Πρόδρομος Τσινικόρης: «Μετά το 96%, περπατάω πολύ διαφορετικά στην πόλη»
Η επιστροφή μιας θαμμένης και λησμονημένης ιστορίας, στο Θέατρο Αμαλία μας καλεί να δούμε τη Θεσσαλονίκη με άλλο μάτι
Κεντρική Φωτογραφία: Pinelopi Gerasimou
Εικόνες: Mike Rafail
Το ντοκιμαντέρ αποτελεί ένα κινηματογραφικό είδος από μόνο του.
Τα τελευταία χρόνια ανθεί —κάτι διόλου περίεργο— καθώς επιτρέπει στο απροσδόκητο της ζωής να παρεισφρήσει από μια μικρή πόρτα και να αναδιαμορφώσει, ή ακόμα καλύτερα να αμφισβητήσει, την εκάστοτε βεβαιότητα που φέρουν πρώτα οι δημιουργοί και ύστερα εμείς ως θεατές.
Τι εστί όμως τεκμήριο; Είναι το αποδεικτικό στοιχείο, η πιστοποίηση του βιώματος. Η συρραφή αυτών των θραυσματικών προσωπικών ιστοριών δημιουργεί ένα ιδιόμορφο μωσαϊκό που αποτελεί τον πυρήνα της δουλειάς στη δημοσιογραφία, αλλά και της εργασίας του Πρόδρομου Τσινικόρη στο θέατρο ντοκουμέντο.
Σκέφτομαι καμιά φορά πως υπάρχει μια βαθιά συγγένεια ανάμεσα στον θεατράνθρωπο και τον δημοσιογράφο: η αθέατη εργασία πίσω από τους προβολείς. Όπως σ’ ένα ειδησεογραφικό γραφείο ένα άρθρο γράφεται, έτσι και σε μια υπόγεια σκηνή φιλοξενείται η αγωνία της πρόβας. Μακριά από τα βλέμματα της καθημερινότητας.
Ωστόσο, η ειδοποιός διαφορά εντοπίζεται στη μοίρα της διαδικασίας.
Στο θέατρο, ακόμα κι αν η αυλαία δεν ανοίξει ποτέ, η πρόβα παραμένει μια αυτοτελής καλλιτεχνική πράξη. Αντίθετα, η δημοσιογραφική πληροφορία, αν δεν αναγνωσθεί, αδυνατεί να μετουσιωθεί σε ενημέρωση.
Στο θέατρο ντοκουμέντο και ειδικά στο lecture performance “96%” του Πρόδρομου Τσινικόρη, αυτοί οι δύο κόσμοι τέμνονται. Κι αυτό γιατί η έρευνα παύει να είναι απλώς η προετοιμασία και γίνεται η ίδια το παραστάσιμο γεγονός.
Αυτή η έρευνα που γίνεται η ίδια η παράσταση, ξεκίνησε από μια σύμπτωση και μια πρόκληση. Ο Πρόδρομος Τσινικόρης θυμάται τη στιγμή που η ιστορία της Θεσσαλονίκης άρχισε να τον απασχολεί, όχι ως θεωρία, αλλά ως ανάγκη για ανακάλυψη:
«Υπάρχει ένας φίλος δραματουργός, ο Martín Valdés-Stauber, με τον οποίο έχω συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν σε θέατρο της Γερμανίας. Με ρώτησε αν θα με ενδιέφερε να κάνω κάτι σε σχέση με τον εβραϊκό πληθυσμό και την κατοχή.
Σκέφτηκα αμέσως τη ναζιστική κατοχή της Θεσσαλονίκης το ’40. Του είπα ότι έχω σπουδάσει εκεί. Τότε αυτός έγραφε μία αίτηση για μια χρηματοδότηση ούτως ώστε να γίνουν τρεις παραστάσεις: μία στο Βερολίνο, μία στην Ελλάδα και μία στη Μαδρίτη. Εγώ θα αναλάμβανα το ελληνικό κομμάτι».

Αν και ο ίδιος πέρασε δέκα χρόνια στη Θεσσαλονίκη —από το 1999 μέχρι το 2010— η ιστορία που κλήθηκε να ερευνήσει του ήταν σχεδόν άγνωστη.
«Δεν ήξερα πολλά για την εβραϊκή ιστορία της πόλης. Μου φάνηκε μια ενδιαφέρουσα πρόκληση και στην εποχή που ζούμε, έτσι γεννήθηκε η ιδέα και έτσι ξεκίνησε».
Το παράδοξο είναι πως η πληροφορία υπήρχε, αλλά ήταν σαν να μην την έβλεπε κανείς.
Ο Τσινικόρης περιγράφει πώς η δική του προσωπική διαδρομή ως μαθητής και φοιτητής συνέβαλε σε αυτή την «άγνοια»:
«Ήρθα στη Θεσσαλονίκη το ’99 και δεν ήξερα τίποτα για την πόλη. Ενώ πήγαινα σε ελληνικό σχολείο στη Γερμανία και είχα μια ελληνική ύλη για κάλυψη, δεν είχαμε κάποιο μάθημα που να έθιγε αυτό το ζήτημα. Δεν θυμόμουν να αναφέρθηκε ποτέ η Θεσσαλονίκη ως εβραϊκή πόλη στα σχολικά εγχειρίδια.
Οπότε, όταν ήρθα εδώ, ούτε το έψαξα, ούτε το είδα πουθενά. Είναι μια ιστορία θαμμένη, μια λησμονημένη ιστορία».
Χρειάστηκε η πάροδος των χρόνων και μια αλλαγή στο κλίμα της πόλης για να αρχίσει αυτή η στρώση των σχεδόν 550 ετών να βγαίνει στην επιφάνεια:
«Μόνο με το πέρασμα των χρόνων και αφού έγινε δήμαρχος ο Γιάννης Μπουτάρης, άρχισα να μαθαίνω για διάφορα στοιχεία που δεν ήξερα. Όπως το ότι το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο είναι χτισμένο πάνω σε ένα από τα μεγαλύτερα εβραϊκά νεκροταφεία του κόσμου. Αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στη χειραφέτησή μου εκείνη την εποχή».
Διαβάζοντας κανείς για τη δουλειά του, συναντά μια ενδιαφέρουσα σύμπτωση. Στο παρελθόν διετέλεσε βοηθός σκηνοθέτη και ερευνητής στην καινοτόμο γερμανική ομάδα Rimini Protokoll για την παράσταση «100% Αθήνα».

Η χρήση των ποσοστών στον τίτλο της δικής του παράστασης μοιάζει με έναν άμεσο συνειρμό, μια αναφορά σε εκείνη τη θητεία. Ο ίδιος, ωστόσο, ξεκαθαρίζει τη βαθιά διαφοροποίηση που κρύβεται πίσω από τους αριθμούς:
«Είναι πολύ ενδιαφέρων ο συνειρμός που κάνατε σε σχέση με τα ποσοστά, αλλά δεν είχα κάνει συνειδητά κάποια σύνδεση. Η παράσταση των Rimini Protokoll είχε ως βασικό τίτλο τον “Προμηθέα στην Αθήνα” και υπότιτλο το “100% Αθήνα”. Έλαβε χώρα το καλοκαίρι του 2010, όταν ήμασταν ακόμα στον προπομπό της μέγγενης, της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων. Ήταν κάπως σαν μια γιορτή της πόλης, μιας πόλης που γιορτάζει τον εαυτό της πριν καταστραφεί, αλλά που υπόσχεται κάπως να μείνει μαζί».
Αν το 2010 η πρόθεση ήταν η συσπείρωση, τότε η πρόθεση στην προκειμένη περίπτωση είναι η αποκάλυψη. Το «96%» δεν έρχεται να επιβεβαιώσει μια ενότητα, αλλά να ερευνήσει μια απουσία.
«Τώρα το 96% είναι ένα dissection. Αυτό πάει να πει ότι πρόκειται για μια πόλη η οποία αποφάσισε όχι να γιορτάζει μαζί, αλλά να αποκρύψει μαζί στοιχεία του παρελθόντος της. Dissection είναι πώς όταν παίρνουμε το βατράχι και το ανοίγουμε για να δούμε τι έχει μέσα –πρόκειται για κάτι που συμβαίνει επί το πλείστων στα αμερικάνικα σχολεία.»

Παρατηρώντας το σύνολο της πορείας του, αντιλαμβάνομαι πως έχει «κλειδώσει» στο θέατρο της τεκμηρίωσης. Όταν τον ρωτάω για αυτή του την επιμονή, η απάντησή του είναι:
«Ναι, αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Έχω ρωτήσει και τον ψυχολόγο μου. Είτε στις δουλειές που κάνω μαζί με τον Ανέστη Αζά, είτε σε αυτές που κάνω μόνος μου, αυτό που με ενδιαφέρει είναι να αποκαλύπτεται κάτι για το παρελθόν ή για το σήμερα που να μην έχουμε προσέξει, είτε ως άτομα είτε ως κοινωνία».
Αυτή η επιθυμία για αποκάλυψη φαίνεται να τροφοδοτείται από μια αίσθηση απόστασης από το περιβάλλον του, μια οπτική γωνία που του επιτρέπει να παρατηρεί τα κακώς κείμενα με τη νηφαλιότητα του εξωτερικού παρατηρητή.
«Αυτό ίσως έχει να κάνει με την ιδιότητα του ξένου που φέρω ο ίδιος στη χώρα αυτή – γιατί δεν μεγάλωσα εδώ πέρα, δεν γεννήθηκα εδώ. Μεγάλωσα στο Βούπερταλ της Γερμανίας, ενώ μου δημιουργεί εντύπωση το γεγονός ότι δεν αισθάνομαι πλήρες μέλος της ελληνικής κοινωνίας. Οπότε νομίζω ότι περισσότερο στέκω απέναντί της, παρατηρώντας την και κρατώντας σημειώσεις για αυτήν. Παρακολουθώντας πράγματα τα οποία μου κάνουν εντύπωση, κυρίως αρνητική».

Για τον Τσινικόρη, το θέατρο ντοκουμέντο δεν είναι απλώς μια σκηνοθετική φόρμα, αλλά ένας τρόπος να συναντά την πραγματικότητα έξω από τους τέσσερις τοίχους μιας θεατρικής σκηνής.
«Είμαι ένας άνθρωπος στον οποίο αρέσει πάρα πολύ να συναντάει άλλους ανθρώπους και να κάνει αυτό που κάνετε και εσείς ως δημοσιογράφοι. Μου αρέσει να κάνω έρευνα και αυτό συνδυάζεται περισσότερο σε αυτό το θεατρικό είδος. Από τη μια μου αρέσει να κάνω και πρόβες, δεν έχω θέμα, αλλά εκεί που πραγματικά νιώθω τρομερά ευτυχής είναι όταν συζητάω με ανθρώπους τους οποίους δεν θα συναντούσα υπό άλλες συνθήκες, εάν για παράδειγμα έκανα πρόβες μόνο με ηθοποιούς».
Η μετάβαση από το αρχειακό υλικό στη θεατρική σκηνή δεν είναι μια απλή διαδρομή. Στο «96%», η δυσκολία αυτής της συρραφής δεν κρύβεται από τον θεατή, αλλά αποτελεί δομικό στοιχείο της παράστασης.
«Είναι μια τεράστια διαδικασία την οποία αποκαλύπτουμε και κατά τη διάρκεια της παράστασης. Κατά τη διάρκεια του 96% έχει και ο θεατής την ευκαιρία να παρακολουθήσει μαζί μας πώς κάναμε την έρευνα, τι κάναμε στην έρευνα, πού μας οδήγησε και τι επιλέξαμε τελικά να παρουσιάσουμε και τι όχι».

Η συζήτηση μοιραία οδηγείται σε μια αναγκαία αποσαφήνιση. Στο Δελτίο Τύπου της παράστασης υπογραμμίζεται η επικέντρωση στο ιστορικό γεγονός του Ολοκαυτώματος της Θεσσαλονίκης. Ρωτάω αν αυτή η διευκρίνιση κρίθηκε απαραίτητη λόγω μιας διάχυτης ιστορικής άγνοιας που ταυτίζει το παρελθόν με τις τρέχουσες συγκρούσεις στη Γάζα.
«Ναι, δυστυχώς. Δυστυχώς ζούμε σε μια εποχή όπου ο Εβραίος συμπολίτης μας, του παρελθόντος και του παρόντος, ταυτίζεται με τις πολιτικές του Ισραήλ, με τις πολιτικές του Νετανιάχου. Αλλά εμείς δεν μιλάμε ούτε για το Ισραήλ στην παράσταση, ούτε για τον Νετανιάχου. Μιλάμε για μια πληγή της Ελλάδας που έμεινε κρυφή και μιλάμε για Εβραίους που είναι Έλληνες, οι οποίοι οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Άουσβιτς και εξοντώθηκαν. Μιλάμε για Έλληνες πολίτες, οι οποίοι ήταν Εβραίοι».

Στην ερώτηση για το αν κάνει πολιτικό θέατρο, η απάντηση δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες. Η αποστασιοποίηση, άλλωστε, είναι και αυτή μια θέση.
«Το θέατρο ήταν πάντα πολιτικό. Θα αναφερθώ στον Βέντερς: ακόμα και οι μη πολιτικές ταινίες είναι πολιτικές, γιατί μας παρουσιάζουν έναν κόσμο στον οποίο δεν υπάρχουν προβλήματα και μας ζητάνε να ψυχαγωγηθούμε και να μουδιάσουμε. Όλα είναι πολιτικά. Όλες οι επιλογές μας είναι πολιτικές.
Το ότι εγώ τώρα παίρνω το αεροπλάνο για να έρθω στη Θεσσαλονίκη επειδή δεν έχει τρένα και δεν μπορώ να είμαι 10 ώρες στα ΚΤΕΛ, είναι μια πολιτική απόφαση. Οπότε, ναι. Πολιτικό θέατρο κάνουμε».
Δεν είναι τυχαίο ότι στα πλείστα έργα που συμμετείχε δίνουν βήμα σε φωνές που συνήθως μένουν στο περιθώριο. Για τον ίδιο, αυτή η επιλογή είναι βαθιά προσωπική, μια προέκταση της δικής του ταυτότητας:
«Από τη μία μπορεί να έχει να κάνει με το γεγονός ότι ήμουν μετανάστης στη Γερμανία για 18 χρόνια. Μετά έρχομαι στην Ελλάδα, όπου και εδώ πολλές φορές αισθάνθηκα ξένος. Από την άλλη, με ενδιαφέρουν αυτές οι ιστορίες που δεν μπορούμε να βρούμε εύκολα στην κυρίαρχη, στη mainstream αφήγηση».

Σε αυτή την «αρχαιολογία του παρόντος», η έρευνα έφερε στο φως μαρτυρίες που ξεπερνούν τα όρια των ιστορικών βιβλίων. Ένα απο τα πιο ζωντανά κύτταρα της παράστασης είναι η παρουσία της Αλεξάνδρας Χατζοπούλου-Σαΐας, που βρίσκεται επί σκηνής:
«Είναι όλη η ιστορία της Αλεξάνδρας, της οποίας η οικογένεια ζει στη Θεσσαλονίκη εδώ και 22-23 γενιές. Συνοψίζει σχεδόν όλη την ιστορία των Σεφαραδιτών Εβραίων στην Ελλάδα. Έχει συγκλονιστικές ιστορίες, τις οποίες μοιράστηκε μαζί μας με μεγάλη θέρμη. Συναντήσαμε και άλλες ιστορίες που έχουν να κάνουν με το ίδιο το θέατρο και την ίδρυση του προδρόμου του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, αλλά και με το πώς λεηλατήθηκαν όχι μόνο οι περιουσίες των Εβραίων… Αλλά δεν θέλω να πω περισσότερα, γιατί τα λέμε στην παράσταση».

Παρά το γεγονός ότι το «96%» διανύει τον τρίτο χρόνο του, η σχέση του με το κοινό της Θεσσαλονίκης παραμένει ζωντανή και η δυναμική του ανεξάντλητη. Εξηγεί γιατί αυτή η παράσταση επιστρέφει συνεχώς, παρά τις πρακτικές δυσκολίες:
«Όλες τις φορές που παίζαμε ήταν για μικρά διαστήματα, δύο ή τρεις εβδομάδες. Παίζοντας, όμως, ανακαλύπτεις ότι υπάρχει μια δυναμική με την πόλη που δεν έχει εξαντληθεί. Παρόλο που ζω και εργάζομαι κυρίως στην Αθήνα ή στο εξωτερικό και είναι δύσκολο να συντονιστούμε, με όλα τα παιδιά είπαμε πως αξίζει τον κόπο. Λειτουργεί κάπως σαν lecture performance και είναι για καλό σκοπό».
Μετά από αυτή τη μακρά διαδρομή στην έρευνα και τα τεκμήρια, η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να είναι πια η ίδια για τον δημιουργό της. Η «αρχαιολογία του παρόντος» αποκάλυψε μια στρώση που επισκιάζει την τουριστική ή τη ρομαντική της εικόνα.

«Ναι, περπατάω πολύ διαφορετικά πλέον στην πόλη. Τώρα που έχω γνωρίσει αυτή την στρώση της, δεν είναι τόσο ρομαντική. Επομένως, η σχέση που έχω με τη Θεσσαλονίκη έχει αλλάξει».
Αυτή η αλλαγή δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον Πρόδρομο Τσινικόρη, αλλά αποτελεί και την ουσιαστική πρόσκληση —ή ίσως την «παρενέργεια»— της παράστασης προς το κοινό της.
«Φαντάζομαι πως το ίδιο θα συμβεί και στους θεατές. Δεν θέλω να τους χαλάσω την πρόσληψη της Θεσσαλονίκης, γιατί είναι μια ωραία πόλη και της αξίζουν καλύτερα. Αλλά ναι, φαντάζομαι ότι και οι θεατές, όταν τελειώσει η παράσταση, θα περπατάνε σε συγκεκριμένα σημεία της πόλης και θα τα βλέπουν με άλλο μάτι».
Λίγα λόγια για το έργο:
Το 96% αποτελεί μια lecture performance του Πρόδρομου Τσινικόρη και της ομάδας του και στο «μικροσκόπιο» τους μπαίνει η Θεσσαλονίκη του 1943. Αφηγείται μια ιστορία σκοτεινή και λησμονημένη, τα ίχνη της οποίας όμως είναι ακόμα εδώ. Η παράσταση – ντοκιμαντέρ, επιχειρώντας μια αρχαιολογία του παρόντος, τα αναζητά, όχι μόνο σε μελέτες, αρχεία και μαρτυρίες, αλλά και με επιτόπια έρευνα στη σημερινή πόλη, στους δρόμους, στα κλειστά μαγαζιά, στα παλιά και τα καινούργια κτίρια, ακόμα και στο ίδιο το ΚΘΒΕ, όπου η παράσταση πρωτο-παρουσιάστηκε.
Τον Μάρτιο του 1943 αναχωρεί από τη Θεσσαλονίκη το πρώτο τρένο για το Άουσβιτς. Μέχρι τον Αύγουστο θα εκτοπιστούν εκεί 50.000 Εβραίοι, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν θα επιστρέψουν ποτέ. Το 96% της εβραϊκής κοινότητας της πόλης εξολοθρεύεται στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι περιουσίες που αφήνουν πίσω τους περνούν σε χέρια μεσεγγυούχων, έπιπλα και σκεύη καταλήγουν σε χριστιανικά σπίτια και εμπορικά καταστήματα, οι μαρμάρινες πλάκες του παλιού νεκροταφείου τοποθετούνται στα πιο απίθανα σημεία της πόλης. Η μεγαλύτερη εβραϊκή κοινότητα των Βαλκανίων, σβήνεται από τον χάρτη ενώ μια νέα κοινωνική και οικονομική ελίτ αναδύεται.
Ποιοι αντιστάθηκαν και ποιοι συντάχθηκαν με τη βία; Πως κατασκευάστηκαν οι μηχανισμοί μνημοκτονίας και αποσιώπησης και ποιος είναι άραγε ο ρόλος ενός θεάτρου; Γιατί η παλιά αυτή ιστορία μας ενδιαφέρει και πως αφορά το δικό μας μέλλον; Σε μια προσπάθεια κριτικής προσέγγισης μιας περασμένης εποχής, η καλλιτεχνική ομάδα επί σκηνής, συνομιλεί με καλεσμένους από το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της Θεσσαλονίκης και καταθέτει τα ευρήματα της έρευνάς της για να συνθέσει μια νέα ιστορική και κοινωνική τοιχογραφία της “πόλης των φαντασμάτων”.
*Θέατρο Αμαλία | Από 5 Μαρτίου έως 22 Μαρτίου | Κάθε Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή | Ηλεκτρονικά εισιτήρια: MORE

