Το 93,6% του μηνιάτικου πάει στο ενοίκιο – Στη 2η θέση των αυξήσεων η Ελλάδα σε όλη την Ε.Ε

Με αύξηση 10,1% «έτρεξαν» τα ενοίκια στην Ελλάδα το 2025

Parallaxi
το-936-του-μηνιάτικου-πάει-στο-ενοίκιο-σ-1034419
Parallaxi

Με αύξηση 10,1% «έτρεξαν» τα ενοίκια στην Ελλάδα το 2025, με αποτέλεσμα η χώρα να βρεθεί στη δεύτερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση- μετά την Κροατία- στις ανατιμήσεις των μισθωμάτων, οδηγώντας σωρευτικά σε αύξηση τουλάχιστον 40% την τελευταία τριετία, οξύνοντας περαιτέρω το στεγαστικό πρόβλημα.

Μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), που βασίστηκε σε πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, αναφέρει ότι το τέταρτο τρίμηνο του 2025 οι τιμές κατοικιών στην Ε.Ε. των 27 αυξήθηκαν κατά 5,5% και τα ενοίκια κατά 3,2% σε ετήσια βάση.

Ωστόσο, στην περίπτωση της Ελλάδας υπάρχει έντονη απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επιβεβαιώνοντας ότι η εγχώρια αγορά ακινήτων χαρακτηρίζεται από εντονότερες διακυμάνσεις και δομικές αδυναμίες.

Η πορεία των ενοικίων στην Ελλάδα τα τελευταία 25 χρόνια είναι ενδεικτική αυτής της αστάθειας. Την περίοδο 2000–2011, τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά 53%, αντανακλώντας την οικονομική άνθηση και την εύκολη πρόσβαση σε δανεισμό.

Η χρηματοπιστωτική κρίση, ωστόσο, ανέτρεψε πλήρως την εικόνα: από το 2011 έως το 2018 τα ενοίκια κατέγραψαν πτώση 26%, καθώς η ανεργία εκτινάχθηκε και τα εισοδήματα συρρικνώθηκαν.

Ακολούθησε μια περίοδος στασιμότητας έως το 2021, πριν ξεκινήσει από το 2022 μια νέα, έντονα ανοδική φάση, που οδήγησε τα ενοίκια το 2025 πάνω από τα επίπεδα του 2010.

Ανάλογη, αλλά ακόμη πιο έντονη, ήταν η διακύμανση στις τιμές αγοράς κατοικιών. Όπως προκύπτει από στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος, η ελληνική αγορά γνώρισε σχεδόν διπλασιασμό τιμών την περίοδο 2000–2008, για να ακολουθήσει βαθιά πτώση έως το 2017.

Έκτοτε, η ανάκαμψη υπήρξε ραγδαία καθώς μόνο στην Αθήνα οι τιμές αυξήθηκαν κατά 86% την περίοδο 2017–2025, ξεπερνώντας πλέον τα προ κρίσης επίπεδα.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η γενική τάση δείχνει ότι οι τιμές αγοράς αυξάνονται ταχύτερα από τα ενοίκια. Από το 2005 έως το 2025, οι τιμές κατοικιών σχεδόν διπλασιάστηκαν, ενώ τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά περίπου 43%.

Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη συνεχιζόμενη ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η ζήτηση για στέγαση παραμένει ισχυρή.

Παρά ταύτα, το πιο ανησυχητικό στοιχείο για την Ελλάδα δεν είναι μόνο η αύξηση των τιμών, αλλά η επιβάρυνση των νοικοκυριών. Στην Αθήνα, το ενοίκιο για ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου αντιστοιχεί στο 70,2% του μέσου μηνιαίου εισοδήματος, ενώ για δύο υπνοδωμάτια φτάνει το 93,6%.

Τα αντίστοιχα ποσοστά στην ΕΕ είναι αισθητά χαμηλότερα, μεταξύ 31–34% και 46%, γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος της στεγαστικής πίεσης στην ελληνική πρωτεύουσα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σχέση των ενοικίων με τον πληθωρισμό. Ενώ κατά την περίοδο της κρίσης τα ενοίκια υποχωρούσαν, από το 2023 και μετά αυξάνονται με ρυθμούς που φτάνουν το 10% ετησίως, την ώρα που ο πληθωρισμός κινείται σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα. Η απόκλιση αυτή σημαίνει ότι η στέγαση γίνεται ολοένα και πιο ακριβή σε πραγματικούς όρους, επιβαρύνοντας κυρίως τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Οι αιτίες της κρίσης είναι πολλαπλές και αλληλένδετες. Η εκτόξευση της τουριστικής ζήτησης και η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων έχουν μειώσει δραστικά το διαθέσιμο απόθεμα κατοικιών. Την ίδια στιγμή, η δεκαετής κρίση περιόρισε την οικοδομική δραστηριότητα, αφήνοντας πίσω ένα σημαντικό κενό προσφοράς. Σε αυτό προστίθενται οι ξένες επενδύσεις στην αγορά ακινήτων και η αξιοποίηση προγραμμάτων όπως η «Χρυσή Βίζα», που ενισχύουν τη ζήτηση.

Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που ανακάμπτει μεν δυναμικά, αλλά χωρίς επαρκείς μηχανισμούς εξισορρόπησης.

Τα συμπεράσματα

Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ καταλήγει στα εξής συμπεράσματα:

*Στην ΕΕ-27 το 2025 οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5,5% και τα ενοίκια κατά 3,2%.

*Η Ελλάδα κατέγραψε το 2025 τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων στην ΕΕ (+10,1%), πίσω μόνο από την Κροατία (+17,6%). Ακολουθούν η Ουγγαρία (+9,8%), η Βουλγαρία (+9,6%) και η Ρουμανία (+8,2%). Στον αντίποδα, οι χαμηλότερες αυξήσεις καταγράφηκαν σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία και η Φινλανδία.

*Από το 2000 έως σήμερα τα ενοίκια στην Ελλάδα ακολούθησαν μια ιδιαίτερη πορεία: ταχεία άνοδο 2000–2011 (+53%), απότομη πτώση 2011–2018 (–26%), στασιμότητα 2018–2021 και εκ νέου έντονη ανοδική πορεία από το 2022, ξεπερνώντας το 2025 τα επίπεδα του 2010

*Οι τιμές αγοράς κατοικιών στην Ελλάδα ακολούθησαν ακόμα πιο έντονη πορεία: σχεδόν διπλασιασμός 2000–2008, βαθιά πτώση 2008– 2017 (–43% στην Αθήνα), και ταχεία ανάκαμψη 2017-2025 (+86% στην Αθήνα), ξεπερνώντας το 2025 τα επίπεδα του 2008.

*Η αναλογία ενοικίου προς μηνιαίο εισόδημα στην Αθήνα ανέρχεται στο 70,2% για διαμέρισμα με ένα υπνοδωμάτιο και 93,6% για δυο υπνοδωμάτια (2024), έναντι 31–34% και 46% αντίστοιχα για τον μέσο όρο της ΕΕ.

Πληθωρισμός: Επιστρέφει – Νέο crash test για νοικοκυριά

Με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Μάρτιο να ανακοινώνονται σήμερα, η αγορά προετοιμάζεται για το πρώτο καθαρό αποτύπωμα της νέας πληθωριστικής πίεσης. Οι ενδείξεις συγκλίνουν ότι η περίοδος αποκλιμάκωσης ολοκληρώνεται και ότι η οικονομία εισέρχεται σε μια φάση πιο επίμονου πληθωρισμού.

Το πρώτο σήμα έχει ήδη δοθεί. Η προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat τοποθετεί τον πληθωρισμό στην Ελλάδα στο 3,3% για τον Μάρτιο, επιβεβαιώνοντας την ανοδική στροφή από τα επίπεδα του 2,5%–2,7% των προηγούμενων μηνών. Η μεταβολή αυτή αποτυπώνει την επανεμφάνιση πιέσεων, με βασικό μοχλό την ενέργεια.

Οι διεθνείς τιμές ενέργειας, υπό την επίδραση των γεωπολιτικών εξελίξεων, επανέρχονται δυναμικά, μεταφέροντας αυξήσεις σε καύσιμα και ηλεκτρική ενέργεια. Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, είναι η διάχυση αυτών των πιέσεων. Εάν δηλαδή οι ανατιμήσεις στην ενέργεια θα περάσουν και πόσο γρήγορα σε υπηρεσίες, μεταφορές και βασικά αγαθά, δημιουργώντας ένα δεύτερο, πιο επίμονο κύμα πληθωρισμού.

Η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει υψηλότερο πληθωρισμό από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, γεγονός που επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα και περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Οι αυξήσεις μισθών, αν και υπαρκτές, δεν επαρκούν για να καλύψουν το κόστος ζωής, ενισχύοντας την πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο όμως είναι η αλλαγή στις προσδοκίες. Ο πληθωρισμός παύει να θεωρείται παροδικός και αποκτά χαρακτηριστικά διάρκειας, κάτι που αποτυπώνεται και στις νεότερες προβλέψεις των θεσμών.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα θα διαμορφωθεί στο 3,5% το 2026, ενσωματώνοντας τους αυξημένους εξωτερικούς κινδύνους. Στην ίδια κατεύθυνση, η Τράπεζα της Ελλάδος προχώρησε σε ανοδική αναθεώρηση της πρόβλεψής της, τοποθετώντας τον πληθωρισμό στο 3,1% από 2,9% προηγουμένως, επιβεβαιώνοντας ότι οι πιέσεις είναι ισχυρότερες από τις αρχικές εκτιμήσεις.

Οι αναθεωρήσεις αυτές αναδεικνύουν μια διαρθρωτική αδυναμία ότι η ελληνική οικονομία παραμένει πιο ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ, κυρίως λόγω της ενεργειακής εξάρτησης αλλά και της δομής της αγοράς. Το σίγουρο είναι ότι ο πληθωρισμός επιστρέφει ως βασικός κίνδυνος για την οικονομία, όχι βέβαια με την ένταση της κρίσης του 2022, αλλά για τα νοικοκυριά, αυτό σημαίνει συνεχιζόμενη πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα και για την οικονομική πολιτική, ένα δύσκολο crash test ισορροπίας μεταξύ στήριξης και σταθερότητας τιμών.

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ σήμερα δεν θα είναι απλώς μια επιβεβαίωση των τάσεων. Θα αποτελέσουν το πρώτο σαφές σήμα για το αν η οικονομία εισέρχεται σε έναν νέο κύκλο ακρίβειας και πόσο βαθύς μπορεί να είναι.

Πηγή: ΕΡΤ / ot.gr

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα