Η μακροζωία στην Ευρώπη και το βάρος της γήρανσης στην Ελλάδα
Πώς η αύξηση του προσδόκιμου ζωής στην Ευρώπη διαμορφώνει μια ήπειρο δύο ταχυτήτων και τι αποκαλύπτει το αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων για το δημογραφικό στην Ελλάδα
Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής στην Ευρώπη δεν φαίνεται να ακολουθεί ενιαία πορεία, όπως δείχνει μεγάλη έρευνα σε 450 περιφέρειες της δυτικής Ευρώπης. Σύμφωνα με τα στοιχεία ορισμένες περιοχές συνεχίζουν να καταγράφουν σταθερή πρόοδο, ενώ άλλες έχουν εισέλθει σε φάση στασιμότητας, διαμορφώνοντας μια ήπειρο «δύο ταχυτήτων» όσον αφορά το δημογραφικό πεδίο της μακροζωίας.
Σε αρκετές δυτικές χώρες, τα περιθώρια βελτίωσης του προσδόκιμου ζωής έχουν αρχίσει να περιορίζονται δραστικά
Στο φόντο αυτής της εικόνας, χώρες όπως η Ελλάδα αντιμετωπίζουν μια διαφορετική αλλά κρίσιμη πρόκληση: τη γήρανση του πληθυσμού όχι μόνο επειδή ζούμε περισσότερο, αλλά επειδή γεννιούνται ολοένα και λιγότερα παιδιά. Σύμφωνα με τις πρόσφατες προβολές των Ηνωμένων Εθνών (2024) και της Eurostat (EUROPOP-2023) για την περίοδο 2025-2050, διαπιστώνεται μια σύγκλιση στην εκτίμηση ότι το αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων στην Ελλάδα είναι μη αναστρέψιμο.
Στον αντίποδα, εδώ και περισσότερο από ενάμιση αιώνα, το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται σταθερά στις πλουσιότερες χώρες, σε συνάρτηση με τη μείωση των λοιμωδών νοσημάτων και τις εξελίξεις στον τομέα των καρδιαγγειακών παθήσεων. Ωστόσο, σε αρκετές δυτικές χώρες, τα περιθώρια βελτίωσης του προσδόκιμου ζωής έχουν αρχίσει να περιορίζονται δραστικά. Για ορισμένους ερευνητές αυτό αποτελεί ένδειξη πως πλησιάζουμε σε ένα «βιολογικό όριο της ανθρώπινης μακροζωίας».
Η έρευνα
Πρόσφατη έρευνα του The Conversation για το θέμα, η οποία δημοσιεύτηκε στο Nature Communications, αναδεικνύει τις έντονες περιφερειακές διαφοροποιήσεις πίσω από το μέσο προσδόκιμο ζωής κάθε χώρας. Αναλύοντας δεδομένα της περιόδου 1992 – 2019, η έρευνα επικεντρώνεται σε 450 περιφέρειες της δυτικής Ευρώπης, που συνολικά αριθμούν σχεδόν 400 εκατομμύρια κατοίκους.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα όρια της ανθρώπινης μακροζωίας δεν φαίνεται να έχουν ακόμα εξαντληθεί καθώς το 2019 στις – ενδεικτικές – περιφέρειες (οι οποίες αποτυπώνονται με μπλε χρώμα στο σχετικό διάγραμμα) που περιλαμβάνουν περιοχές της βόρειας Ιταλίας, της Ελβετίας και ορισμένες ισπανικές επαρχίες δεν διαπιστώνεται επιβράδυνση της προόδου. Οι περιοχές αυτές εξακολουθούν να καταγράφουν αύξηση του προσδόκιμου για άνδρες και γυναίκες, με ρυθμούς αντίστοιχους εκείνων των προηγούμενων δεκαετιών.

Το δεύτερο σημαντικό εύρημα έχει να κάνει με την αυξανόμενη περιφερειακή απόκλιση από τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, οι περιοχές αυτές κατέγραφαν ταχείες βελτιώσεις στο προσδόκιμο ζωής. Η πρόοδος ήταν εκεί ταχύτερη από οπουδήποτε αλλού, οδηγώντας σε σύγκλιση των περιφερειακών διαφορών στο προσδόκιμο ζωής σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Αυτή η «χρυσή περίοδος», που χαρακτηρίστηκε από τη ραγδαία αύξηση του προσδόκιμου ζωής και τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, έφτασε στο τέλος της γύρω στο 2005. Στις πιο επιβαρυμένες περιφέρειες – όπως η ανατολική Γερμανία, η Βαλλονία στο Βέλγιο ή ορισμένες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου – τα κέρδη στο προσδόκιμο ζωής μειώθηκαν αισθητά, φτάνοντας σχεδόν σε στασιμότητα.
Πλέον από τη μία πλευρά βρίσκονται οι «πρωτοποριακές» περιφέρειες που συνεχίζουν να καταγράφουν πρόοδο στο θέμα της μακροζωίας και από την άλλη οι περιφέρειες που υστερούν, όπου η δυναμική εξαντλείται ή ακόμα και αντιστρέφεται. Πρόκειται για μια περιφερειακή απόκλιση που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη σύγκλιση της δεκαετίας του 1990.
Πού οφείλεται αυτή η μεταστροφή; Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η περιφερειακή απόκλιση δεν εξηγείται ούτε από αύξηση της βρεφικής θνησιμότητας (η οποία παραμένει εξαιρετικά χαμηλή), ούτε από αύξηση της θνησιμότητας στις ηλικίες άνω των 75 ετών (η οποία συνεχίζει να μειώνεται παντού). Αντίθετα, προκύπτει κυρίως από τη θνησιμότητα γύρω στα 65 έτη.

Τη δεκαετία του 1990, η θνησιμότητα σε αυτές τις ηλικίες μειωνόταν ταχύτατα, χάρη στην ευρύτερη πρόσβαση σε καρδιαγγειακές θεραπείες και στις αλλαγές σε συμπεριφορές υψηλού κινδύνου. Από τις αρχές όμως της δεκαετίας του 2000, η βελτίωση αυτή επιβραδύνθηκε.
Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στις γυναίκες που ζουν στις μεσογειακές παράκτιες περιοχές της Γαλλίας (οι οποίες αποτυπώνονται με ανοιχτό ροζ), καθώς και στο μεγαλύτερο μέρος της Γερμανίας. Μια στασιμότητα ή αύξηση της θνησιμότητας μεταξύ 55 και 74 ετών αρκεί για να ανακοπεί η συνολική ανοδική τάση.
Παρότι η μελέτη δεν επιτρέπει τον ακριβή εντοπισμό των αιτίων αυτής της ανησυχητικής εξέλιξης, πρόσφατα επιστημονικά δεδομένα προσφέρουν ορισμένες ενδείξεις, όπως συμπεριφορές υψηλού κινδύνου – όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η κακή διατροφή και η έλλειψη σωματικής άσκησης – οι οποίες εκδηλώνονται κυρίως σε αυτές τις ηλικίες.
Παράλληλα, η οικονομική κρίση του 2008 ενίσχυσε τις περιφερειακές ανισότητες στην Ευρώπη. Ορισμένες περιοχές επλήγησαν μακροχρόνια, με επιδείνωση της υγείας των πληθυσμών τους, ενώ άλλες κατέγραψαν περαιτέρω πρόοδο, ιδίως εκεί όπου συγκεντρώνεται υψηλής ειδίκευσης απασχόληση. Τα στοιχεία αυτά υπενθυμίζουν ότι η μακροζωία δεν εξαρτάται μόνο από τις ιατρικές εξελίξεις, αλλά και από κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες.
Η έρευνα καταλήγει σε ένα διττό μήνυμα. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής είναι εφικτή, όπως αποδεικνύουν οι ευρωπαϊκές «πρωταθλήτριες», ωστόσο αυτή η εξέλιξη δεν αφορά το σύνολο της Ευρώπης. Εδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια, ένα μέρος της ηπείρου μένει πίσω, κυρίως λόγω της αύξησης της θνησιμότητας γύρω στα 65 έτη.
Οι πρόσφατες τάσεις δείχνουν ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ένα σύστημα δύο ταχυτήτων: μια μειοψηφία περιοχών που συνεχίζει να διευρύνει τα όρια της μακροζωίας και μια πλειονότητα όπου τα «κέρδη» εξανεμίζονται.
Γήρανση και μακροζωία: Η ελληνική περίπτωση
Σε αυτό το ευρωπαϊκό τοπίο άνισης εξέλιξης όσον αφορά στη μακροζωία, η Ελλάδα δεν εντάσσεται εύκολα στους χάρτες που αποτυπώνουν τις «πρωταθλήτριες» περιφέρειες. Όχι επειδή οι Έλληνες δεν ζουν περισσότερο, αλλά επειδή η χώρα αντιμετωπίζει μια διαφορετική δημογραφική πρόκληση: ταχεία γήρανση του πληθυσμού λόγω της κατάρρευσης των γεννήσεων και της διαρκούς απώλειας πληθυσμού.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι έως το 2060 σχεδόν ένας στους τρεις Έλληνες θα είναι άνω των 65 ετών, την ώρα που οι γεννήσεις καταγράφουν ιστορικά χαμηλά, μετατοπίζοντας το βάρος της δημογραφικής κρίσης από τη διάρκεια ζωής στη δομή του πληθυσμού.
Στη χώρα μας από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 οι θάνατοι είναι σταθερά περισσότεροι από τις γεννήσεις και, σύμφωνα με τους ειδικούς, έτσι θα συνεχίσουν τις επόμενες δεκαετίες ακόμα και αν η πτωτική πορεία των γεννήσεων ανακοπεί. Το προηγούμενο έτος καταγράφηκαν οι λιγότερες γεννήσεις στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, από το 1932.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Eurostat, ο πληθυσμός της χώρας μας αναμένεται να μειωθεί κατά 14% μέχρι το 2050 και να φτάσουμε τα 7,3 εκατομμύρια έως το 2100. Τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν στα τέλη του 2025 για το 2024, ο μόνιμος πληθυσμός της Ελλάδας την 1η Ιανουαρίου 2025 εκτιμήθηκε σε 10.372.335 άτομα, παρουσιάζοντας οριακή μείωση. Την πτώση αυτή συγκράτησε εν μέρει η θετική καθαρή μετανάστευση (περισσότερες είσοδοι από εξόδους στη χώρα).
Σε μια Ευρώπη όπου η μακροζωία εξελίσσεται με άνισους ρυθμούς, η ελληνική περίπτωση δείχνει ότι το δημογραφικό δεν αφορά μόνο το πόσο αυξάνεται το προσδόκιμο ζωής, αλλά κυρίως το πώς μετατοπίζεται το βάρος προς τις μεγαλύτερες ηλικίες. Η πρόκληση των επόμενων δεκαετιών δεν θα είναι μόνο η αντιστροφή της υπογεννητικότητας, αλλά η διασφάλιση ότι μια κοινωνία που γερνά θα μπορεί να παραμένει λειτουργική, υγιής και βιώσιμη — οικονομικά και κοινωνικά.
Πηγή: in.gr / Ιωάννα Κουμπαρέλη



