρόνια, χωρίς να έχουν επαφή με τα παιδιά τους.»

«Αφήστε με να ναρκισσευτώ με τον νταλκά μου κι όχι με τις καλλιτεχνικές μου ικανότητες». Σε μια εποχή που όλα ζητούν βελτίωση, εξέλιξη, επιτυχία και διαρκή αυτοέκθεση, ο νταλκάς μοιάζει σχεδόν αντικοινωνικός. Είναι ο νταλκάς, για σένα, μια μορφή αντίστασης; Ένας τρόπος να μείνεις σε επαφή με κάτι ακατέργαστο που δεν μεταφράζεται εύκολα σε προϊόν;
«Ο νταλκάς σχετίζεται με αυτό που έλεγα πριν περί ενοχών, είναι ένα ξέσπασμα, είναι μία αποδοχή του ότι πονάς ακόμα και για κάτι ευτελές, για κάτι που μπορεί να μην αξίζει στα μάτια των άλλων, ο νταλκάς είναι η μη ντροπή, είναι ότι παραμερίζεις επιτέλους τον φόβο και λες, δεν πάω καλά, ή είμαι ερωτευμένος, ή να πά να γαμηθούνε όλα, ή ας πεθάνω απόψε.
Είναι σίγουρα πάντως μία εκτόνωση και μία επίθεση σε αυτήν όλη την τοξική θετικότητα που πρεσβεύει η εποχή μας, όπου όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να κοιτάμε την υγεία μας, το χαμόγελο μας, να χαιρόμαστε με τα μικρά καθημερινά, να είμαστε αισιόδοξοι, να μην γερνάμε ποτέ, να βλέπουμε τη ζωή σαν δώρο. Γιατί να είναι δώρο αυτό το πράμα;
Έχει καταπατηθεί το δικαίωμα μας στην απαισιοδοξία και στην επίθεση, νομίζω ότι ζούμε εποχές φασισμού και αυτό το βλέπουμε και στην τέχνη, στο θέατρο για παράδειγμα. Γίνονται και από νέους ανθρώπους παραστάσεις ανώδυνες, καλοσυνάτες, ευγενικές με στόχο να πιάσουν το ευρύ κοινό, με στόχο το σολντ άουτ, γενικά με στόχο να αρέσουν, πράγμα που είναι ό, τι ακριβώς δεν θα έπρεπε να είναι.»
Για τον ηθοποιό —και ίσως ακόμα περισσότερο για τον δημιουργό — η ισορροπία ανάμεσα στον ναρκισσισμό και την ευαισθησία είναι φαντάζομαι λεπτή. Πότε ο ναρκισσισμός γίνεται εργαλείο επιβίωσης και πότε εμπόδιο στην αλήθεια; Και πώς προστατεύεται η ευαισθησία χωρίς να γίνει πόζα;
«Δεν γίνεται να ασχολείσαι με την τέχνη και να μην είσαι ψώνιο, απλώς εγώ πιστεύω ότι το ψώνιο γίνεται εργαλείο όταν παραδέχεσαι την ανασφάλειά σου. Όταν αναρωτιέσαι για τα πράγματα και όταν δεν είσαι σίγουρος ποτέ για τίποτα.
Αυτό είναι μια ισορροπία πολύ απαραίτητη νομίζω για να καταφέρεις να φτιάξεις ένα έργο τέχνης. Και πάλι πιστεύω ότι αυτή την ισορροπία την αποκτάς σε παιδικά, σχεδόν μωρουδιακά χρόνια.
Πρέπει νομίζω να μπορείς με το ένα πόδι πάντα να στέκεσαι απέναντι στον εαυτό σου, πάντα να έχεις και ένα βλέμμα απ’ έξω, πάντα να μπορείς να γελάσεις με αυτό που κάνεις ή να θεωρείς τον εαυτό σου και ένα τίποτα, χωρίς όμως αυτό να σε πειράζει.»

Έχω διαβάσει πως έχεις επιλέξει συνειδητά να απέχεις από τα social media, σε μια εποχή που η καλλιτεχνική «εμπειρία» συχνά συνεχίζεται —ή ακυρώνεται— στο ψηφιακό πεδίο. Με αφορμή και τις αντιδράσεις γύρω από τους «Σφήκες» στην Επίδαυρο, πώς βλέπεις αυτή την αλλοίωση του βιώματος;
Τι χάνεται όταν το συμβάν της παράστασης αντικαθίσταται από τον απόηχό του;
«Νομίζω ότι ακριβώς επειδή δεν έχω σόσιαλ έχω γλιτώσει την αλλοίωση του βιώματος. Γιατί η μόνη αλήθεια είναι το βίωμα. Η αντιμετώπιση του κοινού την ώρα που δείχνεις αυτό που δείχνεις.
Μόνο εμείς που ήμασταν εκεί ξέρουμε τον αληθινό απόηχο. Όλο το άλλο είναι γνώμες ανθρώπων που ίσως δεν ήταν καν εκεί ή που θέλουν να αναδείξουν προσωπικά τους θέματα ή προσωπικές αντιπάθειες προς το άτομο μου οι οποίες οφείλονται ενδεχομένως σε κάποιο κακό μεγάλωμα που είχαν στα σπίτια τους, ή πήγαν σε σχολεία που τους φερόντουσαν άσχημα και υποτιμητικά άρα και αυτοί πρέπει κάπου να το επιστρέψουν αυτό που πήραν, δεν μπορώ να ξέρω.
Εγώ ξέρω τι βιώσαμε με τις παραστάσεις των Σφηκών, και αυτό που βιώσαμε νομίζω ότι θα ήταν το όνειρο κάθε καλλιτέχνη. Ένα έργο που μιλάει για τα λαϊκά δικαστήρια, κατάφερε να δημιουργήσει ένα λαϊκό δικαστήριο στον κόσμο, κατάφερε δηλαδή να κάνει τους θεατές ηθοποιούς της παράστασης, οπότε και ο απόηχος που λέτε στα σόσιαλ ήταν υπέρ μας, ανέδειξε την παράσταση ακόμα περισσότερο.»
Στο σκηνοθετικό σημείωμα του έργου αναφέρεις πως πάντα πραγματεύεσαι τα ίδια θέματα, με μια όμως διαφορετική σκηνική συνθήκη: «Γιατί ζούμε; Γιατί υπάρχουμε; Τι μαλακία είναι όλο αυτό;».
Το «CRY» είναι μια ακόμη παραλλαγή αυτού του ερωτήματος ή νιώθεις ότι εδώ αλλάζει κάτι ουσιαστικά; Μήπως δεν μιλάμε πια για ατομική απόγνωση, αλλά για ένα συλλογικό αδιέξοδο;
«Είναι και τα δύο νομίζω. Η κοινωνία του καθωσπρεπισμού και η καταπίεση των ενστίκτων οδηγεί τους ήρωες του CRY στο φόνο, όπου εκεί αναμετριούνται με την ατομική τους απόγνωση.
Είναι λίγο σαν τον “Ταξιτζή” του Σκορτσέζε, ο οποίος δεν πυροδοτείται μόνο από την αδικία γύρω του, αλλά προφανώς κι από μία δική του καταπιεσμένη φύση η οποία τον έχει κάνει σιωπηλό, η οποία τον έχει κάνει να βρίσκεται στον ρόλο του αποδέκτη, του ανθρώπου που έμαθε να ακούει και να μην μιλάει.»

Όλα ξεκινούν ως ένα κοινωνικό συμβάν με καλές προθέσεις: ένα πάρτι, μια συνάντηση, μια προσπάθεια να «περάσουμε καλά».
Τι είναι αυτό που κάνει αυτούς τους «συνδαιτημόνες» να κατασπαράσσονται μεταξύ τους; Είναι οι μικρές αφορμές ή το γεγονός ότι δεν υπάρχει πραγματική επικοινωνία εξαρχής; Και τελικά, πόσο αναγνωρίζεις αυτή τη βία στην καθημερινότητά μας;
«Οι αφορμές είναι μικρές, αλλά το βάρος μέσα τους μεγάλο. Έχουν μάθει να επικοινωνούν με φράσεις κλισέ, με ευγένεια, έχουν κληθεί να υπομείνουν μία παρουσίαση την οποία δεν επιλέξανε ακριβώς, βρίσκονται κάπου αναγκαστικά με κάποια άλλα άτομα με τα οποία πρέπει να παρουσιάσουν μία βραδιά και χρησιμοποιούν έναν κώδικα συμπεριφοράς ανώδυνο, θεωρώντας ότι έτσι κάπως θα την σκαπουλάρουν και απόψε, χωρίς να χρειαστεί να εκτεθούν.
Είναι αυτό που ζούμε όλοι, αυτό το έλα μωρέ, και δυο ώρες από τη ζωή μου να πάνε χαμένες, δεν πειράζει, θα περάσουν. Όμως τελικά αυτή η καταπίεση, ακόμα κι αν μοιάζει ανώδυνη, δεν είναι.»
Το έργο από όσο έχω καταλάβει – μιλάει και για τον θάνατο της ευγένειας. Πιστεύεις ότι η κοινωνική ευπρέπεια —οι έτοιμες φράσεις, τα χαμόγελα, το «όλα καλά»— λειτουργεί σήμερα περισσότερο ως μηχανισμός καταστολής παρά ως τρόπος συνύπαρξης; Και μήπως αυτή η πίεση να είμαστε διαρκώς «καθώς πρέπει» γεννά τελικά τη βία που προσποιούμαστε ότι καταδικάζουμε;
«Μα αυτός ο καθωσπρεπισμός είναι η απόλυτη βία. Και προς τον εαυτό μας και προς τους άλλους. Όλοι θέλουμε να σκοτώσουμε, απλά δεν τον κάνουμε. Ευτυχώς που δεν το κάνουμε, απλώς εγώ αναρωτιέμαι που πάει όλη αυτή η ανάγκη; Που συσσωρεύεται όταν ασπούμε κάποιος δεν είναι καλλιτέχνης, ή δεν έχει την δυνατότητα λόγω συνθηκών να εκτονωθεί;»
Ταυτότητα Παράστασης
Κείμενο-σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου | Σκηνογραφία: Λένα Κιτσοπούλου | Βοηθός σκηνοθέτη: Μαριλένα Μόσχου | Ηχητική επιμέλεια: Samuel Schmidiger | Φωτογραφίες: Yuri Tavares
Ερμηνεύουν
Λένα Κιτσοπούλου | Γιάννης Κότσιφας | Θοδωρής Σκυφτούλης | Μαριλένα Μόσχου
*Θέατρο Αμαλία (Αμαλίας 71) | Πρεμιέρα παράστασης: 12 Ιανουαρίου στις 21:00 | Παραστάσεις: 12-13, 19-20 και 26-27 Ιανουαρίου 2026, Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 | Διάρκεια: 80 λεπτά | Ηλεκτρονικά εισιτήρια: MORE

