Τεράστια διάκριση για τον Μάριο Μπανούσι: Τιμήθηκε με τον Αργυρό Λέοντα της Βενετίας
Το Mami του νεαρού Ελληνοαλβανού θεατρικού σκηνοθέτη και δημιουργού κέρδισε το κορυφαίο βραβείο
Το διεθνές ταξίδι του Mami του Μάριο Μπανούσι μπορεί να έχει αρχίσει εδώ και καιρό με τις κριτικές να είναι διθυραμβικές, τώρα, όμως, ήρθε και ένα βραβείο που ονειρεύονται καταξιωμένοι σκηνοθέτες και δημιουργοί από ολόκληρο τον κόσμο: ο Ελληνοαλβανός σκηνοθέτης κέρδισε τον Αργυρό Λέοντα στη Μπιενάλε Θεάτρου της Βενετίας για το 2026 μετατρέποντας τη χτεσινή δύσκολη μέρα σε γιορτή για τον πολιτισμό.
Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό βραβείο που κατά καιρούς είχε αποδέκτες μεγάλα ονόματα όπως ο Φελίνι, ο Κουροσάβα, η Λίντελ και αποτελεί τεράστια διάκριση για τη χώρα μας. Η απόφαση ελήφθη από το Διοικητικό συμβούλιο της La Biennale di Venezia ύστερα, μάλιστα από εισήγηση του καλλιτεχνικού διευθυντή του Τμήματος Θεάτρου, Γουίλιαμ Νταφόε.
Με μία πολύ συγκινητική ανάρτηση στο Instagram ο Μάριο Μπανούσι ανέφερε:
«Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω, βλέποντας τη λίστα των ανθρώπων που έχουν τιμηθεί με τον Αργυρό Λέοντα: Fellini, Liddell, Kurosawa, Bianchi, Guadagnino κ.λπ. Πλέον βλέπω και το δικό μου όνομα…
»Αυτό το βραβείο θα μου υπενθυμίζει ότι οι γονείς μου περπάτησαν και μετανάστευσαν αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, φτωχοί, χωρίς να γνωρίζουν πού θα κατέληγαν, με μόνο οδηγό την ελπίδα.
»Θα μου υπενθυμίζει τον εαυτό μου στο σχολείο, όταν ονειρευόμουν τη ζωή που ζω σήμερα, ενώ πολλοί δάσκαλοι μου έλεγαν ότι θα αποτύγχανα.
«Αυτό το βραβείο θα μου υπενθυμίζει τον εαυτό μου στο σχολείο, όταν ονειρευόμουν τη ζωή που ζω σήμερα, ενώ πολλοί δάσκαλοι μου έλεγαν ότι θα αποτύγχανα».
Κλείσιμο »Θα μου υπενθυμίζει από πού προέρχομαι, και το μικρό, φτωχικό σπίτι μου στην Αλβανία, που ήταν γεμάτο από αγάπη.
»Θα μου υπενθυμίζει ότι υπάρχει λόγος που δημιουργώ.
»Θα μου υπενθυμίζει τους ανθρώπους που αγαπούν τη δουλειά μου, αλλά και εκείνους που τη μισούν, γιατί είναι αδύνατον να τους ευχαριστήσεις όλους (ευτυχώς).
»Τώρα, πέρα από τη γάτα μου, που αγαπώ απερίγραπτα, θα έχω ένα ακόμα μικρό λιοντάρι που θα μου υπενθυμίζει πολλά πράγματα.
»Σας ευχαριστώ πολύ για τα μηνύματά σας και για την αγάπη που δείχνετε για το έργο μου. Μου δίνει δύναμη να συνεχίζω.
»Ευχαριστώ όλους όσοι υπήρξαν μέχρι σήμερα συνεργάτες μου, που με αποδέχτηκαν και με βοήθησαν να κάνω πραγματικότητα ακόμα και τα πιο τρελά όνειρά μου.
»Ανυπομονώ να μοιραστώ μαζί σας την επόμενη δουλειά μου (και πολλές ακόμα).
»Δημιουργώ με τη μεγαλύτερη έμπνευση που έχω νιώσει ποτέ… θα είναι τόσο κόκκινη όσο το χαλί στη Βενετία.
«Δημιουργώ με τη μεγαλύτερη έμπνευση που έχω νιώσει ποτέ… θα είναι τόσο κόκκινη όσο το χαλί στη Βενετία».
»Σε ευχαριστώ, Μπιενάλε της Βενετίας!
»Νιώθω επίσης περήφανος που είμαι ο νεότερος στην ιστορία που θα λάβω τον Αργυρό Λέοντα!
»Η απονομή, τον Ιούνιο.
»Μαμά, μπαμπά, βραβεύτηκα με τον Ασημένιο Λέοντα! Αααχ!».
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Χωρίς καν να έχει προλάβει κλείσει τα 27 ο Μάριο Μπανούσι έχει ήδη λάβει ένα περίοπτο βραβείο και έχει συμμετάσχει στα πιο σημαντικά θεατρικά φεστιβάλ του κόσμου: το Πρώτο Θέμα ήταν παρών στο κορυφαίο θεατρικό Φεστιβάλ της Αβινιόν, όπου είχε δει την παράστασή του «ΜΑΜΙ», σε παραγωγή του Onassis Culture στο πλαίσιο του touring programme της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, με τα ΜΜΕ της Γαλλίας να υποκλίνονται στο έργο και τις εικόνες του, τις οποίες παρομοίασε με αυτές του Μποτιτσέλι και του Μικελάντζελο. Σε ένα από τα ιστορικά κτίρια της πόλης της Αβινιόν, το Aubanel, είχαμε δει τότε τον κόσμο να χειροκροτά όρθιος για ένα δεκάλεπτο τους ηθοποιούς και τον σκηνοθέτη του «ΜΑΜΙ», οι οποίοι, χωρίς καν να χρησιμοποιούν τη γλώσσα, αλλά μέσα από υποβλητικές εικόνες, είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα θέατρο που, όπως έγραψε ο γνωστός κριτικός της «Liberation» Λοράν Γκουμάρ, «δεν ανοίγει το στόμα του μόνο για να θηλάσει ή να φιλήσει, δείχνοντας γνωστές εικαστικές αναπαραστάσεις και οικείες τελετές».
Το ποίημα των εικόνων, όπως το περιέγραψαν οι κριτικοί, ουσιαστικά αποκάλυπτε την ιστορία των γυναικών της οικογένειας του Μάριο Μπανούσι, στημένη με απτά υλικά και σε ένα γνώριμο σκηνικό για την Ελλάδα, την Αλβανία, αλλά και όλα τα Βαλκάνια: έναν χωμάτινο δρόμο, έναν ξύλινο στύλο της ΔΕΗ με τις κλασικές παλιές λάμπες και ένα χωριάτικο σπίτι, χτισμένο από τσιμεντόλιθο. Σκηνικό άκρως βαλκανικό, βγαλμένο από εποχές όπου αυτό που διαμόρφωνε τους ανθρώπους ήταν οι σχέσεις, οι εικόνες, οι μνήμες και το σπίτι. Από εκεί ξεκινούν και καταλήγουν όλα, από την οικογένεια. Εν προκειμένω από τις δύο γυναίκες που διαμόρφωσαν τη ζωή του, ενθουσιάζοντας τους κριτικούς, οι οποίοι είχαν εντοπίσει στην παράσταση του Μπανούσι τα υλικά μιας σπάνιας αλήθειας. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες μπορεί να χρειάζεται να περιμένουν χρόνια για να δουν τη φωτογραφία τους σε κάποιο από τα ένθετα του γαλλικού Τύπου, αλλά αυτό το 27χρονο παιδί, εκτός από το περίοπτο Λέοντα, τα κατάφερε σχεδόν από το μηδέν. «Θα συμφωνήσω ότι με έναν τρόπο εκπροσωπούνται η Ελλάδα και η Αλβανία μέσα από το έργο, αφού πολλοί μετά την παράσταση με ρώτησαν λεπτομέρειες για τη φορεσιά της νύφης στην Αλβανία ή έδειξαν πραγματικά ενδιαφέρον για τα πολυφωνικά που ακούγονται», μας είχε σχολιάσει τότε καθισμένος στον καναπέ του ξενοδοχείου στην Αβινιόν, μία ημέρα μετά τη μεγάλη βραδιά. Ακολούθησαν πολλά ταξίδια σε διεθνή φεστιβάλ ενώ πρόσφατα είχε παρουσιαστεί στο Skirball της Νέας Υόρκης.
Διεθνής αναγνώριση
Η χαρά του ομολογουμένως είναι τεράστια όχι μόνο για την αναγνώριση αλλά γιατί αυτό το έργο επιδεικνύει την ίδια του τη ζωή με τον πιο λυρικό και υποβλητικό τρόπο: μιλάει για τη μητέρα και τη γιαγιά του, για τον μακρύ κύκλο που χρειάστηκε να διανύσει ο ίδιος προκειμένου να φτάσει έως εδώ, για τη ζωή και τον θάνατο στο χωριό, για τις εικόνες από τα παλιά Βαλκάνια που τείνουμε να ξεχάσουμε, όταν η αγάπη έσωζε και η φτώχεια ένωνε παρά χώριζε τους ανθρώπους. Είναι αυτή ακριβώς η ταυτότητα που ο ίδιος δεν φοβήθηκε να δείξει στο ελληνικό και ξένο κοινό προασπιζόμενος την ταυτότητά του, τις εμμονές, τη σχέση με τη ζωή και τον θάνατο, την τελετουργική επαναπροσέγγιση του θεάτρου. «Η αλήθεια είναι ότι την παράσταση την έχουν δει ελάχιστοι συγγενείς, εκτός από τη μητέρα μου, κάποια ξαδέλφια από την Αλβανία που ζουν μόνιμα στο Λονδίνο, όταν το έργο ανέβηκε εκεί. Αλλά αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι τι μπορεί να έμεινε στον κάθε θεατή, όπως στη Σοφί Καλ, την οποία θαυμάζω απεριόριστα, και με ρώτησε μετά την παράσταση αν τα πορτοκάλια που έχουμε είναι ελληνικά!» μας είχε πει τότε ξεδιπλώνοντας την ιστορία του. Προφανώς δεν ήταν η μόνη απορία που είχε μία από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές φιγούρες της Γαλλίας, από τις λίγες που κατάφερε να ενώσει Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους με το έργο της, αλλά και να γίνει αυτή που ενέπνευσε τον συγγραφέα Πολ Οστερ στο μυθιστόρημά του «Λεβιάθαν». «Είναι συγκλονιστικό να ακούω στη γυναίκα που είπα ότι είμαι απόλυτος θαυμαστής της, να μου λέει ότι “τώρα είμαι κι εγώ δική σου φαν”», έλεγε τότε ενθουσιασμένος ο Μπανούσι-χωρίς να μπορεί να πιστέψει ότι καταξιωμένοι ηθοποιοί και γνωστές δημιουργοί, όπως η Σοφί Καλ και η διάσημη ηθοποιός Ιζαμπέλ Ιπέρ, είχαν σπεύσει να δουν την παράστασή του, ούτε ότι ο ίδιος ο διευθυντής του Φεστιβάλ της Αβινιόν, Τιάγκο Ροντρίγκες, άνοιγε σαμπάνιες στο πάρτυ που ακολούθησε την πετυχημένη παράσταση, προς τιμήν του. Χαρούμενοι όλοι οι συντελεστές, αδυνατούσαν να πιστέψουν ότι εφημερίδες όπως η «Liberation» και η «Monde» θα είχαν τη φιγούρα του Μπανούσι ως κεντρική στα πολιτιστικά τους ένθετα, λέγοντας πως ήταν η παράσταση που έκλεψε τις εντυπώσεις στο φεστιβάλ. «Οι εικόνες του “ΜΑΜΙ” έχουν την υλικότητα ενός ονείρου, ότι βγαίνουν από τον ιερό λυρισμό του Κλιμτ και την τραχύτητα του Μπος», έγραφε χαρακτηριστικά η «Liberation», που σπάνια χαρίζει τόσο καλά λόγια σε θεατρικό έργο. Ο λόγος ωστόσο που ο ίδιος ο Μπανούσι δεν μπορεί, ακόμα και τώρα, να το πιστέψει δεν είναι γιατί ήρθαν όλα τόσο νωρίς, αλλά γιατί οι δυσκολίες που μεταμορφώθηκαν σε υπέροχες εικόνες και οι θυσίες που έκανε για την τέχνη του είναι που τον έπεισαν ότι πραγματικά το άξιζε. Και ότι τίποτα τελικά δεν πήγε χαμένο.
Η ιστορία της γιαγιάς και της μαμάς του
Φέτος, αναμένεται μάλιστα να είναι η χρονιά του καθώς εκτός από το βραβείο στη Βενετία, θα δει τον Απρίλη ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα του Παρισιού, όπως το «Odeon», να συμπεριλαμβάνει το «MAMI» στο επίσημο πρόγραμμά του, δίνοντάς του έτσι την ευκαιρία να κατακτήσει και το Παρίσι, μόνο εύκολη δεν ήταν. Ηταν ενός έτους όταν η μητέρα του αναγκάστηκε να τον αφήσει στη γιαγιά του, στην Αλβανία, και να φύγει – γι’ αυτό φώναζε τη γιαγιά του Mami, εξ ου και ο τίτλος της παράστασης. Θυμάται ακόμα τα φτωχικά σπίτια, σαν αυτά που είδαμε στην παράσταση, αλλά και τον φούρνο με το φρέσκο, ζυμωτό ψωμί, που έχει πολλές ομοιότητες με εκείνον που εργαζόταν η μητέρα του. Ο ίδιος γεννήθηκε στην Ελλάδα, αλλά πριν προλάβει να κλείσει χρόνο, η μητέρα του, που δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα μόνη της, χωρισμένη, τον έστειλε πίσω στη γιαγιά – με αποτέλεσμα ο ίδιος να γνωρίσει δύο μητέρες, τη μάνα της μάνας του και τη μητέρα του. Οταν, λοιπόν, η μητέρα του προσπάθησε να τον φέρει, στα τρία του χρόνια, ξανά πίσω στην Ελλάδα, εκείνος έκλαιγε και ζητούσε τη γιαγιά του, που τη θεωρούσε μητέρα του. Οριστικά στην Ελλάδα επέστρεψε όταν ήταν στο δημοτικό, μένοντας στην Ηλιούπολη. Παρά, όμως, τις σκληρές συνθήκες, ο ίδιος είχε καταλάβει από μικρός ότι είναι φτιαγμένος από το σπάνιο υλικό του καλλιτέχνη, όταν έμενε μόνος του ζωγραφίζοντας για να διοχετεύσει εκεί τις ανησυχίες του. Του άρεσε να πειραματίζεται με διάφορα αντικείμενα, τα οποία μάζευε και έβαζε σε μια γωνιά φωτίζοντάς τα, αλλά και να χαζεύει με τις ώρες πίνακες, εν ολίγοις να βρίσκει στην τέχνη κάποιου είδους παρηγοριά. Τότε ήταν που του γεννήθηκε η ιδέα να κάνει κάτι δικό του. Εστειλε αιτήσεις για υποτροφίες και κάποια στιγμή αποφάσισε να στείλει μια ιδέα του στο Future Now της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.
«Δεν περίμενα με τίποτα να με πάρουν τηλέφωνο και όταν επικοινώνησαν μαζί μου για την αίτηση, έπαθα σοκ. Μου κόπηκαν τα πόδια. Μου είπαν ότι τους άρεσε η ιδέα μου και ότι θα την προχωρούσαν, αλλά μας βρήκε ο κορωνοϊός και έτσι δεν ανέβηκε η “Ραγάδα”. Είχα στεναχωρηθεί πολύ και τελικά αποφάσισα να την ανεβάσω μόνος μου». Ως θεατρική στέγη επέλεξε το σπίτι μιας φίλης του, και αυτό λειτούργησε ως η αρχή για να κάνει τον κόσμο να συγκεντρώνεται γύρω του σαν τις πεταλούδες γύρω από το φως, όπως δείχνει στην παράστασή του. Αυτό είναι που αποπνέει ο Μπανούσι όταν μιλάς μαζί του, σαν να φωτίζεται ο χώρος, σαν να παίρνεις δύναμη από αυτή την ενέργεια που τον κάνει να μην εγκαταλείπει. Είναι η ίδια ενέργεια που τον οδήγησε ξανά στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, οι οποίοι τον είχαν βάλει για τα καλά στο ραντάρ τους και περίμεναν μια δεύτερη πρόταση – και όταν έφτασε η ώρα αποφάσισε να τους εκπλήξει.
Διεθνής περιοδεία
Οταν πήγε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και έπρεπε να δείξει γιατί αξίζει να πάρουν την παράστασή του, αποφάσισε να στήσει στο γραφείο όπου έγινε η συνέντευξη μια περφόρμανς ξαπλώνοντας πάνω σε αυτό τη μητέρα του και απλώνοντας πάνω της ζύμες. «Ηταν συγκλονιστική εμπειρία, αλλά αυτό που ήθελα να πω συμβολικά είναι οι δεσμοί που με ένωναν με τη μητέρα μου, η οποία με έμαθε να ανοίγω φύλλο από μικρός. Ηταν κάτι που μας ένωνε», μας λέει, εξηγώντας μας τις αρχές της διαδρομής του, μια μέρα μετά την παράσταση στη φλεγόμενη από τη ζέστη Αβινιόν, αλλά με τη δροσιά μιας παγωμένης λεμονάδας να συνοδεύει τη χαρά τη δική του. Για τον Μπανούσι, η αγωνία, ωστόσο, δεν σταματά ποτέ-αλλά πλέον απολαμβάνει τη χαρά: «Παρότι αγχώνομαι ως άνθρωπος, η προοπτική τού να έρθω εδώ μού έδωσε τόση χαρά που κάλυψε το άγχος μου. Καταλάβαινα ότι είναι ένα πολύ σημαντικό γεγονός, αλλά οι άνθρωποι είναι τόσο χαλαροί που με έκαναν να ξεχάσω ότι πρόκειται για το Φεστιβάλ της Αβινιόν και ότι είναι ένα ακόμα φεστιβάλ στο πλαίσιο της περιοδείας». Ο κύκλος που έκανε από τότε στα διεθνή θέατρα είναι μεγάλος και συνεχίζεται ακόμα αλλά ποτέ ο ίδιος δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα τύχει μιας τέτοιας, μεγάλης επιβράβευσης., όπως τον Αργυρό Λέοντα Η επίσημη τελετή των βραβείων της Μπιενάλε-δηλαδή του Χρυσού Λέοντα στην Ιταλίδα δημιουργό Έμμα Ντάντε και του Αργυρού Λέοντα στον Μάριο Μπανούσι, θα πραγματοποιηθεί στη Βενετία, στο πλαίσιο του 54ου Διεθνούς Φεστιβάλ Θεάτρου.
Πηγή: protothema.gr / tovima.gr


