Κινηματογράφος

30 χρόνια χωρίς τη Τζένη Καρέζη

 Ένα «ταξίδι» σε γνωστές και άγνωστες πτυχές της ζωής και της καριέρας της

Γιάννης Γκροσδάνης
30-χρόνια-χωρίς-τη-τζένη-καρέζη-925529
Γιάννης Γκροσδάνης

Συμπληρώνονται σήμερα 30 χρόνια από το θάνατο της Τζένης Καρέζη, μιας από τις πλέον γοητευτικές και επιδραστικές ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου. 

Το ημερολόγιο έγραφε 26 Ιουλίου 1992.

Η Ευγενούλα της Θεσσαλονίκης

    Όλα ξεκίνησαν πριν 88 χρόνια. Γεννημένη στην Αθήνα (στις 12 Ιανουαρίου 1934) αλλά μεγαλωμένη στην Θεσσαλονίκη. Παιδί εκπαιδευτικών. Η μικρή Ευγενία Καρπούζη – η Ευγενούλα όπως την φωνάζαν φίλοι και συγγενείς – έμελλε να έρθει σε επαφή με την Τέχνη για πρώτη φορά μέσα στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής (και αργότερα του Εμφυλίου). Σε έναν από τους βομβαρδισμούς της Θεσσαλονίκης η μητέρα της για να την ησυχάσει την έβαλε να ακούσει την Ενάτη του Μπετόβεν : «Και το δωμάτιο γεμίζει μάγια. Κάτι ήχοι απίστευτοι, και η ομορφιά και η ευτυχία να εισβάλλουν ξαφνικά από παντού. Πού είναι η απελπισία, πού ο τρόμος; Πού οι πανικόβλητοι άνθρωποι; Πού πήγε όλη αυτή η τρομάρα; Πώς έγινε; Τι έγινε; Τι όμορφα που είναι όλα!» θυμάται σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενο της ενθυμούμενη αυτή την ιδιαίτερη στιγμή μέσα σε μια δύσκολη περίοδο.

    Παρά την σκληρότητα της εποχής η μικρή Ευγενούλα βρίσκει καταφύγιο στην τέχνη και στα γράμματα. Το σχολείο όπως και το θέατρο, η μουσική, ο κινηματογράφος θα γίνουν η φωλιά της μέσα στο οποίο θα βρει τη λιγοστή αλλά επαρκή ασφάλεια εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Απόφοιτη της Γαλλικής Σχολής Καλαμαρί στη Θεσσαλονίκη και Άγιος Ιωσήφ στην Αθήνα θυμόταν πάντα με αγάπη εκείνα τα χρόνια. Οι παιδικοί και εφηβικοί σχολικοί έρωτες μπλέκουν σε μικρές ρομαντικές ιστορίες. Το ίδιο συμβαίνει και με το είδωλο της εποχής, τον Ζεράρ Φιλίπ. Ο γοητευτικός Γάλλος ηθοποιός του ‘50, είναι ο μεγάλος κινηματογραφικός της έρωτας.

    tzeni-karezi-1.webp

    Στη Σχολή του Εθνικού

      Μικρή ακόμα αντιλαμβάνεται την κλίση της στην υποκριτική και το θέατρο. Στο σχολείο συμμετέχει σε θεατρικές παραστάσεις και σε κάθε εορταστική εκδήλωση με πολύ χαρά. Μετακομίζοντας – έφηβη ακόμα – στην Αθήνα – με αφορμή τη μετάθεση των εκπαιδευτικών γονιών της – θα μυηθεί για τα καλά στον κόσμο του θεάτρου χάρη σε μια παράσταση της Ελληνογαλλικής Σχολής Άγιος Ιωσήφ. Ως τελειόφοιτη αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, παίζει την Αντιγόνη. Αποφασίζει λοιπόν να δώσει στην Σχολή του Εθνικού. Ο πατέρας της δεν έχει σε καμία εκτίμηση το θέατρο και αντιδρά στην προοπτική να δει την κόρη του στον χώρο του θεάματος. Η σχέση πατέρα και κόρης ποτέ δεν ήταν καλή. Ο αυταρχικός χαρακτήρας του πατέρα της και κάποια δυσάρεστα οικογενειακά γεγονότα, που θα σημαδέψουν τη μικρή Τζένη κατά την εφηβεία της και θα ορίσουν την αποστασιοποιημένη σχέση της με τον πατέρα της, θα την κάνουν να σταθεί αδιαπραγμάτευτη με τα όνειρα της.

      karezi-nea-4.webp

      Δίνει στις εξετάσεις του Εθνικού και περνάει. Στη Σχολή έχει καθηγητές μεγάλα ονόματα του θεάτρου όπως ο Δημήτρης Ροντήρης, ο Άγγελος Τερζάκης (που θα της αλλάξει το όνομα από Καρπούζη στο καλλιτεχνικό Καρέζη), ο Γιώργος Παππάς, ο Πέλος Κατσέλης, ο Κωστής Μιχαηλίδης, κ.α. Γοητεύει τους πάντες με το ταλέντο της και γρήγορα παίρνει τον πρώτο μεγάλο ρόλο που θα την αναδείξει. Συνεργάζεται με την Παξινού και τον Μινωτή, περνάει από το δράμα στην κωμωδία και πάντα εντυπωσιάζει με τον καλύτερο τρόπο κοινό και κριτικούς: «Η νεαρότατη ηθοποιός Τζένη Καρέζη που, με τον δεύτερο ρόλο της μόλις διμήνου σταδιοδρομίας της απέδειξε πως κρατάει στα χέρια της ένα μέλλον λαμπρό και μεγάλο», γράφει στην Βραδυνή, το Νοέμβρη του 1954, ο σπουδαίος κριτικός και συγγραφέας Μ. Καραγάτσης για την εμφάνιση της Τζένης στην παράσταση «Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», δίπλα στην μεγάλη Κατίνα Παξινού.

      tzenikarezi.jpeg

      Οι ταινίες

        Αν και ο κινηματογράφος θα αναδείξει την Τζένη σε σταρ, προσφέροντας της δόξα, αναγνώριση, χρήματα, η ίδια δήλωνε πάντα την αγάπη της στη μαγεία του θεάτρου. Ωστόσο το 1955 θα κάνει το μεγάλο βήμα και θα πάρει τον πρώτο της κινηματογραφικό ρόλο σε μια κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου δίπλα στους Μίμη Φωτόπουλο και Βασίλη Αυλωνίτη. Ο λόγος για το «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο». Η επιτυχία της ταινίας οδηγεί πολύ γρήγορα τον Φιλοποίμενα Φίνο και τον Σακελλάριο σε μια συνέχεια της ιστορίας, γυρίζοντας (το πρώτο sequel του ελληνικού κινηματογράφου) το «Λατέρνα, Φτώχεια και Γαρύφαλλο».

        Θα γυρίσει συνολικά 33 ταινίες, άλλες με μικρή και άλλες με τεράστια επιτυχία, που την καθιερώνουν σε λαμπρό κινηματογραφικό αστέρι. Είναι εντυπωσιακό πως ενώ στον ελληνικό κινηματογράφο της εποχής η συντριπτική πλειοψηφία των ηθοποιών διαμορφώνουν μια συγκεκριμένη περσόνα μέσα από την οποία προβάλλονται, για την Τζένη Καρέζη θα λέγαμε πως δεν ισχύει απόλυτα αυτό. Η ίδια ισορροπεί ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αλλά ενδιαφέρουσες περσόνες για το κοινό, μια για τους κωμικούς και μια για τους δραματικούς χαρακτήρες, που στηρίζουν αρκετά στοιχεία τους στις θεατρικές καταβολές της ως ηθοποιού.

        Πέρα από τον Σακελάριο συνεργάστηκε μεταξύ άλλων με τον Γιάννη Δαλιανίδη, τον Ντίμη Δαδήρα, το Νίκο Φώσκολο, τον Ερρίκο Θαλάσσινο. Ξεχωρίζει σίγουρα στη φιλμογραφία της η συνεργασία της με τον Ντίνο Δημόπουλο σε επτά ταινίες αλλά και αυτή με τον Βασίλη Γεωργιάδη, από την οποία θα βγει μια από τις καλύτερες κινηματογραφικές της ερμηνείες (στα Κόκκινα Φανάρια). Από το σύνολο της φιλμογραφίας της ξεχωρίζουν οι ταινίες : το νεορεαλιστικής αισθητικής Η Λίμνη των Πόθων (1958), οι ρομαντικες κομεντί Ραντεβού στην Κέρκυρα (1960) και Κοροϊδάκι της Δεσποινίδος (1960), όπου ξεδιπλώνει με άνεση τις κωμικές αρετές της, Τα Κόκκινα Φανάρια (1963) και η Λόλα (1964), δύο δυνατοί δραματικοί ρόλοι με υπόβαθρο την παρακμιακή Αθήνα (Τρούμπα) της εποχής με τα Κόκκινα Φανάρια, το Δεσποινίς Διευθυντής (1964), Μια Τρελή Οικογένεια και Τζένη – Τζένη (1965) τρεις εύστοχες, κοινωνικές, ηθογραφικές, κωμωδίες για τα στερεότυπα των φύλων στον δημόσιο χώρο και τον ρόλο της πατριαρχικής οικογένειας στην αστική Ελλάδα του ’60, το ρομαντικό κοινωνικό δράμα Εκείνος και Εκείνη (1967) – ιδιαίτερη αλλά παρεξηγημένη ταινία από το κοινό ακόμη και σήμερα- και η τελευταία κινηματογραφική της εμφάνιση, η κινηματογραφική διασκεύη της αριστοφανικής Λυσιστράτη (1972) στην οποία εκφράζει με ανάλαφρο τρόπο τα προτάγματα του νεολαιϊστικου, πασιφιστικού, χίπικου (και αντιδικτατορικού) κινήματος της εποχής και στην οποία εκτός από τον ομώνυμο πρωταγωνιστικό ρόλο είχε και την ευθύνη της παραγωγής κερδίζοντας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το βραβείο καλύτερης (αρτιότερης) ταινίας.

        Τα τραγούδια

          Μέσα στο πλαίσιο της κινηματογραφικής της καριέρας – κυρίως – και φυσικά της θεατρικής η Τζένη Καρέζη θα ερμηνεύσει μια σειρά από τραγούδια για τις ανάγκες διαφόρων ρόλων. Η ίδια δεν επιδιώκει αυτή την διαφορετική προβολή, ούτε επιθυμεί πάντα να αναδείξει αυτή την την πτυχή. Κι αυτό γιατί δεν επιθυμούσε να «νοθεύει» την ηθοποιό με την τραγουδίστρια. Το κάνει όμως εφόσον το υπαγορεύει ο ρόλος της στις 70 θεατρικές παραστάσεις (1954-1991) και στις 33 κινηματογραφικές ταινίες (1955-1972) της.

          Με αφορμή αυτό το γεγονός σπουδαίοι συνθέτες, όπως οι: Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Σταύρος Ξαρχάκος, Μίμης Πλέσσας, Γιάννης Σπανός, Γιάννης Μαρκόπουλος, Κώστας Καπνίσης, Ζακ Ιακωβίδης, Τάκης Μωράκης, Αργύρης Κουνάδης, Θάνος Μικρούτσικος, Θόδωρος Αντωνίου, Σταμάτης Κραουνάκης, Ελένη Καραΐνδρου κ.ά. της γράφουν μια σειρά από υπέροχα τραγούδια.

          karezi.jpeg

          Αξίζει σίγουρα μια υπόμνηση σε κάποια από αυτά : Στο Νησί των Γενναίων(1959) ο Μάνος Χατζιδάκις της γράφει το Μην τον ρωτάς τον ουρανό. Στη Λόλα και στα Κόκκινα Φανάρια ο Σταύρος Ξαρχάκος γράφει το Δεν έχει αρχή (σε στίχους Βαγγέλη Γκούφα) και το Ούτε ένα ευχαριστώ (σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου). Για τις ανάγκες της γαλλικής ταινίας Μια Σφαίρα στην Καρδιά του Ζαν Ντανιέλ Πολέ ανάμεσα στα πέντε υπέροχα τραγούδια που ερμηνεύει βρίσκουμε τα Κουράστηκα να σε κρατώ, Πήρα τους δρόμους τ’ ουρανού σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Δημήτρη Χριστοδούλου, Τάσου Λειβαδίτη. Στη θεατρική Γειτονιά των Αγγέλων (που δεν έγινε επιτυχία αλλά μας μένει η μουσική και τα τραγούδια του Μίκη) βρίσκουμε το ντουέτο με το Νίκο Κούρκουλο Από το Παράθυρο σου σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Ι. Καμπανέλλη. Στο Μεγάλο μας Τσίρκο ο Σταύρος Ξαρχάκος σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη γράφει το υπέροχο ομότιτλο τραγούδι που η Τζένη ερμηνεύει μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη. Λίγο αργότερα στην παράσταση Εχθρός Λαός ο Μίκης Θεοδωράκης σε στίχους Ι. Καμπανέλλη της χαρίζει άλλο ένα υπέροχο τραγούδι, το Λαχτάρισα μια Χώρα, ενώ στην τελευταία παράσταση της ζωής της, τα Διαμάντια και Μπλουζ η Ελένη Καραϊνδρου σε στίχους Λούλας Αναγνωστάκη γράφει το Χάθηκα μέσα στη ζωή μου.

          Οι δύο γάμοι

            Η Τζένη έκανε στην προσωπική της ζωή δύο γάμους. Πριν από τους γάμους της υπήρξε μια από τις γοητευτικότερες γυναίκες του ελληνικού θεάτρου. Στον τύπο της εποχής γράφονται ιστορίες για διάφορα φλερτ. Γοητεύει και γοητεύεται. Ο Αλέν Ντελόν κατά το πέρασμα του από την Ελλάδα το 1960 σημειώνει πως η Τζένη «είναι από τις γυναίκες που θα μπορούσα να αγαπήσω μέσα σε μια στιγμή. Έχει δύο μάτια καταπληκτικά»! Η ίδια σε ένα ρεπορτάζ δεν κρύβει την αγάπη της για τον Ζεράρ Φιλίπ, τον οποίο θα έχει την χαρά να γνωρίσει όταν εκείνος θα επισκεφθεί την Αθήνα στο πλαίσιο μιας θεατρικής περιοδείας.

            Ο πρώτος γάμος της ήταν με τον μπον βιβέρ, εφοπλιστή, συγγραφέα και δημοσιογράφο Ζάχο Χατζηφωτίου. Ο γάμος τους το καλοκαίρι του 1962 αναδεικνύεται στο απόλυτο κοσμικό γεγονός εκείνης της χρονιάς. Οι διαφορές ωστόσο στην φιλοσοφία και τον τρόπο ζωής αλλά και στις επαγγελματικές προτεραιότητες τους τούς οδήγησαν γρήγορα στο διαζύγιο. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1966, με αφορμή τα γυρίσματα της ταινίας Κοντσέρτο για Πολυβόλα η Τζένη ερωτεύεται με τον συμπρωταγωνιστή της, Κώστα Καζάκο. Η σχέση τους επισημοποιείται το καλοκαίρι του 1968 με έναν γάμο χωρίς τις κοσμικές ακρότητες που είχε η προηγούμενη εμπειρία της με τον Ζ. Χατζηφωτίου. Ένα χρόνο αργότερα, τον Απρίλη του 1969, θα γεννήσει το γιό της, τον Κωνσταντίνο. Με τον Κώστα Καζάκο η Τζένη νιώθει πως βρίσκει την πραγματική αγάπη στη ζωή της: «Θα ήθελα να είχα γνωρίσει πιο πριν τον Κώστα. Να είχα κερδίσει τα χαμένα χρόνια. Τίποτα άλλο. Βλέπεις, εγώ σε όλη μου τη ζωή περίμενα τον Καζάκο. Δεν τον είχα βρει και περιπλανιόμουν», λέει σε μια συνέντευξη της.

            Η αγωνία του ηθοποιού πριν από το τρίτο κουδούνι

              Παρ’ ότι ο κινηματογράφος την ανέδειξε σε σταρ, η ίδια ήταν απόλυτα αφοσιωμένη στο θέατρο. Τον Οκτώβρη του 1954 κάνει την πρώτη της μεγάλη θεατρική εμφάνιση δίπλα στη Μελίνα Μερκούρη – που τότε μοιράζει τον χρόνο της μεταξύ του ελληνικού και γαλλικού θεάτρου – για να ακολουθήσει η μεγάλη ευκαιρία να παίξει Λόρκα (Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα) δίπλα στην Κατίνα Παξινού σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή. Την δεκαετία του ’60 αφήνει την «ασφάλεια» του Εθνικού Θεάτρου για δοκιμάσει τις δυνάμεις της στο ελεύθερο θέατρο. Η δημοφιλία της αλλά και το πληθωρικό ταλέντο της γρήγορα θα την αναδείξουν σε σπουδαία πρωταγωνίστρια και κατόπιν σε θιασάρχισσα. Κινείται ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα σύντομα όμως θα αποκαλύψει και μια νέα πτυχή, ενός πολιτικοποιημένου καλλιτέχνη, που σταθερά και δυναμικά θέλει να εκφράσει μέσα από το έργο του την ανησυχία του για τα πολιτικά και κοινωνικά πεπραγμένα της εποχής του.

              Από την πρώτη θιασαρχική της περίοδο (της δεκαετίας του ’60) αξίζουν αναφοράς το Κουτό Κορίτσι, Η Γειτονιά των Αγγέλων και Βίβα Ασπασία (όλα πρωτότυπα έργα του Ι. Καμπανέλλη) αλλά και οι ηθογραφικές κωμωδίες των Γιαλαμά – Πρετεντέρη Δεσποινίς Διευθυντής, Ένας ππότης για Βασούλα, που κατόπιν της θεατρικής επιτυχίας τους διασκεύαστηκαν άμεσα για τον κινηματογράφο, πάντα με την Τζένη πρωταγωνίστρια. Ίσως μια από τις πλέον σημαντικές στιγμές της θεατρικά να είναι το ανέβασμα, το 1973, του έργου που της έγραψε ο Ιάκωβος Καμπανέλης, το Μεγάλο μας Τσίρκο. Η παράσταση είχε έντονα αντιχουντικά μηνύματα, έπιασε τον παλμό της φοιτητικής νεολαίας της εποχής (λίγο πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου) και κάποια στιγμή οδήγησε την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο στη φυλακή. Πάνω από 500 χιλιάδες θεατές είδαν το Μεγάλο μας Τσίρκο (στην Θεσσαλονίκη μάλιστα δεν ανέβηκε σε κάποιο θέατρο αλλά στο Παλέ ντε Σπορ, το οποίο κάθε βράδυ γέμιζε και χειροκροτούνταν θερμά από τους θεατές) αναδεικνύοντας την παράσταση σε μείζον πολιτικό γεγονός.

              Μεταπολιτευτικά η σπουδαία πρωταγωνίστρια βρίσκεται πλέον στην πιο ώριμη φάση της και αναμετριέται με σπουδαίους ρόλους ανεβάζοντας παραστάσεις με τεράστια επιτυχία ενώ συνεργάζεται με σημαντικούς σκηνοθέτες: με τον Ζυλ Ντασέν συνεργάζονται στο Ποιος Φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ, στην Έντα Γκάμπλερ συναντά τον Μίνωα Βολανάκη, εμφανίζεται στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο με τη Μήδεια του Ευριπίδη, συνεργάζεται με τον σπουδαίο Ρώσο σκηνοθέτη Ρόμπερτ Στούρουα (διευθυντή τότε του Θεάτρου της Μόσχας) στην Ηλέκτρα και τον Όλεγκ Εφραίμοφ στον Βυσσινόκηπο για να φτάσει το 1990 στο κύκνειο άσμα της με το Διαμάντια και Μπλουζ της Λούλας Αναγνωστάκη σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου.

              Τζένη vs Αλίκη

                Στο ιδιότυπο star system που χτίστηκε μεταπολεμικά στην Ελλάδα αυτό υπήρξε ένα δίπολο έντονων συγκρίσεων και συγκρούσεων. Οι ζωές τους ήταν περίπου παράλληλες γοητεύοντας το μεγάλο πλήθος με τις αρετές και το ταλέντο τους. Συμφοιτήτριες στη Σχολή του Εθνικού απογειώθηκαν στα αστέρια μέσα από την λαμπερή πορεία τους τόσο στο θέατρο, όσο και στον κινηματογράφο ενώ η τηλεοπτική τους παρουσία υπήρξε μικρή αλλά αξιοσημείωτη. Στην ουσία υπήρχαν κοινές συνισταμένες αλλά και ουσιώδεις διαφορές μεταξύ τους σε ότι αφορά τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις, τις προτεραιότητες, την επιλογή των ρόλων, τον ψυχισμό τους. Ωστόσο αυτό δεν απέτρεψε διαχρονικά τους και τις φαν τους σε ατέρμονες συζητήσεις και διαξιφισμούς για το ποια ήταν η καλύτερη.

                Είναι σαφές ότι δεν υπήρξε ποτέ ουσιαστική κόντρα μεταξύ τους. Αυτά ήταν δημιουργήματα της νεανικής ανασφάλειας που μπορεί να έχει ο κάθε καλλιτέχνης στην αρχή της καριέρας του αλλά κυρίως του Τύπου της εποχής και της μικρής κινηματογραφικής φάμπρικας, που φτιάχτηκε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Αντιθέτως η αλληλοεκτίμηση που υπήρχε και από τη μία και από την άλλη ήταν ξεκάθαρη: «Ομολογώ ότι ποτέ δεν θεώρησα την Αλίκη αντίπαλο στον επαγγελματικό τομέα. Από τη Σχολή, μάλιστα, είμαστε φίλες. Πιστεύω ότι είμαστε εντελώς διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας. Το μόνο κοινό σημείο με την Αλίκη είναι ότι χρονικά κάναμε παράλληλες καριέρες», έλεγε η Τζένη Καρέζη σε μια συνέντευξη της για να συμπληρώσει η Αλίκη Βουγιουκλάκη σε μια δική της συνέντευξη λίγο μετά τον θάνατο της Τζένης «Τέτοια πλάσματα γεννιούνται μια φορά και δεν πεθαίνουν ποτέ! Ήμασταν δυο βίοι παράλληλοι, από μικρές μαζί και δίπλα η μία στην άλλη. Η Τζένη Καρέζη σφράγισε το ελληνικό θέατρο και τον κινηματογράφο με τη μοναδική της λάμψη. Αναμφισβήτητα, ήταν καλύτερη ηθοποιός από μένα. Η υπερηφάνεια, η μαγεία, το ήθος και η λάμψη της θ’ αστράφτουν για πάντα».

                Η Τζένη φεύγει…

                  Χειμώνας του 1989. Η Τζένη παίζει στο θέατρο τον Βυσσινόκηπο με αρκετή επιτυχία. Όμως τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια της ασθένειας κάνουν την εμφάνιση τους. Η παράσταση κατεβαίνει και η Τζένη ταξιδεύει στο Λονδίνο για εξετάσεις. Η διάγνωση του καρκίνου είναι σαφής. Χειρουργείται και ακολουθεί μια περίοδος ανάρρωσης. Η Τζένη δεν το βάζει κάτω. Σχεδιάζει τα επόμενα θεατρικά της βήματα ενώ παράλληλα ετοιμάζει άλλη μια τηλεοπτική εμφάνιση σε τηλεοπτική σειρά, μια σειρά εποχής που εξελίσσεται στα χρόνια της Κατοχής. Τίτλος της Μαύρη Χρυσαλλίδα. Το σενάριο το υπογράφει η ίδια. Στο θέατρο ανεβάζει το Διαμάντια και Μπλουζ της Λούλας Αναγνωστάκη. Οι κριτικές είναι ενθουσιώδεις. Όμως η αρρώστια της εμφανίζεται και πάλι, την καταβάλλει. Θα παλέψει με όλες τις δυνάμεις για την υπερβεί. Στις 26 Ιουλίου 1992, μετά από νοσηλεία στο Γενικό Κρατικό η Τζένη φεύγει για πάντα.

                  Η Τζένη στο σήμερα

                    Έχουν περάσει 30 χρόνια από τότε που έφυγε η Τζένη για το μεγάλο ταξίδι. Η θύμηση της ωστόσο μένει αναλλοίωτη στο πέρας του χρόνου. Στην εποχή των social media το πρόσωπο της κατορθώνει να βρίσκεται αρκετές φορές στην επικαιρότητα ως trend, ως meme, ως εικόνα, ως ατάκα, ως πράξη πάντα με μια γλυκιά ενθύμηση στο θεατρικό και (κυρίως) στο κινηματογραφικό της έργο. Οι ταινίες της παίζονται ξανά και ξανά στην μικρή οθόνη, οι δίσκοι με τις μουσικές και τα τραγούδια από το σύνολο της εργογραφίας της σε θέατρο και σινεμά βρίσκουν πάντα μια αφορμή για να βρίσκονται στην ραδιοφωνική (και όχι μόνο) επικαιρότητα. Το αγαπημένο της θέατρο, με το όνομα της πλέον, κοσμεί την Αθήνα φιλοξενώντας πλήθος παραστάσεων, ανάμεσα στις οποίες αρκετές με νέους καλλιτέχνες, όπως έκανε και η ίδια όταν έπαιζε, δίνοντας ευκαιρίες σε νέους ηθοποιούς.

                    Οι δημοκρατικοί αγώνες της δεν ξεχάστηκαν ποτέ, πολύ περισσότερο ο προσωπικός αγώνας που έδωσε προς το τέλος με την επάρατο νόσο. Λίγο μετά τον θάνατο της οι δικοί της άνθρωποι θα προχωρήσουν στην ίδρυση του «Ιδρύματος Τζένη Καρέζη», το οποίο έχει ως αποστολή την ανακουφιστική φροντίδα ασθενών που πάσχουν από καρκίνο και άλλες χρόνιες παθήσεις, μέσα από πολιτιστικές, εκδοτικές και ενημερωτικές δραστηριότητες και επιπλέον μέσω της στήριξης της Μονάδας Ανακουφιστικής Αγωγής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. 

                    Η Τζένη είναι πάντα εδώ.

                    Σχετικά Αρθρα
                    Σχετικά Αρθρα