close search results icon

Επικαιρότητα

Καταδίκη Ελλάδας για θανάτους μεταναστών το 2014

Για το πολύνεκρο ναυάγιο στο Φαρμακονήσι – Η απόφαση κόλαφος του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

Καταδίκη Ελλάδας για θανάτους μεταναστών το 2014
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi


Για πρώτη φορά η Ελλάδα καταδικάζεται για 11 θανάτους μεταναστών και προσφύγων στο πολύνεκρο ναυάγιο στο Φαρμακονήσι επί της κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά το 2014.

Ολόκληρη την καταδικαστική απόφαση-κόλαφο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΑΔΑ) για το Φαρμακονήσι το 2014 δημοσιεύει το iEidiseis. Με την απόφασή του, το ΕΔΔΑ δικαιώνει τους 16 επιζώντες, οι οποίοι στην καταγγελία τους έκαναν λόγο για απόπειρα βίαιαης επαναπροώθησης (push-back) από σκάφος του λιμενικού που είχε ως αποτέλεσμα το ναυάγιο.

Η υπόθεση Safi κ.λπ. κατά Ελλάδας (αίτηση αριθ. 5418/15) αφορούσε τη βύθιση, στις 20 Ιανουαρίου 2014, αλιευτικού σκάφους που μετέφερε 27 αλλοδαπούς υπηκόους στο Αιγαίο Πέλαγος, ανοικτά του Φαρμακονησίου, με αποτέλεσμα το θάνατο 11 ατόμων, μεταξύ των οποίων συγγενείς των προσφευγόντων.

Με τη σημερινή απόφαση του Τμήματος στην υπόθεση αυτή, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε, ομόφωνα, ότι υπήρξε:

  • Παραβίαση του άρθρου 2 (δικαίωμα στη ζωή) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου υπό το δικονομικό του σκέλος. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχαν ελλείψεις στη διαδικασία και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εθνικές αρχές δεν διεξήγαγαν εμπεριστατωμένη και αποτελεσματική έρευνα ικανή να ρίξει φως στις συνθήκες υπό τις οποίες βυθίστηκε το σκάφος.
  • Παραβίαση του άρθρου 2 (δικαίωμα στη ζωή) λόγω μη συμμόρφωσης με τη θετική υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο αυτό. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ελληνικές αρχές δεν έκαναν ό,τι μπορούσε ευλόγως να αναμένεται από αυτές για να παράσχουν στους προσφεύγοντες και στους συγγενείς τους το επίπεδο προστασίας που απαιτεί το άρθρο 2 της Σύμβασης.
  • Παραβίαση του άρθρου 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης), όσον αφορά 12 από τους προσφεύγοντες που επέβαιναν στο πλοίο και οι οποίοι, μετά τη βύθισή του, είχαν υποστεί εξευτελιστική μεταχείριση λόγω των σωματικών ερευνών στις οποίες υποβλήθηκαν κατά την άφιξή τους στο Φαρμακονήσι.

Ποια τα κύρια γεγονότα

Η προσφυγή υποβλήθηκε από ομάδα 16 προσφευγόντων, αποτελούμενη από 13 Αφγανούς υπηκόους, δύο Σύρους υπηκόους και έναν Παλαιστίνιο υπήκοο. Αφορούσε τη βύθιση, στις 20 Ιανουαρίου 2014, αλιευτικού σκάφους που μετέφερε 27 αλλοδαπούς υπηκόους στο Αιγαίο Πέλαγος, ανοικτά του Φαρμακονησίου. Οι προσφεύγοντες επέβαιναν στο σκάφος, η βύθιση του οποίου είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο 11 ατόμων, μεταξύ των οποίων και συγγενείς των προσφευγόντων. Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, το σκάφος της ακτοφυλακής ταξίδευε με πολύ μεγάλη ταχύτητα προκειμένου να ωθήσει τους πρόσφυγες πίσω προς τα τουρκικά ύδατα, και αυτό προκάλεσε την ανατροπή του αλιευτικού σκάφους.

Σύμφωνα με τις εθνικές αρχές, το σκάφος ρυμουλκούνταν προς το νησί Φαρμακονήσι προκειμένου να διασωθούν οι πρόσφυγες και ανατράπηκε λόγω πανικού και ξαφνικών κινήσεων μεταξύ των επιβαινόντων.

Καταγγελίες, διαδικασία και σύνθεση του Δικαστηρίου

Επικαλούμενοι το άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή) της Σύμβασης, οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι, λόγω των ενεργειών και/ή παραλείψεων των λιμενικών, η ζωή τους τέθηκε σε κίνδυνο όταν το σκάφος βυθίστηκε. Ορισμένοι από τους προσφεύγοντες παραπονέθηκαν επίσης για το θάνατο των συγγενών τους κατά την περίπτωση αυτή.

Επικαλούμενοι το άρθρο 2 της Σύμβασης, στο πλαίσιο του δικονομικού του σκέλους, οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι η διοικητική και δικαστική έρευνα που διεξήγαγαν οι εθνικές αρχές για τον εντοπισμό των υπευθύνων για το θανατηφόρο ατύχημα ήταν ανεπαρκής.

Σύμφωνα με το άρθρο 13 (δικαίωμα πραγματικής προσφυγής) της Σύμβασης, ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν αποτελεσματικό εσωτερικό ένδικο μέσο, με το οποίο θα μπορούσαν να προβάλουν τις καταγγελίες τους βάσει του άρθρου 2.

Το Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει τις εν λόγω καταγγελίες μόνο βάσει του άρθρου 2. Επιπλέον, επικαλούμενοι το άρθρο 3 (απαγόρευση απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) της Σύμβασης, οι προσφεύγοντες κατήγγειλαν ότι είχαν υποστεί απάνθρωπη και/ή εξευτελιστική μεταχείριση μετά τη μεταφορά τους από το λιμενικό στο νησί του Φαρμακονησίου.

Η προσφυγή κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 21 Ιανουαρίου 2015.

Η απόφαση εκδόθηκε από επταμελές τμήμα, το οποίο απαρτίζεται από τους εξής δικαστές: Marko Bošnjak (Σλοβενία), πρόεδρος, Péter Paczolay (Ουγγαρία), Krzysztof Wojtyczek (Πολωνία), Alena Poláčková (Σλοβακία), Erik Wennerström (Σουηδία), Raffaele Sabato (Ιταλία), Ιωάννης Κτιστάκης (Ελλάδα), καθώς και Renata Degener, γραμματέας του τμήματος.

Απόφαση του Δικαστηρίου

Άρθρο 2: σχετικά με τις έρευνες των εθνικών αρχών

Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι κινήθηκε ποινική διαδικασία κατά των λιμενικών που εμπλέκονται στα εν λόγω γεγονότα. Οι διαδικασίες αυτές ήταν καταρχήν ικανές να διαφωτίσουν τις περιστάσεις της υπόθεσης και να οδηγήσουν στην εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και, κατά περίπτωση, στην τιμωρία των υπευθύνων. Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπίστωσε τα ακόλουθα όσον αφορά τη διαδικασία. Πρώτον, ορισμένοι από τους προσφεύγοντες παραπονέθηκαν για προβλήματα ερμηνείας όταν τους είχαν ληφθεί καταθέσεις.

Υποστήριξαν ότι τα αρχεία των καταθέσεών τους δεν αντικατοπτρίζουν το πραγματικό τους περιεχόμενο και ότι ποτέ δεν είχαν πει ότι το σκάφος είχε βυθιστεί ως αποτέλεσμα των ξαφνικών κινήσεων των επιβαινόντων. Κατά των δύο διερμηνέων είχε ασκηθεί δίωξη για ψευδορκία κατά την άσκηση των επαγγελματικών τους καθηκόντων και το ποινικό δικαστήριο, το οποίο είχε αθωώσει τον έναν από τους διερμηνείς, είχε αναγνωρίσει ότι δεν μιλούσε τη γλώσσα των προσφευγόντων.

Οι αρχές είχαν ενημερωθεί για τα σοβαρά αυτά προβλήματα διερμηνείας ήδη από τις 23 Ιανουαρίου 2014. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν σοβαρές ατέλειες στην καταγραφή των καταθέσεων, αυτές παρέμειναν αναπόσπαστο μέρος της δικογραφίας έως ότου ο εισαγγελέας διέκοψε τη διαδικασία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, από τη στιγμή που οι αρχές έλαβαν γνώση των ισχυρισμών των προσφευγόντων σχετικά με τις εν λόγω ατέλειες, θα έπρεπε τουλάχιστον να τις είχαν διερευνήσει προτού συμπεριλάβουν τις καταθέσεις στη δικογραφία.

Δεύτερον, οι προσφεύγοντες ζήτησαν από τον εισαγγελέα να διατάξει την απομάκρυνση του αλιευτικού σκάφους από το σημείο και την εξέτασή του από εμπειρογνώμονες, να τους παράσχει την καταγραφή των επικοινωνιών μεταξύ των ακτοφυλάκων και τα δεδομένα από το σήμα και το ραντάρ της στρατιωτικής βάσης του Φαρμακονησίου και να τους χορηγήσει άδεια να διορίσουν εμπειρογνώμονα. Μόνο τα δύο πρώτα από αυτά τα αιτήματα είχαν γίνει δεκτά από τον εισαγγελέα. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η υπόθεση αφορούσε πολύ περίπλοκες πτυχές που ήταν γνωστές μόνο στις αρχές. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, ήταν εξαιρετικά αμφίβολο κατά πόσον οι προσφεύγοντες ήταν σε θέση να συμμετάσχουν κανονικά στη διαδικασία, η οποία αφορούσε εξαιρετικά σοβαρά γεγονότα, χωρίς τις καταγραφές που είχαν ζητήσει, δεδομένου ότι η ουσία της υπόθεσης βρισκόταν ακριβώς σε αυτή την πτυχή.

Τρίτον, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι, διακόπτοντας την υπόθεση, ο εισαγγελέας είχε απλώς δηλώσει ότι «δεν [υπήρχε] πρακτική των pushbacks ως διαδικασία απομάκρυνσης ή ρυμούλκησης ... στα τουρκικά χωρικά ύδατα ...». Σημείωσε ότι, σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, ο τότε υπουργός Ναυτιλίας είχε δηλώσει προηγουμένως ότι οι ελληνικές αρχές «έστειλαν [τους μετανάστες] πίσω στην τουρκική πλευρά» και είχε προσθέσει ότι ο αριθμός των μεταναστών που εμποδίστηκαν να φτάσουν στην Ελλάδα από το λιμενικό ήταν"πολλαπλάσιος" (των 7.000 που είχαν συλληφθεί). Οι προσφεύγοντες είχαν προβάλει και άλλους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν εξεταστεί από τον αρμόδιο εισαγγελέα. Είχαν καταγγείλει, ειδικότερα, ότι η όλη εν λόγω επιχείρηση δεν είχε οργανωθεί και διεξαχθεί κατά τρόπο που να εγγυάται την προστασία του δικαιώματός τους στη ζωή και των συγγενών τους, ότι δεν είχε ενημερωθεί το κέντρο συντονισμού και έρευνας και ότι δεν είχαν τηρηθεί οι διατάξεις των σχετικών διεθνών πράξεων. Κατά την άποψη του Δικαστηρίου, επρόκειτο για προφανείς κατευθύνσεις έρευνας που δεν είχαν ακολουθηθεί, υπονομεύοντας έτσι την ικανότητα της έρευνας να προσδιορίσει τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες βυθίστηκε το σκάφος.

Κατά συνέπεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 2 της Σύμβασης υπό το διαδικαστικό σκέλος του σε σχέση με όλους τους προσφεύγοντες.

Άρθρο 2: σχετικά με τα θετικά μέτρα για την προστασία της ζωής

Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να εκφράσει θέση σχετικά με ορισμένες συγκεκριμένες λεπτομέρειες της επιχείρησης που έλαβε χώρα στις 20 Ιανουαρίου 2014 ή σχετικά με το αν υπήρξε προσπάθεια να ωθηθούν οι προσφεύγοντες πίσω στις τουρκικές ακτές. Επισήμανε ότι η αδυναμία αυτή οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην έλλειψη ενδελεχούς και αποτελεσματικής έρευνας από τις εθνικές αρχές. Ωστόσο, παρατήρησε ότι ορισμένα από τα πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητήθηκαν μεταξύ των μερών ή ήταν αναμφισβήτητα εμφανή από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης και τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων.

Κατά την άφιξή του στον τόπο του συμβάντος, το πλήρωμα του PLS 136 είχε ενημερωθεί για τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες έπλεε το αλιευτικό σκάφος, συμπεριλαμβανομένης της φυσικής του κατάστασης και του γεγονότος ότι στο πλοίο επέβαιναν γυναίκες και παιδιά. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, ακριβώς λόγω της κατάστασης του σκάφους, το οποίο ήταν κακοσυντηρημένο και ακατάλληλο για ναυσιπλοΐα, του αριθμού των επιβατών, ο οποίος είχε υπερβεί το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο, και των δυσμενών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν στον τόπο του συμβάντος, δόθηκε εντολή για ρυμούλκηση του σκάφους προς ασφάλεια στο Φαρμακονήσι.

Ωστόσο, δεν δόθηκε καμία εξήγηση για το πώς οι αρχές σκόπευαν να μεταφέρουν τους προσφεύγοντες σε ασφαλές σημείο χρησιμοποιώντας ένα σκάφος, το PLS 136, το οποίο ήταν ταχύπλοο και δεν διέθετε τον απαραίτητο εξοπλισμό διάσωσης.

Επιπλέον, η ακτοφυλακή δεν είχε εξετάσει σε κανένα σημείο το ενδεχόμενο να ζητήσει πρόσθετη βοήθεια, ή αλλιώς οι αρμόδιες αρχές δεν είχαν ενημερωθεί ότι θα έπρεπε να σταλεί στο σημείο ένα σκάφος πιο κατάλληλο για επιχείρηση διάσωσης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, στους επιβάτες που διασώθηκαν από το αλιευτικό σκάφος δεν είχαν δοθεί σωσίβια επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα στο PLS 136.

Επιπλέον, το πρώτο στάδιο της επιχείρησης ρυμούλκησης είχε διακοπεί όταν το σημείο αγκύρωσης στην πλώρη του σκάφους είχε αποκολληθεί. Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι το αλιευτικό σκάφος είχε ανατραπεί, όπως υποστήριξε η κυβέρνηση, λόγω πανικού και ξαφνικών κινήσεων μεταξύ των επιβαινόντων, το Δικαστήριο μπορούσε μόνο να παρατηρήσει ότι ο πανικός αυτός ήταν αναμενόμενος, δεδομένων των συνθηκών που επικρατούσαν στον τόπο του συμβάντος. Παρ' όλα αυτά, η ακτοφυλακή έκανε μια δεύτερη προσπάθεια να ρυμουλκήσει το σκάφος. Η Κυβέρνηση δεν εξήγησε γιατί επέμεινε στη δεύτερη προσπάθεια, παρά το γεγονός ότι είχε παρατηρηθεί πανικός την πρώτη φορά.

Επιπλέον, το κέντρο συντονισμού και έρευνας δεν είχε ενημερωθεί για το περιστατικό μέχρι τις 2.13 π.μ., οπότε το αλιευτικό σκάφος είχε ήδη βυθιστεί κατά το ήμισυ. Μέχρι τις 2.16 π.μ. το σκάφος είχε βυθιστεί πλήρως και ορισμένοι από τους συγγενείς των προσφευγόντων είχαν παγιδευτεί μέσα στην καμπίνα. Το Δικαστήριο υπογράμμισε εν προκειμένω την ύψιστη σημασία του παράγοντα του χρόνου σε μια τέτοια κατάσταση.

Επιπλέον, η κλήση «Mayday Relay» που ειδοποιούσε τυχόν πλοία που έπλεαν στην περιοχή ώστε να μπορέσουν να κατευθυνθούν γρήγορα προς το σημείο δεν είχε σταλεί παρά στις 2.25 π.μ., 12 λεπτά μετά την καθυστερημένη ενημέρωση του κέντρου συντονισμού για τη βύθιση από την ακτοφυλακή. Υπήρξε περαιτέρω σημαντική καθυστέρηση στην κινητοποίηση και άφιξη των διαθέσιμων μέσων διάσωσης: το ελικόπτερο που ζητήθηκε από το εθνικό κέντρο συντονισμού και έρευνας στις 2.29 π.μ. δεν είχε φθάσει στον τόπο του συμβάντος μέχρι τις 3.52 π.μ., η παροχή ενός ναυτικού σκάφους δεν είχε ζητηθεί από το εθνικό κέντρο συντονισμού και έρευνας μέχρι τις 2.45 π.μ. και το πρώτο σκάφος της ακτοφυλακής, το PLS 616, δεν είχε φθάσει στον τόπο του συμβάντος μέχρι τις 3.32 π.μ.

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Κυβέρνηση δεν είχε παράσχει καμία εξήγηση σχετικά με τις συγκεκριμένες παραλείψεις και καθυστερήσεις στην παρούσα υπόθεση και ότι προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη και οργανώθηκε η επιχείρηση. Κατά συνέπεια, διαπίστωσε ότι οι ελληνικές αρχές δεν έκαναν ό,τι μπορούσε εύλογα να αναμένεται από αυτές για να παράσχουν στους προσφεύγοντες και τους συγγενείς τους το επίπεδο προστασίας που απαιτεί το άρθρο 2 της Σύμβασης. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του εν λόγω άρθρου όσον αφορά όλους τους προσφεύγοντες.

Άρθρο 3: σχετικά με εξευτελιστική μεταχείριση (όσον αφορά 12 από τους προσφεύγοντες)

Το Δικαστήριο σημείωσε ότι κατά την άφιξή τους στο Φαρμακονήσι, οι ενδιαφερόμενοι προσφεύγοντες δεν μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα. Βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των αρχών και ως εκ τούτου αναμενόταν να ακολουθούν τις οδηγίες των δυνάμεων ασφαλείας.

Παρατήρησε περαιτέρω ότι οι επιζώντες της βυθισμένης βάρκας είχαν οδηγηθεί σε ένα υπαίθριο γήπεδο μπάσκετ και διατάχθηκαν να γδυθούν. Στη συνέχεια υποβλήθηκαν σε σωματική έρευνα μπροστά στους άλλους επιζώντες και σε μια ομάδα στρατιωτών. Τους ζητήθηκε να σκύψουν μπροστά και να γυρίσουν.

Η Κυβέρνηση δεν εξήγησε γιατί η σωματική έρευνα ήταν απαραίτητη για την ασφάλεια. Ούτε υποστήριξε ότι υπήρχαν άλλες εκτιμήσεις δημόσιας τάξης που απαιτούσαν τη διενέργεια της έρευνας. Επιπλέον, δεν ανέφεραν ότι υπήρχαν υποψίες ότι οι προσφεύγοντες ήταν οπλισμένοι ή ότι αποτελούσαν απειλή για την ασφάλεια των δυνάμεων ασφαλείας. Αντιθέτως, κατά την άφιξή τους στο Φαρμακονήσι οι προσφεύγοντες ήταν εξαντλημένοι, σοκαρισμένοι από τα γεγονότα και ανήσυχοι για την τύχη των συγγενών τους.

Όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιήθηκε η έρευνα, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι οι εν λόγω προσφεύγοντες αναγκάστηκαν να γδυθούν την ίδια στιγμή και στον ίδιο χώρο, μπροστά σε τουλάχιστον 13 άλλα άτομα. Είχε υπόψη του το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες βρίσκονταν σε εξαιρετικά ευάλωτη κατάσταση: είχαν μόλις διαφύγει από ένα πλοίο που βυθιζόταν και ορισμένοι από αυτούς είχαν χάσει τους συγγενείς τους. Αναμφίβολα βρίσκονταν σε κατάσταση ακραίου στρες και είχαν ήδη βιώσει συναισθήματα έντονου πόνου και θλίψης.

Στο πλαίσιο αυτό, οι σωματικές έρευνες που διενεργήθηκαν στους 12 εν λόγω προσφεύγοντες υπό αυτές τις συνθήκες δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι βασίστηκαν δεόντως σε επιτακτικές ανάγκες ασφαλείας ή στην ανάγκη πρόληψης διαταραχών ή εγκλημάτων.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η σωματική έρευνα θα μπορούσε να προκαλέσει στους εν λόγω προσφεύγοντες συναισθήματα αυθαιρεσίας, κατωτερότητας και άγχους που είχαν ως αποτέλεσμα ένα βαθμό ταπείνωσης που υπερέβαινε το -αναπόφευκτο και ως εκ τούτου ανεκτό- επίπεδο που αναπόφευκτα συνεπάγονται οι σωματικές έρευνες. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η έρευνα στην οποία υποβλήθηκαν οι εν λόγω προσφεύγοντες υπό αυτές τις συνθήκες ισοδυναμούσε με εξευτελιστική μεταχείριση κατά την έννοια του άρθρου 3 της Σύμβασης. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του εν λόγω άρθρου όσον αφορά τους 12 προσφεύγοντες.

Δίκαιη ικανοποίηση (άρθρο 41)

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελλάδα έπρεπε να καταβάλει συνολικά 330.000 ευρώ (EUR) για την ηθική βλάβη που υπέστησαν οι προσφεύγοντες, η οποία αναλύεται ως εξής: 100.000 ευρώ σε έναν από τους προσφεύγοντες, 80.000 ευρώ σε τρεις από τους προσφεύγοντες από κοινού, 40.000 ευρώ σε έναν άλλο από τους προσφεύγοντες και 10.000 ευρώ σε καθέναν από τους υπόλοιπους 11 προσφεύγοντες.

Πηγη: ieidiseis.gr