Ο μύθος του De Facto

Έτσι γεννήθηκε ένας θρύλος που κρατά ακόμα μέχρι σήμερα και στα τραπέζια του γράφτηκαν ιστορίες της πόλης

Γιώργος Τούλας
ο-μύθος-του-de-facto-1477642
Γιώργος Τούλας

Το φθινόπωρο του 1983 άνοιξε στη Θεσσαλονίκη ένα μπαρ εντελώς διαφορετικό για τα δεδομένα της εποχής. Στην έρημη τότε, αλλά πανέμορφη Παύλου Μελά, πλάι στο στέκι του Τσιτσάνη και κάτω από τις μεσοπολεμικές πολυκατοικίες που είχαν επιβιώσει, στην παχιά σκιά των δέντρων του δρόμου, που δεν διέθετε πολιτισμό και διασκέδαση, πλην των κινηματογράφων Ριβολί και Ηλύσια, ένα κατάστημα που κατασκεύαζε φωτεινές επιγραφές και πινακίδες και άνηκε στον Τάσο Καζλάρη, που μπήκε στην ιστορία επίσης, θα μετατρέπονταν σε ένα από τα πιο γοητευτικά μπαρ της χώρας. Ήταν 23 Νοεμβρίου του 1983 η μέρα της γέννησης.

Μια παρέα κοριτσιών που ζούσαν εκείνη την εποχή στο Παρίσι, η Λίτσα Τατόγλου και οι αδερφές Βέρχαϊμ αποφασίζουν να έρθουν στην πόλη και να ανοίξουν ένα διαφορετικό στέκι. Είχαν γνωριστεί πριν χρόνια στη Σκύρο, ξαναβρέθηκαν στο Παρίσι, πήγαιναν σε ένα salon de the στο μικρό νησάκι του Σηκουάνα και ανακαλύπταν το στιλ και τη φινέτσα.

Τι είχε προηγηθεί;

Αρχή της ιστορίας

Η Λίτσα Τατόγλου αφήνει την πατρίδα της τη Θεσσαλονίκη και φεύγει για το Βερολίνο μετά τις σπουδές της. Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 70. Μένει περίπου δυο χρόνια και γνωρίζεται με τον Αλέξη και τη Φώφη Ακριθάκη τους οποίους κάνει παρέα και εργάζεται στο μπαρ και το εστιατόριο τους. Οι επιρροές είναι έντονες και η εποχή μαγική. Η Τατόγλου κουβαλά εκτός από το Βερολίνο και τις επιρροές του τις ρίζες της κουλτούρας της πόλης μας. Της κινηματογραφικής λέσχης στο Αμαλία αλλά και του θεατρικού Εργαστηρίου που ήταν μέλος.

‘’Στο ξεκίνημα του το Defacto είχε κάτι γερμανικό σε στιλ και αναφορά. Είχε γαλλική ατμόσφαιρα, λόγω της Στεφανί και της Κατρίν αλλά σε Βερολινέζικο περιτύλιγμα. Απέκτησε σύντομα φήμη όπως το DaCapo της Αθήνας’’ μας λέει η Λίτσα.

H Στεφανί θυμάται: ‘’ Ήμασταν μια ωραία χειμωνιάτικη μέρα, με χιόνι, με τη Λίτσα σε μια πλατεία στο Μαρέ, στην υπέροχη Place des Vosges. Εκεί μου είπε την ιδέα για το καφέ. Φέραμε τις ιδέες και την αισθητική μας αλλά προσαρμόστηκε και στην πραγματικότητα της Θεσσαλονίκης και όσα αγάπησε ο κόσμος, γιατί ο κόσμος φτιάχνει ένα μαγαζί. Έπρεπε να βρούμε πολλές λύσεις για όσα έπρεπε να αποθηκευτούν και αυτό ο Μπίρδας το χειρίστηκε έξυπνα αρχιτεκτονικά. Όπως ας πούμε τα μεγάλα μπουριά για τον εξαερισμό που έγιναν στοιχείο διακόσμησης. Οι μουσικές ήταν δική μου επιλογή, κυρίως το πρωί. Μεγαλωμένη με Μότσαρτ και Μπαχ έγραφα κασέτες σπίτι και τις πήγαινα. Ώρες ατέλειωτες με βινύλια, με ψάξιμο. Μουσικές που έδιναν ένα στίγμα. Γαλλική έντεχνη, τζαζ, ελληνική, Χατζηδάκις και πιο σύγχρονα. Ο Νίκος ο Ναουμίδης ήταν ένα κεφάλαιο από μόνος του. Τον φιλοξένησα σπίτι μου δυο χρόνια και ήταν μια υπέροχη συνύπαρξη. Φτιάχναμε υπέροχα σοκολατάκια που προσφέραμε με τον καφέ και τάρτες και γαλλικά γλυκά, όσα μπορούσαμε γιατί δεν είχαμε χώρο για όλα αυτά που θα θέλαμε να κάνουμε Θυμάμαι τα αποκριάτικα πάρτι πάνω στα τραπέζια, το γλέντι της Ανάστασης με μαγειρίτσα από το Τίφανις . Το κοινό άλλαζε ανάλογα με την ώρα της ημέρας. Ακόμα με χαιρετάει κόσμος που με θυμάται από τότε’’

Την ομάδα πλαισιώνουν εκτός από την Τατόγλου και τις Γαλλίδες αδερφές Κατερίνα και Στεφανί, ο ηθοποιός Νίκος Ναουμίδης που θα δημιουργήσει μια μοναδική περσόνα στο σέρβις του μαγαζιού, κάνοντας στην πραγματικότητα μικρές περφόρμανς παίρνοντας παραγγελίες και ο εικαστικός  Ξάνθιππος Βύσσιος, που σχεδίασε το περίφημο λογότυπο που υπάρχει μέχρι σήμερα από νέον. Το μπαρ θα συνδεθεί εκτός από το θέατρο με μεγάλες διοργανώσεις όπως η φωτογραφική συγκυρία του Άρη Γεωργίου και θα διοργανώσει εκθέσεις που θα μείνουν κλασικές, ψυχή εδώ και ο σύζυγος της Λίτσας, ο Ζαν Μαρί Βερνέρ.

Το όνομα το διάλεξαν μετά από κουβέντες, εκείνη την εποχή υπήρχε το θρυλικό De Profundis στην Πλάκα στην Αθήνα που λειτούργησε λίγο ως επιρροή.

Την αρχιτεκτονική του χώρου αναλαμβάνει ο Τάκης Μπίρδας, ένας από τους συνεταίρους και σκέφτεται την ιδέα με τα σκαλιά που υψώνει το χώρο. Του δίνει μια γεωμετρία εντυπωσιακή, με τη μπάρα να κυριαρχεί, ενώ τη διακόσμηση και τα χρώματα καθώς και τα έπιπλα επιλέγουν οι κυρίες. Το μπαρ θα ξεχωρίσει αμέσως για τα δυο εντυπωσιακά σεπαρέ που γύρω τους παίζονται θεϊκά σκηνικά που θα μείνουν αλησμόνητα και γίνονται σημεία συνάντησης αλλά και για τη δεύτερη πόρτα που οδηγεί μέσα στην πολυκατοικία. Από κεί είδα πολλές φορές να αναχωρεί εσπευσμένα κάποιος όταν διαπίστωνε πώς είχε μπει από την κεντρική πόρτα κάποιος που δεν ήθελε να ιδωθούν.

Η κεντρική κολώνα ζωγραφίστηκε και έμεινε ανέπαφη για χρόνια, σκηνικό κανονικό που άλλαζε ανάλογα με την εποχή, από Χριστούγεννα μέχρι καλοκαίρι, στους τοίχους η εικόνα του Μαν Ρέι με την αφρικάνικη μάσκα, ασπρόμαυρες εικόνες από καφέ του Παρισιού, αφίσες από ταινίες δίνουν τον τόνο.

Μια μποέμ ατμόσφαιρα γαλλική με ένα αυστηρό βερολινέζικο τόνο είναι τα χαρακτηριστικά του. Η κολώνα που θα γίνει το αγγελτήριο των εκδηλώσεων της πόλης αλλά και σημείο διακόσμησης ανάλογα με την εποχή. Κάθε Δευτέρα για χρόνια κολλούσαμε εκεί την αφίσα των μεταμεσονύκτιων προβολών της parallaxi στον Έσπερο και άλλοι δεκάδες αφίσες εκδηλώσεων της πόλης.

Στα πικάπ ο Άγγελος και ο Κώστας Μπέσιος με την πληθωρική του περσόνα. Οι Γαλλίδες με τα υπέροχα γλυκά δίνουν τον τόνο του μπιστρό. Ιδιαίτερα ροφήματα, πρωϊνά, μουσική που άλλαζε στη διάρκεια της μέρας από κλασική μέχρι τζαζ και μυθικά πάρτι την Πρωτοχρονιά. Ανάμεσα στα ξεχωριστά άτομα που πέρασαν ήταν ο περίφημος Γώγος ο μπάρμπαν του μπαρ της Φώφης Ακριθάκη από το Βερολίνο που δούλεψε στο Defacto. Σερβιτόρος εδώ ένα φεγγάρι και ο Νίκος Σεργιανόπουλος. Ανάμεσα στα ιστορικά του πρόσωπα ο Γιώργος Παπαζώης.

Σε μια έκθεση σε ένα κήπο στο Παρίσι με τα μυθικά καφέ που έγραψαν ιστορία των πόλεων της Ευρώπης συμπεριλήφθηκε ως το απόλυτο δείγμα από την Ελλάδα, πλάι στο καφέ Flo του Παρισιού.

Τι ήταν αυτό που έκανε το μπαρ τόσο ξεχωριστό και απέκτησε αυτό το μύθο;

Αρχικά η ιδέα. Ένα καφέ, μπαρ, μπιστρό που άλλαζε όψη από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ξεκινώντας με καφέ και πρωϊνά από νωρίς και συνεχίζοντας με μεσημεριανές κουβέντες και σαλάτες που τότε ήταν προχωρημένες και όλοι μας περάσαμε από κει μετά το σχολείο και κάναμε μια στάση πριν το φροντιστήριο για μια σαλάτα και λίγο socializing. Κυρίως όμως για να δούμε ιερά τέρατα της τέχνης και της επιστήμης που σύχναζαν εκεί.

Διάσημους ηθοποιούς, εικαστικούς. Δημοσιογράφους, συγγραφείς, μουσικούς, σκηνοθέτες, το Μαρωνίτη, το Λαζόγκα, τον Ηλία Πετρόπουλο. Το σύμπαν.

Ο απόλυτος τόπος συνάντησης και ανταλλαγής ιστοριών, ατακών και χειρονομιών. Ένα ζωντανό θέατρο δρόμου τα τραπέζια του το καλοκαίρι που ήταν αδύνατον να περάσεις και να μη χαιρετίσεις το σύμπαν. Οι γνωριμίες της Λίτσας Τατόγλου θα ναι η πρώτη μαγιά για όσους θα ακολουθήσουν μετά. Από το De facto πέρασε όλος ο κόσμος.

’Στην αρχή του 2000 η Θεσσαλονίκη ανοίχτηκε πολύ στον κόσμο, μετατέθηκαν τα κέντρα βάρους στα Λαδάδικα, τη Βαλαωρίτου κλπ η ζωντάνια του κέντρου χάθηκε και εμείς ότι είχαμε να πάρουμε το είχαμε πάρει. Ο καθένας μας πήρε το δρόμο του. Για μένα δεν ήταν ο στόχος της ζωής μας αλλά ένα όνειρο για αυτό είχε επιτυχία’’ λέει η Τατόγλου. ‘’Θυμάμαι τον φωτογράφο τον Κυριακίδη, τον Πούπη, το Στράτο τον Καλαφάτη να εκθέτουν εκεί. Τον καιρό του Φεστιβάλ φιλοξενούσαμε όλο τον κόσμο του κινηματογράφου. Όπου και αν ταξιδεύαμε μας καλωσόριζαν με τη φράση: Ήρθε το De facto. Δεν είχαμε ανταγωνισμό με κανέναν από τα ιστορικά μπαρ εκείνου του καιρού. Όλοι πηγαίναμε σε όλους με τη σειρά. Ήταν ένα μοναδικό κλίμα μεταξύ μας. Αλλά ήταν ένα σημείο αναφοράς και για τους εκτός πόλης. Στις εκλογές του 85 ένα τρένο γεμάτο νέους δικαστικούς αντιπρόσωπους που ήρθαν στην πόλη κατευθύνθηκε στο μαγαζί γιατί η φήμη του είχε φτάσει παντού πριν πάνε στο καθήκον τους να πιουν τον καφέ τους σε μας’’.

Ο Σπύρος Βούγιας λέει: ‘’ Το De facto εξέφραζε ακριβώς αυτή την έντονη ανάγκη για περισσότερη ζωτική χαρά και ελευθερία, αφήνοντας πίσω το βάρος του πολιτισμικού επαρχιωτισμού της «μπαγιάτικης» συντηρητικής πόλης και υπερβαίνοντας τις φαντασιακές εμμονές και τις δογματικές αγκυλώσεις της πρώιμης μεταπολίτευσης. Η αρχική διακόσμηση (που έχει διατηρηθεί σχολαστικά μέχρι σήμερα) με τα δύο επίπεδα και την κεντρική κυλινδρική κολώνα, χωρίζει το φαντασμαγορικό ξύλινο μπαρ με το μαρμάρινο πάσο, τους καθρέφτες και τα σκαμπό για τους ρέκτες, από την κάτω αίθουσα με τα επίσης ξύλινα τραπεζάκια με τη μαρμάρινη επιφάνεια που νομίζεις πως δεν άλλαξαν ποτέ. Στο μεταίχμιο των επιπέδων, οι δύο αγαπημένοι μου κόκκινοι καναπέδες, που οριοθετούν και προστατεύουν τη διακριτικότητα της παρέας αλλά επιτρέπουν και τον στρατηγικό έλεγχο της εισόδου και τις κινήσεις των θαμώνων στο μαγαζί. Δεν θέλω να βουτήξω βαθιά αναπολώντας τις άπειρες προσωπικές στιγμές απόλαυσης που έζησα σ’ αυτή τη φιλόξενη κιβωτό της συντροφικότητας, της χαράς, της φιλικής ή και ερωτικής επικοινωνίας αλλά και της παρηγορητικής τρυφερότητας που προσέφερε (με τη βοήθεια και του ευεργετικού αλκοόλ) στους κάθε είδους θαμώνες του το De Facto. Ξεχωρίζω όμως πάντα και κρατώ, για προσωπική χρήση, τα αξέχαστα ξενύχτια ως το πρωί με τις κουβέντες τα μαιευτικά διλήμματα του Μίμη Μαρωνίτη, όπως και κάτι ξεχειλωμένα βράδια του καλοκαιριού που φεύγαμε όλοι μαζί (αγόρια- κορίτσια) όταν έκλεινε το μπαρ για να παίξουμε μπάλα ή να μείνουμε ως το χάραμα στη νέα παραλία.  Θυμάμαι έντονα και μιαν άλλη βραδιά, όταν αποφασίσαμε σ’ αυτό το χώρο τη συγκρότηση του εναλλακτικού «Ψηφοδελτίου Κριτικής και Διαλόγου» για τις πρυτανικές εκλογές του 1986 στο ΑΠΘ, με υποψήφιο πρύτανη τον ίδιο τον Μαρωνίτη και υποψήφιους αντιπρυτάνεις τον Αντώνη Μανιτάκη και τον Γιώργο Πάσχο. Ανέλαβα να τρέξω νυχτιάτικα στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» για να προλάβω να δώσω την ανακοίνωση, όταν με ρώτησαν στην πόρτα αν θα ξαναγυρίσω να τους πω τι έγινε. Αυθόρμητα, τότε, με τα λίγα λατινικά που είχα μάθει στο ιστορικό Β’ Αρρένων της Ικτίνου, απάντησα αυθόρμητα: «De facto!» (εκ των πραγμάτων) και έπεσε πολύ γέλιο’’.

Το De facto δεν είναι ένα καφέ, δεν είναι ένα μπαρ. Είναι κομμάτι της πολιτιστικής και αισθητικής κληρονομιάς της πόλης. Στα τραπέζια του γράφτηκαν μερικές από τις ωραιότερες ιστορίες της, τα τελευταία 43 χρόνια.

Οι άνθρωποι που στα χέρια τους πέρασε στη συνέχεια το μπαρ σεβάστηκαν απόλυτα την ιστορία και το μύθο του διατηρώντας τα βασικά στοιχεία που το έκαναν να ξεχωρίζει. Στα ντεκ συνέχισαν με μουσικές εξαίσιες ο Γιώργος Βλυσίδης και η Έλενα Αγγελίδου τη μεγάλη παράδοση. Το ύφος του ήρθε κοντά στο σήμερα και ο κόσμος ανανεώθηκε. Κάθε φορά που περνά κανείς το κατώφλι του η βοή του μύθου των χρόνων από το 83 μέχρι σήμερα είναι πανταχού παρούσα.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα