τα-αστικά-μας-καλοκαίρια-σε-μπαλκόνια-1477687

Life

Τα αστικά μας καλοκαίρια σε μπαλκόνια και ταράτσες

Όταν ο μισθός δεν φτάνει για ένα τριήμερο στο παραδεισένιο ελληνικό νησί, το τσιμέντο της πόλης «βράζει» και η θάλασσα πέφτει μακριά, η μόνη κοντινή διαφυγή γίνεται το μπαλκόνι μας.

Χρυσάνθη Αρχοντίδου
Χρυσάνθη Αρχοντίδου

Αν το καλοκαίρι σηκώσεις το βλέμμα σου ψηλά, θα ακούσεις από τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών, γέλια, μουσικές και ψιθύρους.

Όταν ο μισθός δεν φτάνει για ένα τριήμερο στο παραδεισένιο ελληνικό νησί, το τσιμέντο της πόλης «βράζει» και η θάλασσα πέφτει μακριά, η μόνη κοντινή διαφυγή από το αστικό καλοκαίρι, γίνεται το μπαλκόνι μας.

Όταν μικροί και μεγάλοι ψάχνουν διέξοδο από την ακρίβεια, τα μπαλκόνια στολίζονται με μικρά κίτρινα φωτάκια, έπιπλα και καρέκλες που να χωρούν όλους τους αγαπημένους ανθρώπους, στα τραπέζια στήνονται τραπεζομάντιλα με τράπουλες, επιτραπέζια και κάρτες από παιχνίδια, η τηλεόραση «μετακομίζει» έξω για μερικές ώρες, το μικρό ηχείο παίζει μουσική – όσο πιο χαμηλά γίνεται για να αποφευχθούν οι παρατηρήσεις, τα φιδάκια «καίνε» στο πάτωμα για να κρατήσουν μακριά τα κουνούπια και οι παρέες ενώνονται μέσα από δροσερά κοκτέιλ και συζητήσεις για τις χαρές, τους έρωτες και τα ζόρια της καθημερινότητας.

Στις ταράτσες, απλώνονται λευκά σεντόνια σε τοίχους με έναν προβολέα λίγα μέτρα πιο μπροστά, στήνονται αυτοσχέδιοι κινηματογράφοι και προβάλλονται αγαπημένες ταινίες στο repeat. Κάποιος φέρνει τις μπύρες, άλλος τα πατατάκια, ο οικοδεσπότης ανεβάζει πάνω χαλιά και μαξιλάρες για να δημιουργήσει ένα cozy σκηνικό για τα φιλαράκια του.

Φέτος το καλοκαίρι, μόνο ένας στους δύο Έλληνες μπορεί να πάει διακοπές, ενώ 8 στους 10 επιλέγουν να περάσουν τις πιο ζεστές μέρες του χρόνου σε εξοχικά και ενοικιαζόμενα δωμάτια, με τις ημέρες ξεκούρασης να μην τους φτάνουν, σύμφωνα με σχετική έρευνα του ΙΕΛΚΑ. Οι μισοί που δεν προγραμματίζουν να φύγουν για κάπου, αντιμετωπίζουν οικονομικές πιέσεις, ενώ ακόμα και αυτοί που έχουν επιλέξει να ξεφύγουν από την πόλη, θα το κάνουν με περιορισμούς, στο μέρος και στις ημέρες, μιας και το «summer in Greece» είναι πλέον εφικτό για οποιονδήποτε άλλον, εκτός από τον Έλληνα.

Από τις αγαπημένες στιγμές του καλοκαιριού για την Κύνθια, είναι οι μαζώξεις για ψηστήρια, με μπύρες, κοκτέιλ και επιτραπέζια στο μπαλκόνι του σπιτιού της: 

«Είναι ο καλύτερος τρόπος να μαζευτούμε και να περάσουμε χρόνο με τους φίλους μας, χωρίς να χρειαστεί να δώσουμε 10 ευρώ για ένα κοκτέιλ. Πλέον, τέτοια βράδια πιστεύω πως είναι αναγκαία. Από τη μία, θέλεις να δεις τους αγαπημένους σου για να ξεσκάσεις από την πίεση της δουλειάς, να συζητήσεις ό,τι σε προβληματίζει, αλλά από την άλλη – ειδικά αν θες να μαζέψεις μερικά χρήματα για διακοπές – ξέρεις είναι ότι δεν γίνεται να βγαίνεις κάθε μέρα έξω. Και όσο να πεις το σπίτι το καλοκαίρι, δεν λέει. Είμαστε και τυχεροί γιατί με το αγόρι μου, μένουμε σε σπίτι με μεγάλο μπαλκόνι που χωράει όλους τους καλούς. Ακόμα και σε μικρό να μέναμε, κάπως θα την βρίσκαμε την άκρη, εκεί θα καταλήγαμε. Το έχουμε διακοσμήσει με λαμπάκια και με μπόλικα φυτά για να κάνουμε ατμόσφαιρα. 

Ειδικά τα ψηστήρια, προσπαθούμε να τα καθιερώσουμε, αν και το καλοκαίρι γίνονται δύσκολα λόγω ζέστης. Οι βραδιές με μπύρες, κοκτέιλ και επιτραπέζια είναι οι αγαπημένες μας με την παρέα. Όταν σταματάμε να σφαζόμαστε για τα επιτραπέζια και το τίτσου, γύρω από το τραπέζι γίνονται πάντα οι καλύτερες συζητήσεις, που σε μπαρ δεν τις κάνουμε συχνά για κάποιο λόγο. Μαζευόμαστε συνήθως 5-6 άτομα και βγάζουμε τα εσώψυχά μας, το μπαλκόνι μας εμπνέει από ότι φαίνεται!».

Για τη Χαρά, τα μπαλκόνια των φίλων της, είναι η αγαπημένη της… βόλτα κάθε καλοκαίρι: 

«Τα καλύτερα αράγματα τα κάνω σε μπαλκόνια φίλων, μιας και το δικό μου είναι 2×2. Μπαλκόνι hopping, όπως θα έλεγε κανείς. Και επειδή δεν έχω αυτοκίνητο και η Χαλκιδική μου πέφτει λίγο μακριά και φυσικά με την κολλητή μου θέλουμε να ξεκινήσουμε νωρίς το μαύρισμα, τα Σαββατοκύριακα με το που ανοίγει λίγο ο καιρός και ανεβαίνει το UV, βάζουμε μαγιό και λάδι, κολλάμε και δύο καρέκλες και απολαμβάνουμε τον ήλιο, προσπαθώντας να αντικαταστήσουμε το τσιμέντο με τη θάλασσα. Έχουμε και μία φουσκωτή πισίνα, οπότε αν ψηνόμαστε πολύ, τη γεμίζουμε με νερό και πλατσουρίζουμε εκεί μέσα. Λίγο μπελαλίδικη, αλλά από το τίποτα, αξίζει τον κόπο.

Τα βράδια, μαζευόμαστε οριακά με τις πιτζάμες μας και το μόνο που φέρνουμε είναι εξάδες με μπύρες και τσιγάρα για να βγάλουμε τις ώρες γύρω από το τραπέζι, μιλώντας για τα πάντα και ταυτόχρονα για το τίποτα. Από τα αγαπημένα μου καλοκαίρια ήταν αυτό του ’23, που λόγω οικονομικών δεν είχα καταφέρει να πάω διακοπές. Μέρα παρά μέρα λοιπόν, επειδή και οι φίλοι μου ήταν σε παρόμοιες καταστάσεις κάναμε τις γνωστές μας μπαλκονάδες.

Βλέπαμε στις διπλανές πολυκατοικίες ανθρώπους όλων των ηλικιών να κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα με εμάς και αυτό μας έδινε μια δόση χαράς πάνω στην απελπισία μας. Παππούδες και γιαγιάδες μαζεύονταν στο απέναντι μπαλκόνι με τους φίλους από τη γειτονιά και έπαιζαν μπιρίμπα, κάτι παιδάκια έβγαζαν τα νεροπίστολα στην ταράτσα της πίσω πολυκατοικίας και ακούγαμε μουσική από το ηχείο των διπλανών  που ήταν στην ίδια φάση με εμάς και έβαζαν Bloody Hawk και Eurovision στο τέρμα. Αυτή η φάση, κάπως μας έδινε το αίσθημα του “ανήκειν”, καταλαβαίναμε πως τουλάχιστον δεν είμαστε οι μόνοι που περνάμε έτσι το καλοκαίρι μας, στην πόλη και το τσιμέντο». 

Ο Κώστας, τα καλοκαίρια προβάλλει ταινίες στην ταράτσα της πολυκατοικίας του και στην αυλή του εξοχικού του σπιτιού:

«Aσχολούμαι με το home cinema γύρω στα 35 χρόνια, το σαλόνι μου είναι μία αίθουσα προβολών με 120 ίντσες οθόνης, με 12 ηχεία και 2 γούφερ. Το θερινό μας αυτοσχέδιο σινεμά, ξεκίνησε στο εξοχικό μου, στην αυλή, έφτιαξα μία μεγάλη οθόνη με προτζέκτορα και μαζευόμασταν 20 άτομα από όλη την γειτονιά και κάθε βράδυ κάναμε προβολές και βλέπαμε ταινίες. Μία συνήθεια η οποία κρατά μέχρι σήμερα. Αυτή την στιγμή έχω στην κατοχή μου τρεις προτζέκτορες, έναν για το μπαλκόνι, έναν για το σαλόνι και έναν φορητό που τον παίρνω όπου δήποτε. Η ιδέα για την ταράτσα μου ήρθε από έναν λευκό φρεσκοβαμμένο τοίχο, άμα είσαι του σινεμά όλα τα βλέπεις σαν οθόνη.

Δεν πήρα την άδεια από τους γείτονές μου, είπα: “εγώ θα το ξεκινήσω και μακάρι να έρχονται μαζί μου επάνω να βλέπουμε ταινίες.” Μέχρι στιγμής δεν έχω κάποιο πρόβλημα. Βλέπω ταινίες με χαμηλό ήχο για να μην ενοχλώ. Είναι λίγο δύσκολο να κάνεις προβολές σε μπαλκόνια και ταράτσες, ο καθένας μπορεί να σου κάνει παρατήρηση. Όμως, η μυσταγωγία της προβολής στην ταράτσα είναι μαγική, αυτό που νιώθω εκεί πάνω δεν το έχω νιώσει πουθενά αλλού, ούτε καν στα θερινά που πάω τακτικά. Βλέπεις όλο το αστικό τοπίο, την πόλη φωτισμένη, όλος ο ουρανός ανοιχτός από πάνω, μαγεία.

Αγαπώ πολύ τα αφιερώματα, στο θερινό αυτοσχέδιο σινεμά – λέσχη, το περασμένο καλοκαίρι είχαμε αφιέρωμα στον Χίτσκοκ, όλες από dvd, τις ταινίες που προβάλλω τις διαλέγω από την παρέα που θα μαζευτεί και τις προτιμήσεις τους. Μακάρι κι άλλοι άνθρωποι να εκμεταλλευτούν την ταράτσα τους και να νιώσουν αυτή την μαγεία, από τα φώτα της πόλης και τις πολυκατοικίες που την περικλείουν, τότε θα είχε νόημα η αστική ομορφιά». 

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα