Αλληλεγγύη, αξιοπρέπεια, ανθρωπιά ή δηλητήριο;
Το ζήτημα δεν είναι μόνο ανθρωπιστικό. Είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό. Αφορά το τι κράτος οικοδομούμε και τι κοινωνία αποδεχόμαστε να γίνουμε.
Λέξεις: Δ.Α.
Μετά την τραγωδία της Χίου και την απώλεια δεκαπέντε ανθρώπινων ζωών, κάτω από αναρτήσεις αριστερών πολιτικών όπως του Αλέξη Χαρίτση άρχισαν να συσσωρεύονται σχόλια φρικτά που εκπέμπουν μίσος. Σχόλια που υπερέβησαν κάθε όριο σεβασμού προς την ανθρώπινη ζωή και κάθε όριο στοιχειώδους ανθρωπιάς.
Δεν πρόκειται απλώς για σκληρό λόγο ή πολιτική αντιπαράθεση. Πρόκειται για δηλητήριο. Για απροκάλυπτο μίσος απέναντι σε μετανάστες και πρόσφυγες, αλλά και απέναντι σε οποιονδήποτε τολμά να μιλήσει για ανθρώπινα δικαιώματα, για ζωή, για αξιοπρέπεια.
Είναι, βεβαίως, σωστό και απολύτως αναγκαίο να συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε τη ζωή ως αυταξία. Να επιμένουμε στην αλληλεγγύη, στην αξιοπρέπεια, στην ανθρωπιά. Αυτό δεν είναι απλώς ηθική στάση, είναι πολιτική υποχρέωση. Όμως χρειάζεται να ειπωθεί και κάτι ακόμη. Όχι για να υποχωρήσουμε, αλλά για να είμαστε πολιτικά πειστικοί, διεισδυτικοί και αποτελεσματικοί.
1. Μπορεί κανείς, ως πολίτης ενός κράτους, να υποστηρίζει μια πολιτική ελέγχου των συνόρων. Μπορεί και το ίδιο το κράτος να την υιοθετεί και να την εφαρμόζει. Πρόκειται για μια σαφή επιλογή, η οποία μπορεί να αποτελεί σε πλευρές του αντικείμενο κριτικής ή αποδοχής. Ως εδώ, κινούμαστε ακόμη εντός του πεδίου της συνήθους αντιπαράθεσης στο δημόσιο λόγο: συζητάμε για μέσα, για προτεραιότητες, για πολιτικές κατευθύνσεις, όχι για την αναστολή των κανόνων.
2. Από αυτά τα όρια βγαίνουμε όταν η «αυστηρότητα» μετατρέπεται σε δόγμα ότι όλα επιτρέπονται με οποιοδήποτε τελικό τίμημα. Όταν δεν μιλάμε πια για έλεγχο, αλλά για τιμωρία μέχρι θανάτου, για μια μορφή θανατοπολιτικής. Δεν πρόκειται για εφαρμογή του νόμου, αλλά για αναστολή του. Εδώ δεν έχουμε απλώς μια σκληρή πολιτική· έχουμε κάτι ποιοτικά διαφορετικό: ανεξέλεγκτη κρατική βία που διαχειρίζεται τον θάνατο ως εργαλείο.
Ο διεμβολισμός σκάφους από το Λιμενικό, με δεκαπέντε νεκρούς, δεν είναι «μεμονωμένο περιστατικό» ούτε ένα ατυχές συμβάν της θάλασσας, όπως δεν ήταν και αυτό της Πύλου ή άλλα στο παρελθόν. Είναι η πρακτική εφαρμογή αυτής της λογικής: ότι η αποτροπή μπορεί να ασκηθεί ως φυσική σύγκρουση και ότι ο θάνατος μπορεί να είναι αποδεκτό γεγονός.
3. Υπάρχει όμως και κάτι παραπέρα στη δημόσια συζήτηση. Αρκεί να μιλήσουμε για ανθρώπινα δικαιώματα και ανθρώπινη ζωή; Δεν αρκεί. Όχι επειδή είναι λάθος, αλλά επειδή δεν φτάνει.
Αν θέλει κανείς να κλονίσει πραγματικά τη συντηρητική —όχι την ακροδεξιά— αφήγηση, οφείλει να μιλήσει μέσα στο δικό της ηθικό και πολιτικό σύμπαν, όχι απέναντί του. Τρία στοιχεία είναι εδώ καθοριστικά στη συντηρητική πολιτική σκέψη, όπως τα έχει περιγράψει ο Jonathan Haidt: α) Authority (Τάξη – Νομιμότητα) β) Ingroup (Εμείς και οι άλλοι) γ) Purity (Ηθική μόλυνση) 4. Authority (Τάξη – Νομιμότητα)
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι παραβιάστηκαν θεμελιώδη δικαιώματα, ακόμη και το δικαίωμα στη ζωή. Είναι επίσης ότι ένα κράτος που χάνει τον έλεγχο του Λιμενικού και των ενόπλων του είναι κράτος σε θεσμική και ηθική αποσύνθεση. Η αυθαιρεσία δεν είναι ένδειξη ισχύος. Είναι ένδειξη απώλειας ελέγχου. 5. Ingroup (Εμείς)
Δεν χρειάζεται να ειπωθεί απλά ότι οι μετανάστες ή πρόσφυγες είναι θύματα. Πρέπει να ειπωθεί καθαρά: αυτό δεν το έκανε “η Ελλάδα”. Το έκαναν συγκεκριμένοι μηχανισμοί που δρουν στο όνομά της χωρίς λογοδοσία και την εκθέτουν διεθνώς. Έτσι η σύγκρουση μετατοπίζεται εντός του «εμείς», όχι εναντίον του. 6. Purity (Ηθική μόλυνση)
Όταν ο πνιγμός γίνεται αποδεκτή μέθοδος, κάτι σάπιο μπαίνει στον πυρήνα του κράτους. Η μόλυνση δεν είναι οι “άλλοι”. Είναι η πρακτική της φυσικής εξόντωσης από ανεξέλεγκτους κρατικούς μηχανισμούς και το γεγονός ότι, για δεύτερη φορά, «οι κάμερες δεν λειτουργούσαν». Γι’ αυτό και το ζήτημα δεν είναι μόνο ανθρωπιστικό. Είναι βαθιά πολιτικό και θεσμικό. Δεν αφορά μόνο τους δεκαπέντε νεκρούς. Αφορά το τι κράτος οικοδομούμε και τι κοινωνία αποδεχόμαστε να γίνουμε. Και σε αυτό δεν πρέπει να κάνουμε βήμα πίσω. Όχι μόνο στο όνομα της ανθρωπιάς, αλλά και στο αλλά στο όνομα της ίδιας της δημοκρατίας και της θεσμικής υπόστασης του κράτους.
