Ο Τραμπ επιτίθεται στο μεγαλύτερο ίδρυμα πολιτισμού στον κόσμο
Ο πρόεδρος έχει δεσμευτεί να εξαφανίσει το «woke» στην δεύτερη θητεία του και ο αξιότιμος πολιτιστικός θεσμός λίγα μέτρα από τον Λευκό Οίκο βρίσκεται στο στόχαστρό του
Στις 30 Μάϊου 2025 η Kim Sajet δούλευε στο γραφείο της στην επιβλητικά ανοιγμένη με στοές εθνική πινακοθήκη στην Ουάσιγκτον.
Η πινακοθήκη είναι ένας από τους σημαντικότερους κλάδους του ιδρύματος Smithsonian, του συγκροτήματος των εθνικών μουσείων, που για σχεδόν 200 χρόνια έχει αφηγηθεί την ιστορία των ΗΠΑ. Η σουίτα της διευθύντριας, αρκετά μεγάλη για να φιλοξενήσει ένα μικρό πάρτι, διαθέτει μια μεγαλοπρέπεια που αρμόζει στον ρόλο του μουσείου ως φύλακα των πορτρέτων των πιο σημαντικών ιστορικών προσωπικοτήτων των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η Sajet εργαζόταν κάτω από το βλέμμα έργων τέχνης από την συλλογή, συμπεριλαμβανομένου ενός εντυπωσιακού πίνακα του 1952 της Mary Mills, μιας Αφροαμερικανίδας νοσοκόμας με στρατιωτική στολή και ενός μπρούτζινου κεφαλιού της τραγουδίστριας τζαζ και μπλουζ Ethel Waters.
Φαινόταν σαν μια συνηθισμένη Παρασκευή. Μέχρι που ένας ανήσυχος συνάδελφος μπήκε για να πει στην Sajet ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών την είχε καταδικάσει προσωπικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
«Με βάση το αίτημα και την σύσταση πολλών ανθρώπων, τερματίζω τη θέση της Kim Sajet ως Διευθύντριας της εθνικής πινακοθήκης», είχε δημοσιεύσει ο Ντόναλντ Τραμπ.
Σύμφωνα με την δημοσίευση, η Sajet ήταν “ένα άτομο με έντονη κομματική προτίμηση” και “ισχυρή υποστηρίκτρια” των προγραμμάτων ποικιλομορφίας και ένταξης, τα οποία, με διάταγμα την ημέρα της ορκωμοσίας του, στις 20 Ιανουαρίου, είχε εξαλείψει από τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες. “Η αντικατάστασή της θα ανακοινωθεί σύντομα” συνέχιζε το μήνυμα. “Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας σε αυτό το ζήτημα!”
Η Sajet είναι Ολλανδή ιστορικός τέχνης, μεγαλωμένη στην Αυστραλία, η οποία είναι κοντά στα 60. Έχει πλατινένια ξανθά μαλλιά και φοράει κοστούμια με παντελόνι σε φωτεινά χρώματα και εντυπωσιακά γυαλιά. Ο τρόπος της είναι θερμός και ανοιχτός, αλλά ταυτόχρονα εκπέμπει μια αίσθηση επαγγελματικού ελέγχου. Όταν συναντηθήκαμε το φθινόπωρο του 2025, φαινόταν τόσο αποφασισμένη να μην πει τίποτα αμφιλεγόμενο, που δυσκολεύτηκα να πιστέψω πως κάποιος θα μπορούσε να τη θεωρήσει ριζοσπαστική. Αφού απορρόφησε την ανάρτηση του Τραμπ, θυμήθηκε και κοίταξε τον αναστατωμένο συνάδελφό της, τον οποίο ρώτησε “είσαι εντάξει;”
“Ήταν ειλικρινά μια άλλη μέρα στο γραφείο” μου είπε η Sajet “πραγματικά, δεν νομίζω ότι οι άνθρωποι συνειδητοποιούν πως μόλις γίνεις διευθυντής στο Smithsonian, γίνεσαι δημόσιο πρόσωπο.” Στα 12 χρόνια που διαχειριζόταν το μουσείο, τα μέλη του Κογκρέσου αμφισβητούσαν συνεχώς τις εκθέσεις, είπε. Ένας δυσαρεστημένος ζωγράφος, του οποίου το πορτρέτο του Τραμπ αρνήθηκε να βάλει στην έκθεση -γιατί όπως είπε το έργο ήταν ανεπαρκούς ποιότητας- την είχε καταδιώξει δικαστικά για χρόνια.
Σίγουρα όμως, ρώτησα, ότι ο πρόεδρος την απέλυσε προσωπικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν κάτι άλλο;
Ανασήκωσε τους ώμους της, με ανέπαφη την σκληρή εξωτερική της επικάλυψη “νομίζω ότι όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι ζούμε σε ασυνήθιστους καιρούς” είπε.
Ίσως να ήταν μόνο ζήτημα χρόνου πριν ο Τραμπ στοχεύσει ένα ανώτερο στέλεχος του ιδρύματος Smithsonian.
Τον Φεβρουάριο είχε αυτοανακηρυχθεί, παρά το ότι δεν είχε καμία αρμοδιότητα να το κάνει, πρόεδρος του κέντρου Kennedy, του εθνικού κέντρου των ΗΠΑ για τις παραστατικές τέχνες, και υποσχέθηκε να τερματίσει τα προγράμματα “woke” -ένα προοίμιο, όπως αποδείχθηκε, για να μετονομάσει στην πραγματικότητα τον οργανισμό προς τιμήν του, με εργάτες να προσθέτουν το όνομά του, σε ελαφρώς ασύμμετρο τύπο, πάνω από εκείνο του Kennedy στην πρόσοψη του κτηρίου αυτά τα Χριστούγεννα. Στα εθνικά μουσεία υπήρχε κάποια ελπίδα ότι η προσοχή του στις τέχνες θα μπορούσε να μειωθεί. Μετά από όλα αυτά, το Smithsonian όπως και η εθνική πινακοθήκη τέχνης, ένα ξεχωριστό όργανο, είχαν προληπτικά κλείσει τα γραφεία ποικιλομορφίας τους λίγο μετά την εκτελεστική εντολή του Τραμπ, παρόλο που οι ίδιες δεν ήταν ομοσπονδιακές υπηρεσίες.
Αλλά στις 27 Μαρτίου, ένα εκτελεστικό διάταγμα δημοσιεύτηκε, ισχυριζόμενο ότι το Smithsonian “βρίσκεται πια υπό την επιρροή μιας διχαστικής, φυλετικά επικεντρωμένης ιδεολογίας που προωθούσε αφηγήσεις που παρουσιάζουν τις αμερικανικές και δυτικές αξίες ως εγγενώς βλαβερές και καταπιεστικές”. Το άτομο που ανέλαβε τη διαγραφή αυτής της “ακατάλληλης ιδεολογίας” μαζί με τον αντιπρόεδρο, JD Vance, ήταν η Lindsey Halligan, συνεργάτιδα του Τραμπ, περίπου 30 ετών, η οποία είχε προηγουμένως εργαστεί ως δικηγόρος ασφάλισης και δεν είχε καμία εμπειρία στις τέχνες. Το εκτελεστικό διάταγμα είχε τον τίτλο “αποκαθιστώντας την αλήθεια και την λογική στην αμερικανική ιστορία”.
Στις 30 Μαΐου, μόλις άκουσε για την δημοσίευση στο Truth Social, η Sajet μίλησε στο προϊστάμενό της, Lonnie Bunch III, γραμματέα του ιδρύματος Smithsonian, ο οποίος είχε προηγουμένως υπηρετήσει ως ιδρυτικός διευθυντής του εθνικού μουσείου αφροαμερικανικής ιστορίας και πολιτισμού. “Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών δεν έχει την δικαιοδοσία να απολύσει έναν διευθυντή του Smithsonian” θυμήθηκε η Sajet. Η εξουσία αυτή ανήκει στον ίδιο τον Bunch, υπό την επίβλεψη του διοικητικού συμβουλίου του Smithsonian, μιας παραδοσιακά μη κομματικής ομάδας που αποτελείται από μέλη του Κογκρέσου και μέλη του κοινού, καθώς και τον αντιπρόεδρο και τον ανώτατο δικαστή. “Εγώ απλώς θα συνεχίσω να δουλεύω” είπε η Sajet.
Ο Τραμπ ήθελε τα μουσεία να αντικατοπτρίζουν μια εθνικιστική όψη της αμερικάνικης ιστορίας
Την επόμενη εργάσιμη μέρα μετά την δημοσίευση του Τραμπ διεξήχθη έκτακτη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του Smithsonian. Μέχρι το τέλος της η Sajet είχε ακόμη την δουλειά της.
Μια βδομάδα αργότερα, υπήρξε μια δεύτερη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου. Στην συνέχεια, το Smithsonian εξέδωσε μια δήλωση επιβεβαιώνοντας ότι οι αποφάσεις για την πρόσληψη και την απόλυση ανήκουν στον Bunch (αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με άτομα που είναι εξοικειωμένα με τις συνεδριάσεις, ο αντιπρόεδρος Vance είχε προσωπικά ζητήσει την απομάκρυνση της Sajet).
Ως παραχώρηση προς την διοίκηση, το Smithsonian ανακοίνωσε ότι ο Bunch θα λάβει επίσης μέτρα για να εξασφαλίσει “αμερόληπτο περιεχόμενο” στα μουσεία και θα αναφέρεται στο διοικητικό συμβούλιο σχετικά με “οποιεσδήποτε αναγκαίες αλλαγές προσωπικού”.
Η Sajet παρέμεινε μακριά από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποφεύγοντας τα απειλητικά μηνύματα από την βάση του Trump, που οι φίλοι της της έλεγαν ότι συσσωρεύονταν. Αυτό διήρκεσε μέχρι την Πέμπτη 12 Ιουνίου. Στο τέλος αποφάσισε ότι θα έπρεπε να προσπαθήσει να εξουδετερώσει αυτό που φοβόταν πως δηλαδή θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια μεγαλύτερη, πιο σθεναρή επίθεση στο μουσείο.
Εν συντομία, ο πρόεδρος κατέληξε να αποκτήσει αυτό που ήθελε -να το κάνει χωρίς να έχει καθόλου εξουσία. Όσο για την υποτιθέμενη κομματική θέση της Sajet, την προσκόλλησή της στην απεχθής ιδεολογία της ποικιλομορφίας και της ένταξης; Η αποστολή της Sajet ήταν, μου είπε, να εξασφαλίσει ότι οι Αμερικάνοι θα μπορούσαν να δουν πορτραίτα ανθρώπων σαν κι αυτούς. Σταδιακά, φρόντισε να εκπροσωπούνται στους τοίχους του περισσότερες γυναίκες, περισσότερες μειονότητες, περισσότεροι μαύροι άνθρωποι. “Ήταν απλώς η αναγνώριση ότι άνθρωποι είχαν αποκλειστεί από την εθνική ιστορία, οπότε ας τους επαναφέρουμε” είπε “δεν ήταν ιδιαίτερα επαναστατικό”.
Σε μια ομαλή φιλελεύθερη δημοκρατία, είναι εύκολο να φανταστεί κανείς ότι οι τέχνες και ο πολιτισμός είναι περισπασμοί ακατάλληλοι για σοβαρή πολιτική προσοχή. Αλλά καθώς οι πολιτιστικοί πόλεμοι έχουν ενταθεί την τελευταία δεκαετία περίπου και καθώς η πολιτική έχει γίνει λιγότερο σταθερή σε όλο τον κόσμο, αυτή η άποψη έχει γίνει πιο δύσκολο να υποστηριχθεί. Σίγουρα δεν είναι μια άποψη που συμμερίζονται ο Trump και ο κύκλος του. Στις 19 Αυγούστου, ο πρόεδρος παρουσίασε την πληρέστερη μέχρι στιγμής διατύπωση της θέσης του. “Τα μουσεία στην Ουάσιγκτον αλλά και σε όλη την χώρα είναι” υποστήριξε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης “είναι το τελευταίο απομεινάρι του ‘WOKE'”
Συνέχισε “το Smithsonian βρίσκεται ΕΚΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ, όπου συζητιέται μόνο πόσο φρικτή είναι η χώρα μας, πόσο κακή ήταν η δουλεία και πόσα λίγα έχουν καταφέρει οι καταπιεσμένοι -τίποτα για επιτυχία, τίποτα για φωτεινότητα, τίποτα για το μέλλον.” Πρόσθεσε “Έχω δώσει οδηγίες στους δικηγόρους μου να εξετάσουν τα Μουσεία και να ξεκινήσουν τη διαδικασία ακριβώς όπως έγινε με τα κολλέγια και τα πανεπιστήμια, όπου έχει γίνει τεράστια πρόοδος.”
Για να χρησιμοποιήσει διαφορετική γλώσσα, ο Τραμπ ήθελε τα μουσεία να αντικατοπτρίζουν μια μεγάλη όψη της αμερικάνικης ιστορίας, που ήταν εθνικιστική και νικηφόρα και υποβάθμιζε την σκέψη για πιο σκοτεινές πτυχές του παρελθόντος της, συγκεκριμένα την ιστορία της δουλείας. Οι απόψεις του ήταν σε συμφωνία με τις άλλες, μικρότερες, εξορμήσεις του στον πολιτιστικό χώρο -η επιθυμία του, για παράδειγμα, να κατασκευάσει ένα θριαμβικό τόξο στην Ουάσιγκτον, ή ο προσωπικός του ρόλος στο να αποκλείει καλλιτέχνες που θεωρούνταν “woke” από το να γίνουν τιμώμενα πρόσωπα στο κέντρο Kennedy.
Ενώ η πρώτη θητεία της κυβέρνησης Τραμπ άφησε τα πολιτιστικά θέματα σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστα, στην δεύτερη θητεία του τα έχει καταστήσει προτεραιότητα. Μέσα από αγωγές και εκτελεστικές εντολές, απειλές και εκφοβισμό, η κυβέρνηση επιδιώκει να μετατοπίσει την χώρα προς τα δεξιά, μια απότομη και ακραία κλιμάκωση στην μακροχρόνια μάχη για τον έλεγχο της αφήγησης της αμερικανικής ιστορίας που δίνεται τόσο από τη δεξιά όσο και από την αριστερά. Για να το πετύχει, στοχεύει στους θεσμούς -πανεπιστήμια και μουσεία- που διαμορφώνουν την σκέψη και την φαντασία των ανθρώπων, την αίσθηση της ταυτότητάς τους. “Ο στόχος” όπως μου είπε ένας ηλικιωμένος υπάλληλος του Smithsonian “είναι να αναδιαμορφωθεί ολόκληρη η κουλτούρα των Ηνωμένων Πολιτειών από τα θεμέλια της.”
“Στο Trump 1.0 τα συστήματα που συγκρατούσαν τα πάντα ακόμα λειτουργούσαν” είπε ο Gus Casely-Hayford, πρώην διευθυντής του εθνικού μουσείου του Smithsonian για την αφρικάνικη τέχνη, τώρα στην V&A ανατολή του Λονδίνου. “Αλλά αυτά τα συστήματα δεν ενώθηκαν με τίποτα πιο ισχυρό από τον πολιτισμό, την πρακτική και την πίστη. Κανείς δεν πίστευε ότι κάποιος θα ξεκαθάριζε αυτό, αλλά πολλά από όσα κάνει το Smithsonian τείνουν προς το τι σημαίνει να είσαι Αμερικανός.” Και το τι σημαίνει να είσαι Αμερικανός φαίνεται ότι είναι ανοιχτό για όποιον θέλει όπως ποτέ άλλοτε.
Το ίδρυμα Smithsonian είναι ιδιαίτερα ευάλωτο απέναντι στον Τραμπ.
Ως μια συλλογή εθνικών μουσείων, με μέλη του κογκρέσου και τον αντιπρόεδρο στο διοικητικό συμβούλιο, βρίσκεται κοντά στα μεγάλα κέντρα εξουσίας στην Ουάσιγκτον. Κατέχει επίσης μια μοναδική θέση ανάμεσα στα μουσεία των ΗΠΑ, καθώς περίπου το 60% της χρηματοδότησής του προέρχεται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Ως εκ τούτου, ο στόχος της είναι να είναι πολιτικά αμερόληπτη, αν και κάθε ακόλουθος του BBC θα γνωρίζει ότι η αμεροληψία είναι ένας κινούμενος στόχος. Αυτή η ιδιαίτερη κατάσταση το βάζει σε σύγκριση με άλλα μεγάλα μουσεία της χώρας, όπως το Μητροπολιτικό Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στην Νέα Υόρκη, το Ίδρυμα Τέχνης στο Σικάγο, το Getty στο Λος Άντζελες -που χρηματοδοτούνται ιδιωτικά μέσω φιλανθρωπίας και κληροδοτημάτων και έτσι είναι σε κάποια απόσταση από την κυβέρνηση. Ο εκφοβισμός είναι ένα όπλο που μπορεί να χρησιμοποιήσει μια διοίκηση εναντίον του Smithsonian· η χρηματοδότηση είναι ένα άλλο. Ήδη, το Smithsonian αναμένει μείωση στον προϋπολογισμό 131,2 εκατομμυρίων δολαρίων το 2026.
Υπάρχει όμως ένα πιθανό όπλο που η διοίκηση Τραμπ θα μπορούσε να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει εναντίων των ιδιωτικών μουσείων. Πολλά από αυτά, μαζί με φιλανθρωπικά ιδρύματα και πανεπιστήμια, έχουν καθεστώς απαλλαγής από τη φορολογία, την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να απειλήσει να αφαιρέσει. Ο Glenn D Lowry, ο οποίος πρόσφατα συνταξιοδοτήθηκε από διευθυντής του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στην Νέα Υόρκη, μετά από 30 χρόνια, πιστεύει ότι αυτό πιθανώς έρχεται. “Θεωρητικά δεν μπορούν να το κάνουν” μου είπε ο Lowry “Αλλά η απλή απειλή λειτουργεί ως μορφή πίεσης. Τα ιδρύματα μπορεί να αρχίσουν να αυτολογοκρίνονται και αυτό είναι ένας πραγματικός κίνδυνος.”
Οι νεότερες εξελίξεις
Το Ίδρυμα Smithsonian βρίσκεται εκ νέου αντιμέτωπο με ευθεία πίεση από τον Λευκό Οίκο. Η κυβέρνηση έθεσε σαφές τελεσίγραφο: αν το ίδρυμα δεν παραδώσει έως σήμερα Τρίτη το σύνολο των εγγράφων που του έχουν ζητηθεί στο πλαίσιο εκτεταμένου ελέγχου του περιεχομένου και του προγραμματισμού του, ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπο με περικοπές στη χρηματοδότησή του, σύμφωνα με τους New York Times.
Η απαίτηση εντάσσεται στην ευρύτερη πολιτική της κυβέρνησης του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, η οποία από τον Μάρτιο έχει θέσει ως στόχο την «αποκατάσταση» μιας πιο θετικής αφήγησης για την αμερικανική ιστορία. Τότε υπογράφηκε το εκτελεστικό διάταγμα Restoring Truth and Sanity to American History (Επαναφέροντας την Αλήθεια και την Ασφάλεια στην Αμερικανική Ιστορία), που κατηγορεί το Smithsonian ότι προωθεί αφηγήσεις οι οποίες παρουσιάζουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και τις δυτικές αξίες ως εγγενώς καταπιεστικές.
Σε αυστηρή επιστολή της 18ης Δεκεμβρίου προς τον Γενικό Γραμματέα του Smithsonian, Λόνι Μπαντς, αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου σημειώνουν ότι το ίδρυμα έχει αποτύχει να τηρήσει τα χρονοδιαγράμματα και υπενθυμίζουν ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός του —περίπου 1 δισ. δολάρια— εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ομοσπονδιακά κονδύλια. Όπως τονίζεται, τα χρήματα αυτά είναι διαθέσιμα μόνο εφόσον δαπανώνται κατά τρόπο απολύτως σύμφωνο με το εκτελεστικό διάταγμα.
Ο Σάμιουελ Ρέντμαν, καθηγητής Ιστορίας στο University of Massachusetts Amherst, κάνει λόγο για «δραματική κλιμάκωση της πίεσης» προς ένα ίδρυμα που παραδοσιακά θεωρείται ανεξάρτητο από την εκτελεστική εξουσία, σύμφωνα με τους New York Times.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Πληροφορίες από άρθρο του The Guardian και του in.gr
