close search results icon

Parallax View

Η σοβαρότητα του γέλιου ενός αυτόχειρα

Ο Σάββας Πατσαλίδης σχολιάζει ένα έργο με πολυτάραχη ιστορία

Η σοβαρότητα του γέλιου ενός αυτόχειρα
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Ο Αυτόχειρ (παίζεται τώρα στο Εθνικό Θέατρο) είναι ένα έργο με πολυτάραχη ιστορία. Ο συγγραφέας του, Νικολάι Έρντμαν, δεν κατάφερε να το δει να ζωντανεύει στο σανίδι καθότι απαγορεύτηκε από το καθεστώς Στάλιν αμέσως μετά τη γενική πρόβα το 1932, μια πρόβα με μοναδικό κοινό αξιωματούχους του κόμματος.

 Λέγεται ότι θα πήγαινε και ο Στάλιν να παρακολουθήσει, όμως την τελευταία στιγμή έστειλε τον Γραμματέα του κόμματος Λαζάρ Καγκάνοβιτς, ο οποίος, ως «όφειλε», «συμβούλευσε» στο τέλος τον συγγραφέα πως δεν υπήρχε κανένας λόγος να συνεχίσει να επεξεργάζεται αυτό το έργο. 

Η συμβουλή μεταφράστηκε ευθύς αμέσως σε σύλληψή και εξορία του συγγραφέα στη Σιβηρία. Όσο για τον σκηνοθέτη της παράστασης, τον Μέγιερχολντ, η εξέλιξη ήταν πολύ χειρότερη. Εκτελέστηκε με την κατηγορία ότι με το έργο αυτό στράφηκε εναντίον του καθεστώτος.

Εκείνο που ενόχλησε ιδιαίτερα τους αξιωματούχους είναι το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας Σεμιόν, πέρα από «τεμπέλης» και «τομαράκιας», έβαζε πάνω από όλα τη χαρά της ζωής (και όχι τη χαρά της δουλειάς) και την ελευθερία του λόγου.

 Οι εκπρόσωποι της κομματικής νομενκλατούρας έκριναν ότι εάν το κοινό αγαπούσε αυτό τον περίεργο και ιδεολογικά ύποπτο τύπο, θα ήταν σαν να επιβράβευε ένα αρνητικό πρότυπο για τη μαρξιστική επανάσταση.

Ανάλογη αρνητική διάθεση εκφράστηκε και για τον Yegor, γιατί ακριβώς ως ο μοναδικός μαρξιστής στο έργο δεν ήταν, κατά την άποψή τους, αρκούντως καθαρός ως προς τον ρόλο του. Πιο πολύ έδινε την εντύπωση γελωτοποιού-μπούφου, του οποίου η όλη συμπεριφορά ειρωνευόταν αντί να παινεύει τον μαρξισμό, εμφανίζοντάς τον ως κάτι κακό, βαρετό, και ακατανόητο.

Το σοβαρό και το παιγνιώδες

Όπως και να το δει κανείς, πρόκειται για ένα έργο πυκνό, πολυπρισματικό, έντονα σωματικό, που κινεί τα δρώμενά του με δεξιοτεχνία ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία, το μακάβριο και το φωτεινό, το υψηλό και το λαϊκό, το δραματικό και το φαρσικό, το φυσιολογικό και το γκροτέσκο.

 Μια καλειδοσκοπική απεικόνιση της Ρωσίας των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα που εν πολλοίς εξηγείται και δικαιολογείται και από τα ίδια τα βιώματα του συγγραφέα, ο οποίος, έχοντας ζήσει το διεφθαρμένο καθεστώς του Τσάρου, την Οκτωβριανή Επανάσταση, τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και αμέσως μετά τον στυγνό σταλινισμό, ήταν λογικό να ταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα στην ελπίδα για το μέλλον από την μια και την απόγνωση και τη βαθιά απογοήτευση, από την άλλη.

Να θυμίσω ότι αυτό ακριβώς το συνεχές τραμπάλισμα συναισθημάτων είναι που θα δώσει σατιρική τροφή και στα καμπαρέ της Μόσχας εκείνη την περίοδο, καθώς επίσης και στέγη στις παρωδίες και τους σατιρικούς στίχους του Έρντμαν. Όλα αυτά τα ζωηρά και ανήσυχα ξεσπάσματα μέχρι το 1924, οπότε με εντολή του Στάλιν η περίφημη ρωσική αβανγκάρντ εξαφανίζεται.

Περί σκηνοθεσίας και νεότητας

Πριν περάσω στη σκηνοθεσία του Γιώργου Παπαγεωργίου, θέλω να κάνω την εξής γενική παρατήρηση. Μολονότι το ελληνικό θέατρο διαθέτει αρκετούς νέους σκηνοθέτες με ταλέντο, φαντασία και δημιουργικό νου, ελάχιστοι πείθουν ότι μπορούν να σκηνοθετήσουν το ίδιο καλά και σε μια μεγάλη σκηνή και έργα με πολλούς χαρακτήρες. Σίγουρα δεν είναι θέμα έλλειψης ικανοτήτων αλλά πρωτίστως μαθητείας και εμπειρίας.

Όλοι σχεδόν οι νέοι σκηνοθέτες μπαίνουν κατευθείαν στην αγορά απροετοίμαστοι, δηλαδή χωρίς να έχουν μαθητεύσει κοντά σε κάποιον μεγάλο δάσκαλο (δεδομένη πρακτική στους παλαιότερους), ώστε να «ψηφούν», να μάθουν τα μυστικά του χώρου. 

Βιάζονται να προχωρήσουν μόνοι τους, δοκιμάζοντας τις αντοχές τους πιο πολύ με «χαλαρά» κείμενα, από τα οποία απουσιάζουν τα αυστηρά περιγράμματα και οι απαιτήσεις των ολοκληρωμένων δραματικών έργων. Μιλάμε για μικρές, ολιγοπρόσωπες σε όγκο δραματουργίες (με τους ίδιους συνήθως να πρωταγωνιστούν), προφανώς πιο πολύ στα μέτρα τους. Όπως με λιγότερες απαιτήσεις είναι και οι χώροι όπου δοκιμάζονται αυτά τα κείμενα. Είναι συνήθως μικροί έως πολύ μικροί ή και καθόλου οργανωμένοι (β. θέατρο δρόμου, οικολογικό θέατρο κ.λπ), με αποτέλεσμα όταν όλοι αυτοί βρεθούν σε μια μεγάλη σκηνή και με ένα μεγάλο καστ να τα έχουν χαμένα, στην καλύτερη περίπτωση.

Η σκηνοθεσία Παπαγεωργίου

Και για να επανέλθω στον Παπαγεωργίου. Αν δεν με απατά η μνήμη μου αυτή πρέπει να είναι η πρώτη του σκηνοθεσία σε μεγάλο χώρο και με μεγάλο καστ. Και κρίνοντας εκ του αποτελέσματος εκτιμώ πως το πάλεψε και κέρδισε σ’ ένα βαθμό το στοίχημα. Θα μπορούσε ίσως και καλύτερα εάν χειριζόταν ορισμένες πτυχές του έργου με μεγαλύτερη γενναιοδωρία και υποψία ως προς τη βαρύτητα των κρυμμένων «υπο-κειμένων» του, προκειμένου να αναδειχτεί η σοβαρότητα του γέλιου.

Ως προς τα θετικά στοιχεία της πρότασής του, πολύ καλά έκανε και επέβαλε την ατμόσφαιρα της πρόβας ή, αν προτιμάτε, την εικόνα του θεάτρου εν θεάτρω, με τους ηθοποιούς να βρίσκονται σε όλη τη διάρκεια επάνω σκηνή και να παρακολουθούν τα δρώμενα αναμένοντας τη σειρά τους. Κάπως έτσι υπογράμμισε τη μεταθεατρικότητα της παράστασης, μετατρέποντάς την σε ένα επιτελεστικό roller coaster ρόλων και μεταμφιέσεων. Σε αυτό βοήθησαν και οι επί σκηνής μουσικοί, καθώς προσέφεραν το συναισθηματικό beat, την αναγκαία ρυθμική ευαισθησία για την ομαλότερη αναδίπλωση των δράσεων.

Στη δεύτερη πράξη ο Παπαγεωργίου ανέβασε κι άλλο τους ρυθμούς και τα ντεσιμπέλ, οδηγώντας το παλαβό «ξεσάλωμα» όλων γύρω από το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας του Σεμιόν σε ακόμη πιο σουρεαλιστικές εκδηλώσεις που ναι μεν υπογράμμιζαν τις «έκ-κεντρες» και «εκ-κεντρικές» διαθέσεις των δρώντων προσώπων, από ένα σημείο όμως και μετά η ολοένα και πιο έντονη καμπαρεδίστικη και slapstick ατμόσφαιρά τους συμπίεζε πολύ τις πιο σκοτεινές πτυχώσεις του έργου.

Υπάρχει άφθονη κατάθλιψη και πόνος σε όλη αυτή τη γελαστική τρέλα, όπως υπάρχει και έντονο πολιτικό σχόλιο ενάντια στη θεσμοθετημένη φτώχεια, στους κινδύνους που κομίζει η φήμη και στο δέλεαρ της πολιτικής δύναμης. Αυτά όλα εκτιμώ πως έπρεπε να γίνουν πιο αισθητά. Πού και πού κατέβαιναν στην πλατεία, όχι όμως ολοστρόγγυλα, αλλά κουτσουρεμένα και «καπελωμένα» από το ψυχαγωγικό κομμάτι και το χάχανο. Και αυτό το χρεώνεται η σκηνοθεσία. Δεν εκτίμησε ίσως σωστά τη δυναμική του σοβαρού γέλιου. Πρόχειρα φέρνω στον νου το γέλιο που προκαλούν οι δυο λακέδες του Μπέκετ. Κι αυτοί μας έρχονται κατευθείαν από το Music Hall: γελωτοποιοί της θλίψης.

Η διανομή

Ο Σεμιόν φαινομενικά δίνει την εντύπωση ενός ευανάγνωστου υποκριτικού όγκου, όμως στην πραγματικότητα είναι πολύ σύνθετος. Είναι ένας λακές-γρίφος. Είναι στιγμές που σε κάνει να διερωτηθείς κατά πόσο σκέφτεται μόνο με οδηγό το στομάχι ή κατά πόσο έχει την αθωότητα και την αφέλεια ενός μικρού παιδιού που τα θέλει όλα δικά του. Πάντως ό,τι και να ‘ναι, σημασία έχει ότι στο τέλος αυτόν επιλέγει ο συγγραφέας για να τον εκπροσωπήσει, να μεταφέρει το μήνυμά του που λέει ότι η ζωή είναι το μέγιστο δώρο, κάτι που αγνοούν οι πολιτικοί στο κυνήγι της δόξας.

Ο Μανώλης Μαυροματάκης, ηθοποιός δαιμόνιος, κυτταρικός και επικοινωνιακός, μόχθησε αναζητώντας την ισορροπία ανάμεσα στη λαχτάρα του χαρακτήρα για ζωή και το δέλεαρ της εξουσίας και της φήμης, όμως η γενικότερη καρναβαλίστικη ατμόσφαιρα που τον πολιορκούσε δεν μπορώ να πω ότι τον βοήθησε σε αυτά τα δύσκολα περάσματα, με αποτέλεσμα ακόμη και αυτός ο τόσο συγκινητικός μονόλογός του στο τέλος να μας βρει απροετοίμαστους να τον υποδεχτούμε όπως του αξίζει.

Η γυναίκα του Μαρία με όρους κομέντια ντελλ΄ άρτε θα λέγαμε ότι είναι η Κολομπίνα του έργου. Η Αγορίτσα Οικονόμου κατέβασε στην πλατεία του RΕΧ μια καλοκάγαθη και ενίοτε υστερική φιγούρα, καλό ταίρι δίπλα στον μπουρδουκλωμένο Σεμιόν. Η Ναταλία Τσαλίκη (Σεραφίμα), υποδύθηκε την πεθερά του ήρωα με συνεχείς ταλαντώσεις ανάμεσα στην υστερική περσόνα και τη babushka. Ενίοτε το παίξιμό της ξέφευγε λιγάκι προς τον εντυπωσιασμό, γενικά όμως έγραψε ερμηνευτική παρουσία.

Όταν γινόταν τότε η συζήτηση κατά πόσο θα επιτραπεί η παράσταση του έργου, οι κριτικοί-αξιωματούχοι είχαν ονομάσει τον Αλεξάντερ «κούλακ», δηλαδή ένα ευκατάστατο άτομο από την επαρχία. Ο Μάκης Παπαδημητρίου που ανέλαβε να τον υποδυθεί, προσπάθησε να του δώσει ένα κράμα θλιμμένου και ταυτόχρονα γελοίου και μοναχικού τύπου, καταπιεσμένου και χαμένου. 

Δεν πείστηκα απόλυτα. Ναι μεν δήλωνε διαρκώς παρών ως ο επί σκηνής εκπρόσωπος μιας νομενκλατούρας, όμως πιο πολύ έπαιξε στα όρια μιας επαναλαμβανόμενης, τυποποιημένης παρτιτούρας χωρίς πετάγματα και κάποιο κείμενο από κάτω. Σε κάθε περίπτωση, μιλάμε για ένα φύσει κωμικό ηθοποιό που τον αγαπά το σανίδι ακόμη και όταν βρίσκεται σε πλήρη ακινησία.

Η Καβαλιεράτου ως Μαργαρίτα, με μια εξωφρενική, γκροτέσκα εμφάνιση δημιουργούσε αίσθηση στα (εύκολα) περάσματά της, αλλά ως εκεί. Ο «ποιητής» του Καρδώνη συγκροτημένος και επικοινωνιακός μας έκανε να ακούσουμε τα ξεσπάσματα της «τέχνης» του.

 Ο Μπερικόπουλος με κέφια και σκόπιμα υπογραμμισμένες πόζες, διακωμώδησε ή μάλλον εξέθεσε καλύτερα τη διανόηση. Ο Κλέαρχος Παπαγεωργίου, διατηρώντας επί τούτου ένα καλά δουλεμένο «χαμηλό» προφίλ, σχεδόν σφιγμένο, εκπροσώπησε την Επανάσταση και τη μαρξιστική σκέψη. Έβγαλε γέλιο χωρίς να το εκβιάσει. Ο Μπούρας από τη μεριά του κλήθηκε να εκθέσει την εκκλησιαστική εξουσία. Και το έκανε παίζοντας σε μια ευθεία τον τύπο.

Ευφυές και λειτουργικό το «φτωχό» σκηνικό που σχεδίασε ο Πάρις Μέξης. Έδωσε τη δυνατότητα για ποικίλες χωρικές και συμβολικές μετατοπίσεις. Και τα κουστούμια δηλωτικά τύπων.

Μετάφραση

Και ένα τελευταίο για τη μετάφραση. Δεν μπορώ να κρίνω πόσο πιστή είναι η μετάφραση (ρέουσα σίγουρα) του Κωστή Σκαλιώρα. Εκείνο που ξέρω είναι ότι ο Έρντμαν είχε ένα αφτί εξασκημένο στα «νταναταϊστικά» ακούσματα της ρωσικής γλώσσας που δύσκολα αποδίδονται με επιτυχία και ακρίβεια στη μετάφραση. Του άρεσε να φτιάχνει λέξεις, να παίζει με τις λέξεις, να παραδοξολογεί ηχητικά με αστείες λέξεις. Υπ’ αυτή την έννοια, πολύ σωστά σκέφτηκε τη λύση των μουσικών ο Παπαγεωργίου, στρώνοντας και υπογραμμίζοντας το μουσικό χαλί επάνω στο οποίο πάτησαν τα δρώμενα και οι λεκτικοί και ενίοτε σουρεάλ ακροβατισμοί.

Συμπέρασμα: μια παράσταση με καλά στοιχεία, αλλά και με αρκετές ευκολίες. Η σκηνοθεσία, χωρίς να ξαφνιάζει ή να πρωτοτυπεί, κράτησε ένα ύφος προβλέψιμο μεν ωστόσο καθαρό, επικοινωνιακό, εύφορο, και συνεπές που υποστήριξαν έντιμα, με κέφι και υποκριτική καθαρότητα όλοι οι ηθοποιοί. Εάν την επιλέξετε θα περάσετε καλά. Όλοι έχουμε ανάγκη το γέλιο. Μας εξόντωσαν οι τραγωδίες. Ας στραφούμε και στις κωμωδίες. Τουλάχιστον κομίζουν λίγη ελπίδα: ένα επιθυμητό ευτυχισμένο τέλος.