Μπορεί να ξαναέρθει το μπάσκετ στο Βορρά;
Η μπασκετομάνα Θεσσαλονίκη μπορεί να ξαναφτάσει στην αίγλη των δεκαετιών του ΄80 και του ΄90; Τελευταία η ατμόσφαιρα θυμίζει κάτι τέτοιο
Η Θεσσαλονίκη χαρακτηρίζεται από πολλούς ως «μπασκετομάνα» και πολλοί θεωρούν ότι αυτό προέρχεται μονάχα από τον σπουδαίο Άρη της δεκαετίας του ΄80, τις θρυλικές μάχες με τον συμπολίτη ΠΑΟΚ και την εξαιρετική πραγματικά ομάδα που δημιούργησε μετέπειτα ο Δικέφαλος.
Μέχρι τις αρχές του ’90, πράγματι, το μπάσκετ ήταν στο Βορρά.
Οι μάχες του Άρη και του ΠΑΟΚ ήταν επικές, το Παλέ ντε σπορ ντυνόταν στα κιτρινόμαυρα, αλλά και στα ασπρόμαυρα, ταυτόχρονα (η κερκίδα μοιραζόταν στα δύο και απλά ένα σχοινί χώριζε τις δύο πλευρές, χωρίς να γίνονται επεισόδια, παρά οι συνηθισμένες αντεγκλήσεις), στο παρκέ του Αλεξανδρείου διεξήχθησαν παιχνίδια που άφησαν ιστορία, ματς που κρίθηκαν στο τελευταίο δευτερόλεπτο και έκριναν τίτλους.
Οι ευρωπαϊκές πορείες του Άρη στα τέλη της δεκαετίας του ’80 είχαν γίνει highlight όλης της Ελλάδας, όλοι έβλεπαν Άρη κάθε Πέμπτη, έκλειναν τα πάντα όταν έπαιζε ο Νίκος Γκάλης, ο Παναγιώτης Γιαννάκης και τα άλλα παιδιά. Δυστυχώς για το ελληνικό μπάσκετ και τον Άρη, εκείνη η ομάδα του Γιάννη Ιωαννίδη δεν μπόρεσε να πάρει και έναν ευρωπαϊκό τίτλο (πρωταθλητριών).
Ίσως αν είχε έναν καλύτερο ξένο, όπως πολλοί έχουν πει. Βέβαια, ήταν και άλλα τα δεδομένα στο μπάσκετ, γενικότερα.
Ήταν όμως για τη Θεσσαλονίκη κάτι παραπάνω από κάποιοι αγώνες. Ήταν ατραξιόν. Ήταν ένα κοινωνικό θέμα, όχι απλά αθλητισμός.
«Χάναμε και δεν μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε στην πόλη. Όλη την εβδομάδα περπατούσαμε με σκυμμένα κεφάλια», έχουν πει αθλητές που έχουν φορέσει τη φανέλα των δύο ομάδων.
Η πόλη, η χώρα, ασχολούνταν με αυτά τα ντέρμπι, μέρες, εβδομάδες.
Μέσα από τον ανταγωνισμό με τον ΠΑΟΚ πραγματικά είδαμε σπουδαίες ομάδες και από το Δικέφαλο, με προεξάρχουσα αυτή των αρχών του ΄90, με Μπάνε Πρέλεβιτς, Τζον Κόρφα, Νίκο Μπουντούρη, Ζόραν Σάβιτς, Γουόλτερ Μπέρι, του ΝΒΑερ Κλιφ Λέβινγκστον, με την παράδοση που είχε δημιουργήσει, αγωνιζόμενος και στις δύο ομάδες, ο Μάικ Τζόουνς, το «μωρό του ελαφιού».

Υπήρξε φυσικά και ο Παναγιώτης Φασούλας, που εν συνεχεία κατηφόρισε στον Πειραιά, παρέα με τον Γιάννη Ιωαννίδη, όταν πια φαινόταν ότι η μπογιά του θεσσαλονικιώτικου μπάσκετ άρχισε να ξεθωριάζει.
Αυτό βέβαια συνδυάστηκε με την οικονομική δύναμη των ομάδων της Αθήνας, τις επενδύσεις των οικογενειών Κόκκαλη και Γιαννακόπουλου και την παράλληλη παρακμή των οικονομικών παραγόντων της Θεσσαλονίκης. Ούτε Μιχαηλίδης, ούτε Βεζυρτζής μπορούσαν πια να ανταγωνιστούν τα μεγέθη.
Θα ήταν παράλειψη φυσικά να μην αναφερθεί και η τρομερή ομάδα του Ηρακλή στα μέσα της δεκαετίας του ΄90, με Ζντοβτς, Μπέρι, Κακιούση κλπ, που έφτασε μέχρι Ευρωλίγκα, αλλά και η μετέπειτα φουρνιά με Διαμαντίδη, Χατζηβρέττα (που διαθέτει την καλύτερη ακαδημία μπάσκετ), Λάζαρο Παπαδόπουλο, Σχορτσιανίτη.

Ακόμη και στο γυναικείο έρχονταν επιτυχίες, με τον Απόλλωνα Καλαμαριάς να στέφεται πρωταθλητής, αλλά και να βγάζει από τα σπλάχνα του έναν εκ των κορυφαίων προπονητών σήμερα στην Ευρώπη, τον Γιάννη Σφαιρόπουλο.
Υπήρξαν βέβαια και στη συνέχεια επιτυχίες για τις ομάδες της πόλης. Ευρωπαϊκοί τίτλοι, τα Κόρατς για ΠΑΟΚ και Άρη, όμως ήταν εμφανές πως η Θεσσαλονίκη δεν είναι πια πρωταγωνίστρια κι αυτό φάνηκε από τη μεγάλη πτώση κυρίως τα τελευταία 20 χρόνια, με ελάχιστες εκλάμψεις.
Η Θεσσαλονίκη ξέχασε το μπασκετικό της DNA το οποίο, όπως αναφέραμε και στον πρόλογο, δεν βασίζεται μονάχα στις μάχες του 80 και του 90, αλλά στο ότι αυτή η πόλη είναι η πραγματική κοιτίδα του αθλήματος στην Ελλάδα.
Η ΧΑΝΘ
Ήταν η ΧΑΝΘ που το έφερε στη Θεσσαλονίκη, από τα μέσα του 1910 (επίσημα από το 1919). Τότε δύο καρέκλες, που τις στερέωσαν ανάποδα σε δύο τοίχους και μία μπάλα ποδοσφαίρου, αρκούσαν για να παιχτεί ο πρώτος αγώνας μπάσκετ.
Ήταν αυτή που φρόντισε να διαδοθεί το άθλημα στα σχολεία και στους συλλόγους, ενώ συγχρόνως άρχισε να διοργανώνει και αγώνες.
Η πρώτη μπάλα ήρθε από στελέχη της ΧΑΝΘ που είχαν πάει στις ΗΠΑ. Οι πρώτοι αυτοσχέδιοι αγώνες έγιναν στο Πεδίο του Άρεως με «εξώραφες» μπάλες ποδοσφαίρου, οι οποίες αναπηδούσαν με δυσκολία.

Το 1923 ξεκίνησε η κατασκευή του πρώτου ανοιχτού γηπέδου μπάσκετ στην Ελλάδα, στον χώρο όπου στεγάζεται μέχρι σήμερα η ΧΑΝΘ.
Το 1924, ο Λιούης Ρης ανέλαβε την επίσημη διδασκαλία και διάδοση των κανονισμών. Από τα «σπλάχνα» της ΧΑΝΘ βγήκαν οι πρώτοι μεγάλοι παίκτες, διαιτητές και προπονητές που μετέδωσαν το μικρόβιο του μπάσκετ σε όλη την επικράτεια.
Συμεών Μαυροσκούφης, Μίμης Τσικίνας, Τάκης Ταλιαδώρος, Λάκης Τσάβας.
Δημιουργήθηκε η Ε.ΚΑ.Σ.Θ., ενώ ο σύλλογος Μακαμπή Θεσσαλονίκης έφεραν μια άλλη κουλτούρα και βοήθησαν στη γρήγορη εξάπλωση του αθλήματος.
Η μπασκετομάνα
«Παρακολουθώ μπάσκετ από το 1953-1954, Άρης, ΠΑΟΚ και Ηρακλής ήταν διαμορφωμένοι. Το μπάσκετ της Θεσσαλονίκης, συνέχισε να μεγαλουργεί, ώσπου άλλαξαν τα οικονομικά με τις ομάδες της Αθήνας. Αυτό δε σταμάτησε το πολύ μεγάλο ενδιαφέρον του κόσμου. Το 1966, όταν έγινε το Παλέ Ντε Σπορ, τα Σαββατοκύριακα σε δύο και τρία ματς, το γήπεδο ήταν γεμάτο! Η Θεσσαλονίκη έχει δώσει διαχρονικά στο μπάσκετ της Ελλάδας πάρα πολλά. Το «μπασκετομάνα» δεν το βγάλαμε εμείς! Οι Αθηναίοι το έβγαλαν!», έχει αφηγηθεί ο Τσάβας.
Μια βόλτα στο μουσείο της ΧΑΝΘ αποδεικνύει του λόγου το αληθές.
Και μιας και λέμε ΧΑΝΘ, ας αναφέρουμε το μεγάλο Νίκο Ζήση.
Ήταν τέλη δεκαετίας του ΄90 όταν στην πόλη ακουγόταν ήδη πολύ το όνομά του. Πηγαίνοντας να δω σε ένα παιχνίδι έναν φίλο μου, τον βλέπω να βάζει ως συνήθως, 40 πόντους. Η Θεσσαλονίκη έβγαλε ένα ατόφιο ταλέντο που είναι γνωστό πόσο μεγάλη καριέρα έκανε και πόσο ηθικός χαρακτήρας είναι.
Έλαχε λοιπόν στο Νίκο να αναλάβει ένα μέρος του φορτίου, ώστε το μπάσκετ να ξαναέρθει, κατά έναν τρόπο, στο Βορρά. Θα πείτε, είναι τα χρήματα και η επένδυση του Σιάο. Σαφώς. Αλλά είναι και η μπασκετική προσωπικότητα του Ζήση.

Και το μέλλον προμηνύεται ευοίωνο.
Στον ΠΑΟΚ, επίσης, η εποχή Μυστακίδη φέρνει άνεμο αισιοδοξίας και μαζί τεράστιες προοπτικές, με προπονητή επίσης μια σημαντική προσωπικότητα, νέο προπονητικό κέντρο και σκέψεις ακόμη και Ευρωλίγκας.
Το μπάτζετ ανεβαίνει κατακόρυφα, οι μεταγραφές κάνουν αίσθηση και δημιουργείται αυτό το αίσθημα που θυμίζει το 80 και το 90. Ένας ανταγωνισμός, που μόνο καλό μπορεί να κάνει στην πόλη, συνυπολογίζοντας και την διαρκή ανάπτυξη του Ηρακλή, που φέτος είχε την πιο δυνατή έδρα στο πρωτάθλημα.
Ας κοιτάξουμε επιτέλους λίγο πιο πέρα από τη μύτη μας, ας αποτινάξουμε τη μιζέρια κι ας δούμε όλοι ότι ναι, κάτι αλλάζει στη Θεσσαλονίκη και αυτό το φέρνει το μπάσκετ.
Δεν ξέρω, αλλά κάτι μου αρέσει πολύ με όλο αυτό που γίνεται. Η έλευση του Αντετοκούνμπο στο Παλέ με το ευρηματικό σύνθημα που ακούστηκε από τους φίλους του Άρη, η συζήτηση για μεταγραφές υψηλού επιπέδου στον ΠΑΟΚ, η μετατόπιση του ενδιαφέροντος συνολικά προς τη Θεσσαλονίκη.
Δεν υποστηρίζει κανείς πως μπορεί να πάρει τα σκήπτρα από την Αθήνα, ωστόσο αναπτύσσει μια μεγάλη δυναμική που ξυπνά θύμησες και γεννά ελπίδες ότι το μπάσκετ μπορεί να επιστρέψει στο Βορρά.


