Όταν οι μετανάστες από την Αλβανία έχτισαν την ιδανική ζωή στην Ελλάδα

Αφηγήσεις από την δεκαετία του 1990 από ανθρώπους που ήρθαν για ένα καλύτερο μέλλον και τα κατάφεραν

Μυρτώ Τούλα
όταν-οι-μετανάστες-από-την-αλβανία-έχτ-1413316
Μυρτώ Τούλα

Η δεκαετία του 1990 αποτέλεσε σημείο καμπής τόσο για την Αλβανία όσο και για την Ελλάδα.

Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία το 1991, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με βαθιά οικονομική κρίση, ανεργία, κοινωνική αστάθεια και έλλειψη βασικών υποδομών.

Έτσι, εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανοί αναγκάστηκαν να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή στο εξωτερικό. Η Ελλάδα, λόγω γεωγραφικής εγγύτητας και ιστορικών δεσμών, αποτέλεσε τον κύριο προορισμό.

Οι Αλβανοί μετανάστες εντάχθηκαν κυρίως σε τομείς της ελληνικής οικονομίας που παρουσίαζαν αυξημένη ζήτηση για ανειδίκευτη ή σκληρή εργασία για να μπορέσουν να ζήσουν τις οικογένειες τους. Εργάστηκαν μαζικά στις κατασκευές, στη γεωργία, στην κτηνοτροφία, στον καθαρισμό και στις οικιακές υπηρεσίες, συμβάλλοντας καθοριστικά στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας εκείνη την περίοδο. Σε πολλές περιπτώσεις, η παρουσία τους κάλυψε κενά στην αγορά εργασίας που δεν καλύπτονταν από τον ντόπιο πληθυσμό.

Παρά τη σημαντική τους συμβολή, τα πρώτα χρόνια χαρακτηρίστηκαν από ανασφάλεια, κοινωνικό αποκλεισμό και αρνητικά στερεότυπα. Η έλλειψη νομιμοποιητικών εγγράφων δυσκόλευε την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, ασφάλιση και σταθερή εργασία. Ωστόσο, από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, το ελληνικό κράτος προχώρησε σε προγράμματα νομιμοποίησης μεταναστών (1997, 2001, 2005), στα οποία οι Αλβανοί αποτέλεσαν την πλειονότητα των αιτούντων. Μέσα από αυτές τις διαδικασίες, εκατοντάδες χιλιάδες απέκτησαν άδεια παραμονής και εργασίας.

Σταδιακά, η προσωρινή μετανάστευση μετατράπηκε σε μόνιμη εγκατάσταση. Πολλοί Αλβανοί έφεραν τις οικογένειές τους στην Ελλάδα, δημιούργησαν σταθερούς κοινωνικούς δεσμούς και επένδυσαν στο μέλλον τους. Τα παιδιά τους εντάχθηκαν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, δεκάδες χιλιάδες μαθητές αλβανικής καταγωγής φοιτούσαν σε ελληνικά σχολεία. Η δεύτερη γενιά μεγάλωσε μιλώντας ελληνικά, συμμετέχοντας ενεργά στην κοινωνική ζωή και, σε πολλές περιπτώσεις, αποκτώντας την ελληνική υπηκοότητα.

Στις 18 Μαρτίου του 1997, στην Καθημερινή γράφεται: «Τίρανα. Καθώς η ζωή στην Αλβανία επανέρχεται σταδιακά στους φυσιολογικούς της ρυθμούς, γίνεται αισθητή η δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα μετά την κρίση των τελευταίων εβδομάδων. Οι μεγάλες ελλείψεις σε τρόφιμα και καύσιμα αναγκάζουν καθημερινά χιλιάδες εξαθλιωμένους Αλβανούς να αναζητήσουν καταφύγιο στην Ιταλία και την Ελλάδα, και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ τοποθετεί το συνολικό αριθμό των προσφύγων σε 12.000 άτομα – 8.000 στην Ιταλία και 4.000 στην Ελλάδα.»

Παρά τις δυσκολίες, τις προκαταλήψεις και τις προκλήσεις της ένταξης, πολλοί Αλβανοί κατάφεραν μέσα σε λίγα χρόνια να «χτίσουν» μια νέα ζωή στην Ελλάδα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην οικονομία και διαμορφώνοντας τη σύγχρονη πολυπολιτισμική πραγματικότητα της χώρας. Ανήκω στην Gen Z και ενώ υπήρχαν τρομερές προκαταλήψεις και ρατσιστικά κατάλυπα για τα παιδιά που κατάγονται από την Αλβανία, όλοι ήμασταν μία παρέα και κάθε παρέα είχε ένα τέτοιο παιδί σαν μέλος της. Δεν αντίκρισα ποτέ τον ρατσισμό απέναντι τους, ίσα-ίσα μας μάθαιναν δικές τους λέξεις, εκφράσεις, έθιμα κουλτούρες και αυτό είχε ενδιαφέρον. Τα παιδιά αυτά ήδη από πολύ μικρή ηλικία ήταν δίγλωσσα μιλούσαν τα ελληνικά άπιαστα και τα αλβανικά εξίσου καλά, όμως μπορεί μέχρι σήμερα να ταλαιπωρούνται να λάβουν την ελληνική υπικόοτητα ενώ γεννήθηκαν και μεγάλωσαν εδώ.

Οι ιστορίες τους όπως μου τις αφηγήθηκαν

Η Άννα, ήρθε στην Ελλάδα το 1996. “Στα 21 μου, μόλις είχα τελειώσει τις σπουδές μου και πριν μπω στο πανεπιστήμιο, παντρεύτηκα. Άφησα το νεογέννητο παιδί μου στη μητέρα μου και ακολούθησα τον άντρα μου, που είχε ήδη φύγει για την Ελλάδα αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Στην Αλβανία ζούσαμε υπό κομμουνιστικό καθεστώς και δεν γνωρίζαμε σχεδόν τίποτα για τον έξω κόσμο. Ξεκινήσαμε οκτώ άτομα με τα πόδια, φοβισμένοι, γιατί ήταν η πρώτη φορά που Αλβανοί περνούσαν μαζικά τα σύνορα.

Ήμουν από τους πρώτους ανθρώπους που έφευγαν από τη χώρα. Περπατήσαμε περίπου μιάμιση μέρα μέχρι την Καστοριά. Εκεί ήρθε ένα αυτοκίνητο να μας παραλάβει – είχαμε πληρώσει μεγάλο ποσό για όλη αυτή τη διαδικασία. Μετά τη συναλλαγή φτάσαμε στη Λεπτοκαρυά. Δεν λέγαμε ούτε τα ονόματά μας. Ως Αλβανοί κουβαλούσαμε μια κακή φήμη και αισθανόμασταν ότι έπρεπε να αποδείξουμε πως ήμασταν καλοί άνθρωποι και όχι “κλέφτες”. Αντιμετωπίσαμε πολύ ρατσισμό. Οι συνοριοφύλακες στα βουνά προσπαθούσαν να μαζέψουν κόσμο – μετά την πτώση του κομμουνισμού, πολλοί Αλβανοί είχαν βγει από τις φυλακές και χιλιάδες εγκατέλειπαν μαζικά τη χώρα.

Στην αρχή όλα μάς φαίνονταν καινούργια. Η έγχρωμη τηλεόραση, για παράδειγμα, ήταν για εμάς κάτι πρωτόγνωρο. Είχαμε συνηθίσει στα κουπόνια με τα οποία παίρναμε ψωμί ανάλογα με τα άτομα της οικογένειας. Ζήσαμε ένα μεγάλο πολιτισμικό σοκ. Όσα χρήματα καταφέρναμε να μαζέψουμε δουλεύοντας στην Ελλάδα, τα στέλναμε πίσω στις οικογένειές μας στην Αλβανία.

Αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια έμαθα την γλώσσα, δούλευα ασταμάτητα για να μεγαλώσω πρώτα το πρώτο μου παιδί και στη συνέχεια το δεύτερο. Κάπως έτσι έχτισα μια καινούργια ζωή σε μια χώρα που ήρθα για ένα καλύτερο αύριο.”

H Σάρρα είναι 26 ετών και γεννήθηκε στην Αλβανία

“Είμαι γεννημένη το 1999 στην Αλβανία στο Ελμπασαν , ζούσα εκεί μέχρι το 2008 . Η θεία μου η αδερφή της μητέρας μου είχε πάει ήδη στην Ελλάδα πολύ πριν από εμάς και μας έλεγε να πάμε και εμείς για να μην είμαστε μόνοι μας στην Αλβανία . Μια μέρα έρχεται η μητέρα μου και μας ρωτάει εμένα και τον αδερφό μου αν θέλουμε να πάμε στα ξαδέρφια μας στην Ελλάδα για να μεγαλώσουμε όλοι μαζί να τους έχουμε κοντά , εμείς αρνηθήκαμε. Ύστερα από λίγο καιρό, οι γονείς μου μας Έρχεται η μητέρα μου μας είπαν πως θα πάμε διακοπές στην Ελλάδα το καλοκαίρι 3 μήνες να κάτσουμε εκεί και αν μας αρέσει μένουμε . Ξεκινάμε μαζευόμαστε, ετοιμάζουμε ρούχα ερχόμαστε Ελλάδα και μέναμε σε ένα μεγάλο σπίτι με την θεία μου τον άντρα της και τα ξαδέρφια μου. Εμένα όταν ήρθα δεν μου άρεσε και έλεγα στην μητέρα μου ότι δεν θέλω να μείνουμε εδώ γιατί θα χάσω την παρέα μου και το σχολείο . Όταν πέρασε ένας μήνας και έβγαινα με τα ξαδέρφια μου άρχισα να το συνηθίζω χωρίς να ξέρω όμως την γλώσσα οπότε αυτό, με δυσκόλεψε . Πλησιάζει Σεπτέμβριος μας ρωτάνε οι γονείς μας εμένα με τον αδερφό μου αν θέλουμε να κάνουμε ένα βήμα να δοκιμάσουμε πως θα είναι , είπαμε ναι . Μπήκαμε δημοτικό εγώ προσωπικά δυσκολεύτηκα πολύ γιατί φοβόμουν μην μείνω πίσω με τα μαθήματα και δεν μάθω κάποια βασικά πράγματα. Καινούργιος χώρος καινούργια ζωή καινούργιο σχολείο όλα καινούργια .

Είχα ευτυχώς τα ξαδέρφια μου οπότε αυτό με βοήθησε πολύ. Ήρθε στο σχολείο, μια καταπληκτική δασκάλα η κυρία Ελένη που έπαιρνε παιδάκια από άλλες χώρες για 2-3 ώρες από το μάθημα για να μας μάθει την γλώσσα , την έμαθα πολύ εύκολα μέσα σε 3 μήνες. Έμαθα την γλώσσα έκανα πολλές παρέες, περνούσα τέλεια . Οι δάσκαλοι μας ήταν όλοι τους υπέροχοι δεν έχω περάσει ποτέ δύσκολα χρόνια λόγω καταγωγής αντιθέτως ήταν όλοι τους καταπληκτικοί από συμμαθητές μέχρι δάσκαλοι και καθηγητές . Τελείωσα το δημοτικό πήγα στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο όλα ήταν υπέροχα Όσο για τους γονείς μου μέχρι να μάθουν την γλώσσα και να δουλέψουν σε κανονικές δουλειές δούλευαν 12 13 ώρες για ψίχουλα 

Μέναμε σε ένα πολύ όμορφο σπίτι με πολύ αγάπη ζεστασιά και φροντίδα. Δεν περίμενα με όλα αυτά που είχα ακούσει ότι η Ελλάδα θα μας υποδεχτεί έτσι ή έστω δεν βίωσα ούτε εγώ ούτε η οικογένεια μου ποτέ ρατσιστικά σχόλια , πιστεύω το μόνο που ήταν κακό ήταν που δεν ξέραμε τους μισθούς και τις ώρες οπότε δούλευαν πολλές ώρες όπως σας είπα πιο πάνω για πολύ λίγα χρήματα . Με τον καιρό με γνωριμίες κλπ κάνανε δικές τους δουλειές με όλα τα νόμιμα οπότε κάπως έτσι ανεβήκαμε οικονομικά και ζούσαμε σε νορμαλ καταστάσεις. 

Όσο μεγάλωνα και έβλεπα τις διαφορές με την Αλβανία και την Ελλάδα όσο για την παιδεία αλλά και την ελευθερία τόσο πιο πολύ έλεγα ευχαριστώ θεέ μου για την ευκαιρία που μας έδωσες . Είμαι από την Αλβανία την λατρεύω την αγαπάω, αγαπώ τα μέρη μου αγαπώ την πατρίδα μου δεν έχω αρνηθεί ούτε θα αρνηθώ ποτέ την καταγωγή μου αλλά την Ελλάδα δεν θα την άλλαζα όχι μόνο με την Αλβανία με καμία άλλη χώρα . Όχι μόνο επειδή την αγαπώ σαν πατρίδα μου αλλά για όλα τα όμορφα που μου έχει προφέρει και για τους ανθρώπους που έφερε στην ζωή μου και μου άλλαξαν την ζωή.”

Οι γονείς του Αντίντ ήρθαν στην Ελλάδα το 1999. 

“Ήρθαμε 6 Ιανουαρίου 1999, γίναμε οικονομικοί μετανάστες, όταν έπεσε η κυβέρνηση Χότζα και δεν υπήρχαν δουλειές στην Αλβανία, ζοριζόμασταν πολύ. Μας φάνηκε απίστευτο μέρος γιατί στην Αλβανία είχαμε πρόβλημα με το ρεύμα, πολύ σκοτάδι και όταν ήρθαμε στην Θεσσαλονίκη και βλέπαμε φώτα παντού σοκαριστήκαμε. Ο πρώτος μήνας μέχρι να βρούμε δουλειά ήταν δύσκολος, ήμασταν τυχεροί γιατί, είχαμε οικογένεια εδώ και μας βοηθούσαν πολύ.  Η τοπική κοινωνία ήταν πολύ δεκτική είχαμε πολύ καλές σχέσεις και στη δουλειά και με τους γείτονες. Πιο πολύ διάκριση υπήρχε στης δημόσιες υποδομές ΚΕΠ εφορία κλπ μας κάνανε τη ζωή δύσκολη ακόμη και για ένα απλό χαρτί παλεύαμε και παλεύουμε ακόμη. Αλλά γενικά στην γειτονιά και στην δουλειά δεν νιώσαμε κάποια διάκριση πολύς κόσμος μας βοήθησε. Εγώ ήμουν καθαρίστρια και ο πατέρας του Αντρίντ ξεκίνησε από οικοδομή και δυστυχώς δεν υπήρχε χρόνος για εξέλιξη ενώ το ήθελε πολύ.  

Το να μάθουμε τη γλώσσα δεν ήταν δύσκολο μας πήρε 6 μήνες, μας βοηθούσαν άνθρωποι στο να γράψουμε και να μιλάμε και βοήθησε  να ακούς τηλεόραση. Υπάρχει ένας διχασμός για το αν νιώθω πατρίδα την Ελλάδα, όταν βρίσκομαι εδώ, θέλω να γυρίσω Αλβανία όταν πάω Αλβανία θέλω να γυρίσω Ελλάδα μας φαίνεται το ίδιο τώρα πια. Για να βγάλουμε ταυτότητα θέλει να δώσεις εξετάσεις αν δεν έχεις πάει σχολείο αλλά λόγω ηλικίας δεν μας ενδιαφέρει να βγάλουμε πια . Αυτό που κρατάμε από την αλβανική μας ταυτότητα είναι τα ήθη και τα έθιμά μας, τα φαγητά μας, η μουσική η γλώσσα μας, αλλά αυτό που έχουμε πάρει από την Ελλάδα είναι να είμαστε πιο ελεύθεροι σε πράγματα όπως έρωτες, σχέσεις με ανθρώπους σε σχέση με την Αλβανία που υπάρχει μια αυστηρότητα τουλάχιστον για τα χρόνια που ζούσαμε εμείς εκεί, τώρα πια αλλάζουν τα πράγματα. Θα παίρναμε την ίδια απόφαση για οικονομικούς λόγους και γιατί αγαπήσαμε την Ελλάδα και μας αγάπησε κι αυτή. Θα θέλαμε στην σύνταξη μας να ζούμε 6 μήνες στην Αλβανία και 6 στην Ελλάδα. Η Αλβανία αυτή την στιγμή εξελίσσεται και χαιρόμαστε γι αυτό. Ωστόσο, η Θεσσαλονίκη για μας θα ναι πάντοτε το πιο αγαπημένο μέρος μας σε όλο τον κόσμο.”

Η Ιόλη (α) μεγάλωσε και γεννήθηκε στην Ελλάδα.

“Είμαι 26 χρονών και γεννήθηκα στην Ελλάδα. Οι γονείς μου ήρθαν εδώ στις αρχές της δεκαετίας του ’90, πολύ νέοι, για να δουλέψουν και να φτιάξουν μια ζωή από την αρχή γιατί τα πράγματα στην Αλβανία ήταν πολύ δύσκολα. Για μένα, η Ελλάδα ήταν πάντα το σπίτι μου. Εδώ πήγα παιδικό, δημοτικό, γυμνάσιο και λύκειο. Τα ελληνικά είναι η πρώτη μου γλώσσα και τα αλβανικά η δεύτερη και οι αναμνήσεις μου είναι ίδιες με των περισσότερων παιδιών της ηλικίας μου.

Στο σχολείο, ειδικά στα πρώτα χρόνια, υπήρξαν κάποιες στιγμές που άκουσα ρατσιστικά σχόλια — κυρίως για το επίθετό μου ή για την καταγωγή των γονιών μου και συχνά…για το σχήμα του κεφαλιού μου. Συχνά έμπαινα στην διαδικασία να λέω ψέματα και να κρύβω την καταγωγή μου για να μην με κοροϊδεύουν. Δεν ήταν κάτι καθημερινό, αλλά ήταν αρκετό για να σε κάνει να νιώθεις “διαφορετικός”. Παρ’ όλα αυτά, είχα και δασκάλους που μας στήριξαν και συμμαθητές που δεν έβλεπαν διαφορές. Με τους περισσότερους φίλους μου μεγαλώσαμε μαζί, παίζαμε στις ίδιες αυλές, διαβάζαμε για τα ίδια διαγωνίσματα, κάναμε τα ίδια όνειρα.

Με τα χρόνια, αυτά τα σχόλια μειώθηκαν. Σήμερα, οι φίλοι μου είναι Έλληνες, άνθρωποι με τους οποίους μοιράζομαι την καθημερινότητά μου, τη δουλειά, τις χαρές και τις δυσκολίες. Νιώθω ότι ανήκω εδώ.

Η ιστορία της οικογένειάς μου είναι μια ιστορία προσπάθειας, φόβου και προσαρμογής. Μου αφηγήθηκαν πώς άφησαν πίσω τους συγγενείς, φίλους και έναν τρόπο ζωής που ήξεραν, με μοναδικό τους στόχο να εξασφαλίσουν κάτι καλύτερο για το μέλλον των παιδιών τους. Δεν ήρθαν με πολλά· ήρθαν με ελπίδα, αντοχή και τη διάθεση να δουλέψουν σκληρά.

Στην Ελλάδα βρέθηκαν αντιμέτωποι με δυσκολίες: βαριές δουλειές, ανασφάλεια, προκαταλήψεις, μια γλώσσα που έπρεπε να μάθουν από την αρχή. Μου είπαν πώς έμαθαν να κάνουν υπομονή, πώς στήριζαν ο ένας τον άλλον και πώς κάθε μικρό βήμα —μια σταθερή δουλειά, ένα σπίτι, το σχολείο των παιδιών— ήταν μια μικρή νίκη. Παρά την κούραση, δεν έχασαν ποτέ την αξιοπρέπειά τους ούτε την πίστη ότι οι θυσίες τους θα πιάσουν τόπο.

Εγώ μεγάλωσα ακούγοντας αυτές τις ιστορίες, ανάμεσα σε δύο γλώσσες, δύο κουζίνες, δύο τρόπους να βλέπεις τον κόσμο. Στο σπίτι υπήρχαν οι αναμνήσεις της Αλβανίας· έξω, η καθημερινότητα της Ελλάδας. Με τον καιρό, αυτές οι δύο κουλτούρες δεν συγκρούστηκαν αλλά ενώθηκαν μέσα μου. Κατάλαβα ότι δεν χρειάζεται πάντα να διαλέξεις μία ταυτότητα και να αφήσεις την άλλη πίσω. Μπορείς να τις κουβαλάς και τις δύο, σαν κομμάτια της ίδιας ιστορίας, και να είσαι πλουσιότερος γι’ αυτό.”

 

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα