Featured

Φοίνικας: Η συνοικία που σχεδίασε ο Κωνσταντινίδης και ξεχάστηκε από θεούς και ανθρώπους

Καλτ φυσιογνωμίες, αστικοί μύθοι, σπίτια μιας άλλης εποχής, άνθρωποι που είναι γνωστοί μέχρι σήμερα με τα παρατσούκλια τους. Μια περιοχή που σχοινοβατεί μεταξύ του χτες και του σήμερα, αλλά είναι άγνωστο εάν θα έχει αύριο.

φοίνικας-η-συνοικία-που-σχεδίασε-ο-κων-765390

Οι εργατικές κατοικίες του Φοίνικα έχουν περάσει από πολλά στάδια στο πέρασμα των τελευταίων δεκαετιών. Από τις γεμάτες γειτονιές και αλάνες με τις παιδικές φωνές, την τοπική αγορά που κάποτε έσφυζε από ζωή, στην γκετοποίηση της και στο σήμερα που το χάσμα με τις γύρω περιοχές μεγαλώνει συνεχώς με αποτέλεσμα οι νέοι σε ηλικία κάτοικοι της να είναι μετρημένοι πλέον στα δάχτυλα και όλοι τους να «μεταναστεύουν» στο κέντρο της Θεσσαλονίκης ή και λίγα μέτρα από εκεί που μεγάλωσαν, στη συνοικία του Αγίου Ιωάννη που τα τελευταία χρόνια γνωρίζει τεράστια ανάπτυξη.

Κάποιοι θεωρούν ότι ο χρόνος στις εργατικές κατοικίες του Φοίνικα έχει παγώσει κάπου εκεί στη δεκαετία του ‘60. Αυτή είναι άλλωστε η αίσθηση που σου δίνουν τα εσωτερικά των σπιτιών ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά από τα ανοιχτά παράθυρα των ανθρώπων που κάθονται στα μπαλκόνια τους και συζητάνε μέχρι και σήμερα για ιστορίες του παρελθόντος προσπαθώντας να διατηρήσουν ζωντανή τη μνήμη. Εάν κάνεις μια βόλτα στα σοκάκια της είναι βέβαιο ότι θα καταλάβουν ότι δεν είσαι από εκεί. Δεν μπορείς να τους κρυφτείς. Θα σε κοιτάξουν αρχικά με καχυποψία, αλλά μετά θα δεις ένα χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη τους, όταν τους ρωτήσεις να σου πουν για όλα αυτά που έχουν ζήσει εκεί. Όντως έχεις την αίσθηση ότι ο χρόνος σταματάει εκεί.

Πολυκατοικίες χωρίς κοινόχρηστο ρεύμα, κάποιες παλιότερα χαρακτηρισμένες «κόκκινες» εξαιτίας του σεισμού. Σαλόνια σπιτιών που θυμίζουν σκηνικά τηλεοπτικής σειράς εποχής και για λίγο αισθάνεσαι να είσαι ένας κομπάρσος στις αναμνήσεις πρωταγωνιστών με τις εικόνες να ξεδιπλώνονται έστω και νοητά μπροστά στα μάτια σου. Πάντα η συζήτηση καταλήγει σε ένα ερώτημα. Μια απορία. «Γιατί;» Γιατί μια περιοχή «φιλέτο» μένει αναξιοποίητη ενώ έχεις τα πάντα στα πόδια σου, γιατί αντιμετωπίζονται οι κάτοικοι της σαν πολίτες ενός κατώτερου Θεού, γιατί δεν υπάρχει ένα πλάνο που θα δώσει ξανά ζωή στο μέλλον στην τοπική αγορά και στη συνοικία που οδεύει με μαθηματική ακρίβεια προς την διάλυση της.

Ο οικισμός του Φοίνικα αναπτύσσεται στα τέλη της δεκαετίας του ‘20 και συνόρευε με τους οικισμούς του Βυζαντίου και το γήπεδο αντισφαίρισης «Τένις Προξένων». Οι κάτοικοι μετά βίας το 1933 ξεπερνούσαν τους 300 σύμφωνα με τα στοιχεία της εποχής. Είναι ο μόνος οικισμός ο οποίος χτίστηκε με αυτό τον τρόπο, καθώς οι υπόλοιποι σχεδιάστηκαν είτε μέσα στον πολεοδομικό ιστό, είτε στις παρυφές των αστικών κέντρων. Η ανέγερση του οικισμού ξεκινάει περίπου το 1960 σε σχεδιασμό του αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη. Χτίστηκαν ορθογώνιες εργατικές κατοικίες και πάρκα με τη σοσιαλιστική προσέγγιση κυριαρχίας στον δημόσιο χώρο και τους ανθρώπους.

Μη αποκατεστημένες οικογένειες, πληθυσμός προσφυγικής προέλευσης από τη Μικρά Ασία, σε μικρότερο ποσοστό Αθίγγανοι, είναι το μείγμα των ανθρώπων που αρχίζουν να χτίζουν τις ζωές τους στην περιοχή. Μία τεράστια κοινωνική ανομοιογένεια που μέχρι και σήμερα παρατηρείται έντονα. Εργάτες και χτίστες αποτελούν περίπου το μισό ποσοστό του πληθυσμού. Άνθρωποι του μεροκάματου. Το 1963 γηγενείς και πρόσφυγες ενώνουν τις φωνές τους και μέσω του πρώτου συλλόγου με τίτλο «Η πρόοδος» προσπαθούν να φέρουν στην επιφάνεια τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητα τους. Προβλήματα που ακόμη και μέχρι και σήμερα παραμένουν. Είναι απορίας άξιο πώς μία περιοχή που στα όρια της παρατηρείται τα τελευταία χρόνια μεγάλη οικιστική επέκταση παραμένει αναλλοίωτη, εκτός αστικού ιστού, με έντονα σημάδια κοινωνικής υποβάθμισης.

Η μεταπτυχιακή εργασία της Λαζαρίδου Ελένης για την Παιδαγωγική Σχολή του ΑΠΘ το 2009 σκιαγραφεί το προφίλ των κατοίκων της περιοχής σημειώνοντας ότι το 15% των ανθρώπων που ζουν εκεί δεν έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, ενώ το 10% δεν έχουν ελληνική υπηκοότητα. Παράλληλα, καταγράφονται τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, τα χαμηλά εισοδήματα, αλλά και το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. «Εβδομήντα τετραγωνικά μέτρα διαμέρισμα μας έδωσαν στην άκρη της πόλης και μας το χρέωσαν εβδομήντα έξι χιλιάδες δραχμές. Πολλά λεφτά για τότε! Τόσο έκαναν και τα σπίτια στο κέντρο της Σαλονίκης. Χρυσάφι την πληρώσαμε τη μετεγκατάσταση αλλά δεν είχαμε και πολλές επιλογές. […] Από αυλή μας έλαχε μπαλκόνι στενό και μόνο ο ουρανός ήτανε το ίδιο γαλάζιος όπως στην Τριανδρία.

Όσο για τους δρόμους που περπατούσαμε εμείς κι οι ελπίδες μας ήταν και στον καινούργιο τόπο το ίδιο γκρίζοι, όπως παλιά. Εμείς όμως παρ’ όλα αυτά χαμογελούσαμε πιστεύοντας, ότι οι επιτάφιοι μας κάπου στα κοντά πρόκειται ν’ ανθίσουν. Τα σπίτια παραδόθηκαν με τεχνικές ελλείψεις, αποχετευτικό ανύπαρκτο, ο κεντρικός δρόμος που πήγαινε στο αεροδρόμιο λαιμητόμος, σκοτώνονταν ο κόσμος, τα χρέη των δανείων μεγάλα κι άνθρωποι φτωχοί, τα μεροκάματα δύσκολα» αναφέρει χαρακτηριστικά ένας μονόλογος φανταστικός με βάση την αφήγηση τριών προσώπων και της ανάγνωσης των τευχών του περιοδικού Έρμαρχος, όπως σημειώνεται στον προσωπικό ιστότοπο του κ. Βασιλειάδη Βασίλη.

Οι παλιότεροι σημειώνουν ότι στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο η περιοχή είχε την επωνυμία «Κάμπελ» εξαιτίας των συμμαχικών στρατευμάτων των Άγγλων που είχαν στρατοπεδεύσει εκεί. Από το να ξαπλώνεις στο χώμα, καλύτερα στο μωσαϊκό λένε σήμερα οι νεότεροι ενθυμούμενοι τα όσα τους μετέφεραν οι γονείς τους ή οι παππούδες τους που αναγκάστηκαν να ξεκινήσουν μία νέα ζωή εκεί. Πάντα με την ελπίδα ότι θα είναι κάτι προσωρινό. Ότι θα επιστρέψουν μια μέρα στις χαμένες πατρίδες ή ότι θα ξημερώσει μια καλύτερη μέρα και γι’ αυτούς. Παρότι ήταν οι πρώτοι που εγκαταστάθηκαν στα σπίτια αυτά, ποτέ δεν αντιμετωπίστηκαν ως γηγενείς. Πάντα είχαν τη ταμπέλα «πρόσφυγες». Και αυτό ήταν το μαράζι τους. Μαθημένοι όμως στα δύσκολα, κοίταζαν πώς θα κάνουν την καθημερινότητα τους καλύτερη για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Ακόμη και αυτές οι διεκδικήσεις που οπουδήποτε αλλού θα ήταν λογικές σε εκείνη την περιοχή και από αυτούς τους ανθρώπους αντιμετωπίζονταν με μια καχυποψία.

«Τι θέλουν τούτοι οι ξυπόλυτοι, οι τσιπλάκηδες και διαμαρτύρονται έλεγαν. Δεν τους φτάνουν αυτά που τους δώσαμε; Αναρωτιόταν! Θαρρείς κι ήταν δικά τους τα διαμερίσματα που πήραμε, θαρρείς και μας τα ΄χανε χαρίσει από το βιό τους. Αίμα δικών μας ανθρώπων ήτανε κι από λεφτά που μάζεψε ο κοσμάκης πανελλαδικά από εράνους» αναφέρεται στον «Φοίνικα του Ερμάρχου» στον ιστότοπο του Βασίλη Βασιλειάδη.

«Αθλητικόν γήπεδον, Κέντρον Νεότητος, Α’ Δημ. Σχολείον, Β’ Δημ. Σχολείον, Συγκροτήματα αγοράς και πλατείας, Ιατρείον και Κοινωνικόν Κέντρο, Πάρκον και Εκκλησία, Δύο ελεύθεροι χώροι-Πάρκα, Ελεύθερος χώρος μεταξύ των Κτηρίων». Αυτό είναι το συνολικό εμβαδό της κοινόχρηστης έκτασης 126.479 τετραγωνικών μέτρων που καταγράφεται στην «Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος» τον Οκτώβριο του 1962. Τα επόμενα χρόνια αρχίζει σταδιακά να κάνει τα πρώτα της βήματα και η τοπική αγορά. Τον Φεβρουάριο του 1977 το τότε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών παραχώρησε δωρεάν στο Δήμο Καλαμαριάς τη χρήση των καταστημάτων που υπάρχουν στον οικισμό. Τα έγγραφα του τότε κάνουν λόγο για 71 συνολικά καταστήματα, αριθμός που στο πέρασμα των χρόνων όλο και μειώνονταν για να φτάσουμε στο σήμερα που τα κατεβασμένα στόρια και οι παλιές ταμπέλες θυμίζουν ότι κάποτε εκεί υπήρχε ζωή. Παντοπωλεία, βιβλιοπωλεία, καταστήματα ρούχων και υπόδησης, πρακτορεία ΠΡΟΠΟ, καφέ.

Εικόνες μιας άλλης εποχής που πλέον δεν υπάρχουν και έχουν περάσει ως αναμνήσεις, με το ντόμινο στα λουκέτα να διαδέχονται το ένα το άλλο από ένα σημείο και μετά. Ένα άτυπο εμπορικό κέντρο που έχει μαραζώσει, ενώ παλιότερα αποτελούσε πόλο έλξης για τους κατοίκους που πλέον επιλέγουν για τα ψώνια τους τις μεγάλες γειτονικές αλυσίδες. Το ταχυδρομείο, ένα take away καφέ γνωστής εταιρείας που άνοιξε πρόσφατα, ένα πρακτορείο ΟΠΑΠ, τα γραφεία του Πολιτιστικού Εξωραϊστικού Συλλόγου και κάποια βενζινάδικα, πλέον αποτελούν τον εμπορικό πυρήνα. Οι παρατημένες, σκονισμένες, σκεπασμένες, σε κάποιες περιπτώσεις αραχνιασμένες, παιδικές βαρκούλες και μηχανές παραγωγής μαλλιού της γριάς και ποπ κορν θυμίζουν το θρυλικό πανηγύρι της Παναγιάς, που κι αυτό έχει χάσει την αίγλη του με το πέρασμα των χρόνων. Το γεγονός της χρονιάς, ένα σημείο συνάντησης όχι μόνο για τον Φοίνικα, αλλά για όλη την Καλαμαριά, με παραδοσιακούς χορούς, τσουβαλοδρομίες, παραστάσεις για παιδιά και εδέσματα για μικρούς και μεγάλους. Ένα διήμερο στα μέσα Αυγούστου που όλοι γίνονται ίσοι, αλλά τις υπόλοιπες 363 ημέρες η περιοχή επιστρέφει στην εσωστρέφεια της.

Στην απέναντι, αθέατη πλευρά του, στα ανατολικά του Φοίνικα εκτείνεται η περιφερειακή τάφρος. Εκεί όπου το χτες, ενώνεται με το σήμερα και συναντά το αύριο, καθώς τα τελευταία χρόνια έχει εγκατασταθεί εργοτάξιο του Μετρό. Ένας δρόμος που οδηγεί κάτω στη θάλασσα σε μία από τις πιο… πολυσύχναστες ερωτικές καβάτζες της πόλης. Ανάμεσα τους το γήπεδο του Φοίνικα, ο τερματικός σταθμός λεωφορείων του ΟΑΣΘ μπροστά από τα κλειστά εθνικά γυμναστήρια της Μίκρας και τις ανοιχτές αθλητικές εγκαταστάσεις, αλλά και τα στενά δρομάκια στα οποία τώρα που άρθηκαν τα περιοριστικά μέτρα θα δεις ξανά δεκάδες αυτοκίνητα από σχολές οδηγών με υποψήφιους οδηγούς να παρκάρουν και να ξεπαρκάρουν.

Ο Φοίνικας και οι εργατικές κατοικίες ήταν, είναι και θα είναι οι άνθρωποι του. Γι’ αυτό άλλωστε και ένα τέτοιο μέρος δεν θα μπορούσε να μην έχει τις δικές του καλτ φιγούρες, τους δικούς του λαϊκούς ήρωες, τις ιστορίες που άλλοι τις κατατάσσουν σε πραγματικά γεγονότα και άλλοι σε αστικούς μύθους. Εκεί φουντώνει και η κουβέντα. Είναι αλήθεια ότι στις ταράτσες έχουν δει αρκούδες και στα μπαλκόνια γαϊδούρια; Κάποιοι λένε αποκλείεται να έχει συμβεί, ορισμένοι λένε το έχουν ακούσει, κάποιοι άλλοι ότι το έχουν δει με τα μάτια τους. Ποιοι ήταν οι Μπίλιας, Τίμος ο πεθαμενατζής, ο Τσίρκος, ο Δρούγκας, ο Μπονέρο, ο Ρόκυ που ήταν υπέρβαρος, στη συνέχεια αδυνάτισε και μετά πάχυνε ξανά, ο Σταματημένος, ο Κοιλάρας ο μετρ των φλίπερ, ο Δάγκουρας, ο Φωξ, το σουβλατζίδικο του Τσικόλη, το Βλάσση τον γιατρό, το Νώντα το Σπα, ονόματα που διάβαζα στα ελάχιστα κείμενα που υπάρχουν στο διαδίκτυο για την ιστορία του Φοίνικα.

Στους νεότερους που ζουν σήμερα εκεί και τους τα ρώτησα γέλασαν όλοι. Όχι ειρωνικά επειδή τους εξέφρασα την απορία μου. Αλλά επειδή αμέσως στο μυαλό τους ενεργοποιήθηκαν ευχάριστες αναμνήσεις μιας άλλης εποχής. «Γιατί να μην είναι αλήθεια;» μου απαντάνε. Πολλοί από τους πρώτους αθίγγανους που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή είχαν μαζί τους γαϊδούρια και όταν έβρεχε τα ανέβαζαν στα μπαλκόνια για να τα προστατέψουν. Αλλά τα ζωντανά παρά το ξύλο και τις φωνές των ιδιοκτήτων τους, δεν ήξεραν από σκάλες και δεν ανέβαιναν πιο ψηλά. Και οι αρκουδιάρηδες της εποχής που έρχονταν φιλοξενούμενοι στα σπίτια φίλων ή συγγενών τους με τις αρκούδες να βρίσκουν καταφύγιο στις ταράτσες και να γίνονται ατραξιόν.

Και μιας και η συζήτηση πήγε στις αρκούδες, το μυαλό όλων ταξίδεψε στη δεκαετία του ΄70 και στις αναφορές των παλιότερων για τον θεόρατο Γιαραμπή που από το ανατολικό μπλοκ βρέθηκε στο Φοίνικα για να στήσει τον δικό του πάγκο στην τοπική λαϊκή αγορά που σχεδόν πάντα δεχόταν πρόστιμα από την Τροχαία. Άλλες πάλι ταράτσες χρησιμοποιούνταν ως αυτοσχέδια τσαγκαράδικα, περιστερώνες, αλλά και χώροι «άνθισης» χασισόδεντρων. Το σήμερα του οικισμού είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το χτες, αλλά όχι με το αύριο, αφού κανείς από τη γενιά των τριαντάρηδων που επιμένουν να ζουν εκεί δεν βλέπουν κάποιο πλάνο αξιοποίησης της περιοχής. Ήταν η καλύτερη περιοχή για να ζεις σαν παιδί, λένε. Είχαμε αλάνες, γειτονιές, ατελείωτους χώρους για παιχνίδι μέχρι να πέσει το σκοτάδι το βράδυ. Τώρα έχουν γίνει πάρκινγκ και τα παιδιά που μένουν εδώ είναι κλεισμένα μέσα, με τα ηλεκτρονικά και τα λάπτοπ. Έχουν ερημώσει οι γειτονιές. Θυμούνται ότι πριν από 20 χρόνια η περιοχή μπορεί να χαρακτηριστεί όντως ως γκέτο. Αλλά αυτό δεν ισχύει σήμερα. Είναι μια συνοικία που βρίσκεται σε ένα εξαιρετικό σημείο, ανάμεσα σε κεντρικούς άξονες που οδηγούν στο αεροδρόμιο και όμως παραμένει παρακμασμένη. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν σπίτια, αλλά δεν ρίχνουν λεφτά για να τα φτιάξουν, γιατί ξέρουν ότι δύσκολα κάποιος θα ενδιαφερθεί να τα πάρει.

Οι εργατικές κατοικίες του Φοίνικα ακολουθούν το δικό τους ρυθμό ζωής. Δεν το λες πόλη, αν και είναι μια ανάσα από αυτήν. Δεν έχει καμία σχέση βέβαια με το πώς ήταν πριν δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια. Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, η αγορά είναι η διαφορετική, ο τοπικός αθλητισμός φυτοζωεί. Είναι μια περιοχή που ακόμη και σήμερα παρουσιάζει υψηλά ποσοστά ανεργίας. Είναι μια καλτ περιοχή, λένε σήμερα οι νεαροί που ζουν ακόμη σε αυτές τις γειτονιές. Είχε τις δικές της φυσιογνωμίες που πέρασαν στην ιστορία. Φυσιογνωμίες που βλέπεις μόνο σε ταινίες.

«Είμαστε ένα μεγάλο χωριό, αλλά με τεράστιες προοπτικές, αλλά μας έχουν παρατήσει και δεν ξέρουμε το γιατί». Το χάσμα μεγαλώνει. Μένεις στις εργατικές κατοικίες, ανοίγεις στο παράθυρο και βλέπεις καινούργιες πολυκατοικίες εκεί όπου κάποτε ήταν χωράφια. Σε δύο λεπτά είσαι σε έναν τελείως διαφορετικό κόσμο. Είναι το πιο ιδανικό μέρος για να ζεις κυριολεκτικά και το έχουν εγκαταλείψει άγνωστο γιατί, λένε με παράπονο. Τα έχεις όλα στα πόδια σου. Εμπορικά κέντρα, το κέντρο της πόλης, οδικό δίκτυο. Υπήρχε και χρήση ναρκωτικών, υπήρχαν και χασίς στις ταράτσες. Τώρα δεν είναι έτσι. Άσχετα τι πιστεύουν για εμάς. Πάντως, μια εικόνα που ακόμη και σήμερα δείχνει ότι κάποιοι στον Φοίνικα αντιλαμβάνονται διαφορετικά την πραγματικότητα είναι ότι σε κάποια σημεία του συνοικισμού θα δεις πάνω στα καλώδια της ΔΕΗ πεταμένα παπούτσια που κρέμονται από αυτά. Ένα είδος σήμα – κατατεθέν των συμμοριών που δρουν στις ΗΠΑ. «Είναι λίγο vintage. Είμαστε στο 2021. Ποιες συμμορίες. Στον Φοίνικα είμαστε, όχι στο Μπρονξ» μας λένε οι νέοι της περιοχής στο «πηγαδάκι» που στήσαμε.

Την προηγούμενη δεκαετία έγιναν προσπάθειες για να γίνει μια επανεκκίνηση στην περιοχή, ακολουθώντας μια σειρά έργων της περιόδου 1983-2000 που περιλάμβαναν κατά καιρούς την Παιδική Χαρά του ΙΚΑ Φοίνικα (1983), τη διαμόρφωση του εσωτερικού χώρου στις κτιριακές εγκαταστάσεις (1984), το αναψυκτήριο στο πάρκο ΙΚΑ και το Πολιτιστικό Κέντρο Φοίνικα (1985), την κατασκευή περίφραξης στο γήπεδο της περιοχής (1986), τις εργασίες επισκευής στα σχολεία την επόμενη δεκαετία, τη συντήρηση της δημοτικής αγοράς (1999). Το 2006 η τότε δημοτική αρχή προσπάθησε να βάλει ξανά τον Φοίνικα στο χάρτη.

«Η χρονιά του Φοίνικα έφτασε» ανέφερε ο τότε δήμαρχος Χριστόδουλος Οικονομίδης βάζοντας στο επίκεντρο το τετράπτυχο: Ποιότητα ζωής, Αστικές υποδομές, Προγράμματα απασχόλησης, Κοινωνική πολιτική. Σχεδιάζονταν η ανάπλαση των κτιρίων των κατοικιών, του εμπορικού κέντρου με τη δημιουργία κέντρου στήριξης και ανάπτυξης επιχειρηματικότητας. Επρόκειτο για ένα έργο προϋπολογισμού 465.482 ευρώ με το 25% να προέρχεται από Εθνικούς Πόρους και το 75% από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης. Η ανάπλαση περιλάμβανε την ανάπλαση του υπαίθριου (στεγασμένου και μη) περιβάλλοντα χώρου του εμπορικού κέντρου και συγκεκριμένα της στοάς που περιβάλλει τα καταστήματα, του υπαίθριου χώρου, των χώρων πρασίνου και των χώρων υγιεινής της αγοράς του Φοίνικα.

Η οικονομική κρίση στις αρχές της δεκαετίας έβαλε ξανά στον «πάγο» τα όποια σχέδια για να βγει ο Φοίνικας από το αδιέξοδο του. Να αναγεννηθεί από τις στάχτες του. «Ακούσαμε, μας είπαν, μας έταξαν, αλλά τίποτα παραπάνω» λένε σήμερα οι κάτοικοι για τα όσα κατά καιρούς έχουν ακουστεί σχετικά με την επόμενη μέρα της περιοχής. Κάποτε στην έξοδο προς τα ανατολικά πολλά αυτοκίνητα σταματούσαν για προμήθειες ενόψει της συνέχειας του ταξιδιού τους. Η κίνηση ξεκινούσε από νωρίς το πρωί. Η αγορά ήταν γεμάτη. Τώρα, σχεδόν όλοι μας την προσπερνάμε με μεγάλη ταχύτητα καθώς οδηγούμε ή περνάμε με τα λεωφορεία από το σημείο και έχουμε σκυμμένο το κεφάλι μας στο κινητό. Μια συνοικία που γερνάει, αλλά παραμένει ζωντανή. Με τους ανθρώπους της, τις ιστορίες της, τις εικόνες της, τις μυρωδιές της.

Μια συνοικία ξεχασμένη, που αναζητά το βηματισμό της στο μέλλον. Θα αποτελέσει ο Φοίνικας ακόμη ένα χαμένο στοίχημα για τη Θεσσαλονίκη ή θα μπορέσει η περιοχή να ανακτήσει τη χαμένη της αίγλη και με τις κατάλληλες παρεμβάσεις να μετατραπεί με έναν μαγικό τρόπο σε ένα νέο hotspot της πόλης;

Ένας Φοίνικας περιμένει να αναγεννηθεί από τις στάχτες του