Από το «όλη η ΔΕΘ ένα πάρκο» στο πάρκο των 44.000 δέντρων
ΛΕΞΕΙΣ: Λόης Παπαδόπουλος ΦΩΤΟΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ: Βεατρίκη Δεμερτζίδου και Juan Cano Gonzalez (αρχιτέκτονες) Η συστηματικότητα με την οποία οργανώθηκε σε όλο της το μήκος η καμπάνια «όλη η ΔΕΘ ένα πάρκο», η ευκρίνεια του στόχου, η συνεχής ανανέωση της επιχειρηματολογίας στην οποία ασφαλώς εγγράφεται και η παραγωγή της τεκμηριωτικής συζήτησης που πρόσφατα κυκλοφόρησε στο ΥouTube, δημιούργησε το […]
ΛΕΞΕΙΣ: Λόης Παπαδόπουλος
ΦΩΤΟΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ: Βεατρίκη Δεμερτζίδου και Juan Cano Gonzalez (αρχιτέκτονες)
Η συστηματικότητα με την οποία οργανώθηκε σε όλο της το μήκος η καμπάνια «όλη η ΔΕΘ ένα πάρκο», η ευκρίνεια του στόχου, η συνεχής ανανέωση της επιχειρηματολογίας στην οποία ασφαλώς εγγράφεται και η παραγωγή της τεκμηριωτικής συζήτησης που πρόσφατα κυκλοφόρησε στο ΥouTube, δημιούργησε το στο αναγκαίο υπόστρωμα επιστημονικής και πολιτικής εμπιστοσύνης, χάρη στο οποίο οδηγηθήκαμε σε αίσιο τέλος.
Μια πρώτη νίκη υπήρξε ήδη από το Σεπτέμβριο ότι η Κυβέρνηση υποχρεώθηκε να αποστασιοποιηθεί από τον κούφιο μεγαλοϊδεατισμό και τους φαραωνικούς σχεδιασμούς της Διοίκησης της ΔΕΘ.
Και ιδού που τώρα κατατίθενται περισσότερες από τις 23.000 υπογραφές πολιτών, οι οποίοι ζητούν να διεξαχθεί ένα τοπικό Δημοψήφισμα, για την ανάπλαση της υφιστάμενης επικράτειας της ΔΕΘ σε Μητροπολιτικό Πάρκο.
Η μαζική υποστήριξη αυτού του αιτήματος δε συνιστά, προφανώς, κάποιου τύπου βραδυφλεγή αλληλεγγύη των πολιτών στην, ήδη από τη δεκαετία του ’30, έκφραση δυσφορίας και απογοήτευσης του ίδιου του Hebrard για την αυθαίρετη εγκατάσταση της ΔΕΘ στη θέση, στην οποία το εγκεκριμένο Σχέδιό του προέβλεπε τη δημιουργία ενός μεγάλου Πάρκου1.
Η κινητοποίηση των πολιτών, που ζητούν τη μετακίνηση των λειτουργιών της ΔΕΘ σε άλλη θέση του Πολεοδομικού Συγκροτήματος, εκτός του γεωμετρικού κέντρου της πόλης, οφείλεται, ασφαλώς, όχι σε κάποια βαθιά γνώση των ιστορικών πολεοδομικών Αρχείων, αλλά σε πολύ πιο απτούς λόγους, που επιβαρύνουν την ποιότητα της ζωής τους στο χώρο της πόλης.
Οφείλεται π.χ.: — στο ότι στη θέση που σήμερα καταλαμβάνει και με το σφηνοειδές της σχήμα, η ΔΕΘ «στομώνει» τη ζώνη, που ενώνει το περιαστικό δάσος του Σέιχ Σου με τη θάλασσα του Θερμαϊκού, εμποδίζοντας, έτσι, την αναγκαία ανανέωση του αέρα της πόλης από το βουνό και από τη θάλασσα, ή, επιπλέον, — στο ότι το πλέγμα των αχανών σκληρών δαπέδων κίνησης των οχημάτων που εξυπηρετούν τις Εκθέσεις της όχι μόνο ακυρώνει τη φυσική αναπνοή του εδάφους, αλλά συσσωρεύει και αντανακλά θερμότητα και εκπέμπει αέριους ρύπους, επιβαρύνοντας το κλίμα της άμεσης και της ευρύτερής της περιοχής, κυρίως, όμως, — στο ότι οι εγκαταστάσεις της ΔΕΘ, παραμένοντας αδρανείς κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του έτους, διακόπτουν τη χωρική συνέχεια του ιστού και τη ζωντάνια των λειτουργιών της πόλης, ενώ ο έλεγχος προσπελασιμότητας στο πεδίο της, μαζί και με την αρχιτεκτονική ασυναρτησία και γήρανση των Εκθεσιακών της Περιπτέρων, περιγράφουν ένα τοπίο περιφραγμένο και άξενο, μια κυριολεκτικά «απαγορευμένη πόλη μέσα στην πόλη»2 , αφαιρώντας από την αστική ζωή χώρο ζωτικό για ευεργετικές κοινωνικές δραστηριότητες περιπάτου, αναψυχής, σωματικής άσκησης, σχολικών εκδρομών, συνευρέσεων, εκδηλώσεων πολιτισμού, δράσεις απαλλαγμένες από αλλοτριωμένες συμπεριφορές μικροαστικού κονφορμισμού.

Η πρωτοβουλία «όλη η ΔΕΘ ένα πάρκο» ανακαλεί ευθέως το droit à la ville – το δικαίωμα των πολιτών στην ίδια τους την πόλη.
Οι πολίτες θέλουν να μιλήσουν οι ίδιοι για όσα προσδοκούν από την πόλη τους – ακόμη και όταν δεν γνωρίζουν εκ των προτέρων τί ακριβώς θα μπορεί να περιέχει μια νέα, ανασχεδιασμένη και πιο ευρύχωρη αστική καθημερινότητα.
Μέσα στη γενικευμένη δημιουργική αναζήτηση και στην ευφορία αλλά και ευφυΐα, που γεννά η συνάντηση των ατομικών ανησυχιών και ευαισθησιών με την προσδοκία για ένα Μητροπολιτικό Πάρκο, ευνοείται η ανάδυση μιας ευοίωνης συνεννόησης των πολιτών.
‘Ισως – ίσως και η δημιουργία μιας νέας ταυτότητάς τους. Δύσκολα φανταζόμαστε κάποιον ή κάποιαν που να μη θέλει να καταθέσει και τις δικές του ιδέες στο κλίμα μιας τέτοιας συλλογικής δημιουργικής έξαψης.
Ποιο μπορεί, άραγε, να είναι το ακριβές ζητούμενο στο επερχόμενο Δημοψήφισμα.
Ποιο μπορεί να είναι το βάθος του ερωτήματος; Ακριβώς επειδή η υπόσχεση για ένα Μητροπολιτικό Πάρκο ωθεί προς το άνοιγμα της συζήτησης προς αδιάγνωστους ορίζοντες επιθυμίας, θέλω αυτή τη στιγμή να εισφέρω με δύο σκέψεις, οι οποίες θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, χρήσιμο να απασχολήσουν την επεξεργασία των ερωτημάτων που θα τεθούν: πρώτο, ποιο θα πρέπει να είναι το μέγεθος και τα όρια του ζητούμενου Μητροπολιτικού Πάρκου και, δεύτερο, πώς ο τοπικός ανασχεδιασμός θα μπορούσε να αντλεί από την ιστορικότητα της συγκεκριμένης θέσης.
1.ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΚΟΥ
Σε μια συμπαγή πόλη, κτισμένη όπως η σημερινή Θεσσαλονίκη, ακόμη και ο πιο μικρός φυτεμένος ιδιωτικός κήπος προσφέρει στους πολίτες οπτική ανακούφιση και οξυγόνο.
Ο όρος, όμως, «Μητροπολιτικό Πάρκο», παρά την εγερτήρια δυναμική του, δεν ικανοποιείται από το αντικειμενικά μικρό μέγεθος της σημερινής επικράτειας της ΔΕΘ, η διάσχιση της οποίας με τα πόδια, από το ένα μέχρι το άλλο της άκρο, δεν ξεπερνά τα οκτώ ή δέκα λεπτά.
Νομίζω ότι, μόνο από τα βιώματά μας σε πάρκα άλλων πόλεων, αλλά ακόμη και από τα διαβάσματα ή από τις κινηματογραφικές μας εμπειρίες, και χωρίς να χρειάζεται να επιστρατεύσουμε τεχνικά πολεοδομικά εργαλεία ή στάνταρντς, ως «Μητροπολιτικό Πάρκο» αντιλαμβανόμαστε μια περιοχή της πόλης, εντός της οποίας κάποιος ή κάποια θα μπορούσε ανεπαισθήτως να απομακρυνθεί από την ατμόσφαιρα του πυκνοδομημένου αστικού τοπίου, να εισχωρήσει στα έγκατα του φυσικού τόπου, ακόμη και να χαθεί εντός του, εκεί όπου ούτε οι ήχοι της πόλης ούτε καν οι δικές του έγνοιες θα μπορούν να τον φτάνουν.
Είναι, κατά τη γνώμη μου χρήσιμο να αναγνωρίσουμε ότι το «όλη η ΔΕΘ ένα πάρκο» δεν είναι ικανοποιητικό, ούτε όμως λογικό να τελειώνει στα υφιστάμενα όρια της ΔΕΘ.
Στη διαδρομή προς το Δημοψήφισμα δημιουργήθηκε χώρος για πλούσιες ιδέες και οπτικές. Αυτό το ευφυές slogan απέκτησε καθ’ οδόν ένα διπλό χαρακτήρα: αφενός, περιγράφει ένα απολύτως πραγματιστικό αίτημα – ένα πάρκο εδώ-και-τώρα – και, αφετέρου, προτείνεται ως ένα έναυσμα, ικανό να αναρριπίσει την καταπιεσμένη φαντασίωση για ένα πιο πλούσιο και πιο ευχάριστο χωρικό βίωμα.
Για μια πιο εύχυμη αστικότητα, με όλο τον πλούτο που η συζήτηση στα ‘60ies και στα ‘70ies προσέδωσε στην έννοια της «αστικότητας». Για μια πόλη-τόπο-ελευθερίας. Ολοένα και περισσότερο, το «όλη η ΔΕΘ ένα πάρκο» υποδεικνύει την ανάγκη για έναν επείγοντα δημοκρατικό ανασχεδιασμό του αστικού τοπίου της Θεσσαλονίκης. Αυτονοήτως, έναν ανασχεδιασμό που δεν θα τον διαπερνά η αγχώδης επιδίωξη όρων υψηλής οικονομικής απόδοσης μιας αρχικής επένδυσης, αλλά, που, αντιθέτως, θα αποσκοπεί στην εξασφάλιση και την ανανέωση της κοινωνικής συνοχής και στην «ευζωία»3 των πολιτών.
Ήδη από τις προδρομικές μελέτες για την «Οικονομία του Πάρκου», στις αρχές της δεκαετίας του ’704, έχει δειχθεί ότι η οπωσδήποτε μεγάλη δαπάνη για τη δημιουργία και τη συντήρηση ενός δημόσιου αστικού Πάρκου δεν συνιστά σπατάλη αστικής γης ή δημόσιων πόρων5, αλλά, αντίθετα, περιγράφει μια μορφή γενναιόδωρης κοινωνικής πρόνοιας, που υπαγορεύεται από μιαν ενσυνείδητη στρατηγική διάχυσης κοινωνικών παροχών και ευανάγνωστων συμπεριληπτικών συμβολισμών.
Παρένθεση: γίνονται αυτά τα πράγματα στην Ελλάδα, ή, μήπως, πρόκειται για αόριστες υποσχέσεις της θεωρίας; Υπενθυμίζω δύο υλοποιημένα, πολύ κοντινά μας και γι’αυτό ευθέως διδακτικά παραδείγματα από την πολύ πρόσφατη ιστορία μετασχηματισμών του τοπίου της Θεσσαλονίκης:
1. Πρώτο, η απροϋπόθετη πρόσβαση όλων των πολιτών στο φυσικό προνόμιο του Παραλιακού τοπίου, όπως έχει ελεγχθεί πανηγυρικά στην περίπτωση ανασχεδιασμού του, σε όλο το μεγάλο του μήκος, από το Λευκό Πύργο έως το Μέγαρο Μουσικής.
Με τον ευφυή αρχιτεκτονικό του σχεδιασμό 6, με εναλλαγές θεματικών, με τροπισμούς και με διαβαθμίσεις τονικότητας, το νέο ελκυστικό τοπίο πλάι στο νερό και απέναντι στο μυθολογικό όριο του Ολύμπου, υπερδημοφιλές από την πρώτη στιγμή απόδοσής του στους πολίτες, προσέφερε μια ανεκτίμητη συνθήκη για την υγιεινή, για την ευεξία, για την ενθάρρυνση συναναστροφών, για την δημιουργία της κοινωνικής αισιοδοξίας όσων κινούνται στη Θεσσαλονίκη.
Εν τέλει, για τη δημιουργία της διακριτικής γοητείας ενός υψηλής ποιότητας δημόσιου χώρου: Δημόσιου, διότι επιστρέφεται στους πολίτες. Διότι ανήκει στους πολίτες. Και που, ακριβώς γι’ αυτό, οδηγεί στην παραγωγή της έννοιας του ανήκειν και στην ανάδυση, εντός τους, ενός αισθήματος υπερηφάνειας για την πόλη τους – του city pride. Αυτό ακριβώς δεν, άραγε, είναι το ζητούμενο του Αστικού Σχεδιασμού;
2. Ιδού και ένα δεύτερο, εκτός από τη Νέα Παραλία, διδακτικό προηγούμενο: όταν το 1997, μέσα στη δυναμική της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, η πόλη διεκδικούσε και εν μέρει κέρδισε (:ας σκεφθούμε μόνο τις εβδομάδες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου), ως πολύτιμο και ζωντανό αστικό της χώρο, κάποιες από τις μέχρι τότε υπολειτουργούσες και απαγορευμένες στους πολίτες Προβλήτες και Αποθήκες του περιφραγμένου ΟΛΘ, είχε με θεαματικό τρόπο εξηγηθεί, μάλιστα από υπουργικά χείλη, ότι οι υφιστάμενες εντός πόλεως αδρανείς εκτάσεις και υποδομές δεν αποτελούν «τιμάρια» των εποπτευόντων φορέων τους.
Ότι, αντίθετα, είναι εκδοχές του αυτονοήτως ενιαίου και ακατάτμητου αστικού Μητροπολιτικού χώρου. Δηλαδή, ότι ανήκουν στην πόλη και στους πολίτες της. Ή ότι, για να γλιστρήσουμε στο εσωτερικό μιας πιο επίκαιρης ρητορικής, είναι τα μη απαλλοτριώσιμα «κοινά» – τα commons της πόλης.
Γι’ αυτό νομίζω ότι χάρη στην κίνηση «όλη η ΔΕΘ ένα πάρκο» μπορεί να δούμε και την προοπτική σχεδιασμού ενός μεγάλου Μητροπολιτικού Πάρκου, το οποίο θα ενσωματώνει όχι μόνον το γήπεδο της ΔΕΘ αλλά όλες τις «απαγορευμένες πόλεις» της περιοχής – τις πολλές «απαγορευμένες πόλεις», καθεμιά τους με διαφορετικό βαθμό επιτήρησης, ελέγχων ή προσπέλασης. Όλες τις κατατετμημένες και στεγανοποιημένες, μη επικοινωνούσες μεταξύ τους, δυνάμει πράσινες εκτάσεις: του Δήμου, του Υπουργείου Πολιτισμού, του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, του Υπουργείου Παιδείας.
Η αφομοίωση του διπλού μαθήματος – Νέα Παραλία και Α’ Προβλήτα, που μέσα στις δύο ή τρεις τελευταίες δεκαετίες έδωσαν νέο μέγεθος και νέο σχήμα στις ροές της πόλης – καθιστά πραγματική και ενθαρρύνει την εν εξελίξει διεκδίκηση του χώρου της ΔΕΘ και επιτρέπει την αισιοδοξία για το πέρασμα προς το επόμενο βήμα: ένα ενιαίο Μητροπολιτικό Πάρκο, μια πύλη που θα οδηγεί προς το περιαστικό πάρκο της πόλης, ή, αντίστροφα, έναν πράσινο χείμαρρο, ο οποίος μέσω της Γ’ Σεπτεμβρίου και ξεχειλώντας πάνω από τις εκατέρωθέν της «απαγορευμένες πόλεις», θα εκβάλλει στο Θερμαϊκό.
Το πρόγραμμα λειτουργιών αυτού του Μητροπολιτικού Πάρκου – κάθε αναγκαία εντός του υποδομή, η δασοπονική μέριμνα, οι κατηγορίες χλωρίδας, οι ενισχυτικές φυτεύσεις, οι οδεύσεις, οι υποπεριοχές στάσης, τα ξέφωτα, οι ροές και οι ταμιευτήρες, οι ενδεχόμενες τεχνητές λίμνες νερού συντήρησης του πρασίνου, η ενδεχόμενη ανάκτηση προϋφιστάμενων ρεμμάτων, τα συστήματα πυρόσβεσης, τα ωράρια επίσκεψης, η απροϋπόθετη επισκεψιμότητα αυτής της μεγάλης πράσινης έκτασης βάσει πρωτοκόλλων υγιεινής, άνεσης και ασφάλειας και ό,τι άλλο αναγκαίο και ζωτικό – οφείλουν να οργανωθούν προσεκτικά από την ευφυΐα του τοπιακού σχεδιασμού.
Εννοείται ότι η όποια αρχική «κυριότητα» αυτών των υποπεριοχών του Πάρκου μπορεί να παραμένει στον αρχικό φορέα, χωρίς καθόλου να θίγεται από το ότι οι εκτάσεις αποδίδονται «κατά χρήση» στη ζωή της πόλης.

2. ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ
Ένα εξίσου κρίσιμο ζήτημα που, παράλληλα προς όσα σχολιάσθηκαν πιο πάνω σχετικά με το προσήκον μέγεθος ενός Μητροπολιτικού Πάρκου, κατά τη γνώμη μου τίθεται, εν όψει του επερχόμενου Δημοψηφίσματος, αφορά στη σχέση αυτού του Πάρκου με σημαντικά ιστορικοτοπογραφικά συμφραζόμενα της θέσης, την οποία επί δεκαετίες καταλαμβάνει η ΔΕΘ.
Νομίζω ότι στη θερμή ρητορική υπέρ της δημιουργίας ενός Πάρκου ξεχάσθηκε ή δεν ακούσθηκε με την έμφαση που αρμόζει στην περίσταση ή, πάντως, δεν αξιοποιήθηκε ως πλαίσιο ή ως συντελεστής ενός μελλοντικού σχεδιασμού, το ότι η σημερινή επικράτεια της ΔΕΘ εκτείνεται στις παρυφές, μερικώς μάλιστα επικαλύπτεται, με τα, κυρίως άνω της Εγνατία και εκτός των τειχών, ιστορικά Νεκροταφεία εθνοθρησκευτικών ομάδων πολιτών της Θεσσαλονίκης.
Ανάμεσά τους και το Εβραϊκό Νεκροταφείο, το μεγαλύτερο της πόλης, όπου, κατά τους πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς, είχαν, μέσα στους αιώνες, ταφεί 350.000 εβραίοι κάτοικοί της. Αυτόν τον ιερό τόπο, το κατεξοχήν «δημόσιο σήμα» μιας δραστήριας κοινότητας, η οποία επί περισσότερο από τετρακόσια χρόνια συνέβαλε θετικά στην οργάνωση της κοινωνικοοικονομικής ζωής και στους μετασχηματισμούς της πολυεθνικής Θεσσαλονίκης, η κυρίαρχη θρησκευτική και εθνική μισαλλοδοξία το βανδάλισε.
Και, επιπλέον, μέσα στον παροξυσμό της ναζιστικής κατοχής, σε μια έκρηξη κυνισμού και βάναυσης ιεροσυλίας, το ανέσκαψε και το μετέτρεψε σε λατομείο.
Στην πόλη, στη μεταπολεμική περίοδο, δεν υπάρχει κατηγορία τεχνικού έργου, δημόσιου ή ιδιωτικού: πλατείες, εκκλησιαστικοί περίβολοι, ρείθρα πεζοδρομίων, ιδιωτικές επαύλεις και ό,τι άλλο – στα οικοδομικά υλικά του οποίου να μην έχουν εντεθεί ως απλά οικοδομικά υλικά ή, συνηθέστατα, ως «διακοσμητικά στοιχεία», επιτύμβιες πλάκες ή ενεπίγραφες στήλες από τους τάφους των θαμμένων «ανεπιθύμητων συμπατριωτών μας».
Αλλά η πάνδημη διάχυση της συνενοχής σ΄αυτή την οικοδομική πρακτική ακραίας βεβήλωσης, δεν αρκεί για να θεραπεύσει το τραύμα, το οποίο επί δεκαετίες στοιχειώνει όλη την πόλη. Διότι, στο συλλογικό φαντασιακό των ανθρώπων η μνήμη τρέπεται σε μηχανή παραγωγής και μύθων και φόβων.
Έχει επανειλημμένως και από πολλούς επισημανθεί ότι αυτό που αξιοδοτεί τη ζωή των κοινωνιών, είναι ο σεβασμός τους προς τους νεκρούς τους.
Στην περίπτωση, μάλιστα, της Θεσσαλονίκης, οφείλεται, επιπροσθέτως, σεβασμός και γίνεται αναγκαία η μνημόνευση των 44 .000 Εβραίων της Shoa, του Ολοκαυτώματος των Εβραίων της πόλης, που βίαια τους στερήθηκε η μοίρα να ζήσουν χωρίς φόβο, να εργασθούν με αξιοπρέπεια, να απολαύσουν γηρατειά ανεπαίσχυντα και ειρηνικά, να πεθάνουν και ναταφούν από τους προσφιλείς τους στην πόλη στην οποία γεννήθηκαν.
Αν, έστω σήμερα, η πόλη επιθυμεί την απάλειψη αυτού του άγους και αυτό το δράμα να το καταστήσει αναστάσιμο γεγονός, οφείλει να σχεδιάσει και να υπηρετήσει μια στρατηγική μνήμης για τις 44.000 ρίζες της που κάηκαν.
Ρίζες που δεν πρόλαβαν να γίνουν μεγάλα δέντρα και κάτω από την σκέπη της φυλλωσιάς τους «να γεννηθούμε εμείς πιο νέοι».
Ίσως ένα πάρκο μνήμης;
Ίσως ένα πάρκο με 44.000 δέντρα;
Φυσικά σαραντατέσσερις χιλιάδες δέντρα δε χωράνε σε ένα πάρκο μέσα στη ΔΕΘ. Ενδεχομένως, ούτε και σε ένα Μητροπολιτικό πάρκο. Αλλά, ακόμη κι αν χωρούσαν, πάλι η αμετάκλητη απώλεια δεν αναπληρώνεται. Ωστόσο, όσο κι αν κανένας συμψηφισμός δεν χωρεί, νομίζω ότι τώρα, πού έστω με τρόπο έκκεντρο η συζήτηση έχει ανοίξει, η πόλη οφείλει και δύναται να αρθεί στο ύψος και αυτού του στόχου και να αξιοποιήσει αυτό που η στιγμή προσφέρει.
Φυτεύοντας σαραντατέσσερις χιλιάδες δέντρα, η Θεσσαλονίκη δεν υποστηρίζει μόνο την δημιουργία ενός Μητροπολιτικού Πάρκου ως μείζον πολεοδομικό και περιβαλλοντικό αγαθό. Ταυτόχρονα, ξανασυναντιέται με τη διακεκομμένη ιστορία της – ξαναενώνει την κομμένη συνέχεια της πόλης – της Thessaloniki interrota8 – αν επιτρέπεται να επικοινωνήσω με ένα παλαιότερο διεθνές διάβημα αστικού ανασχεδιασμού για την ανάκτηση της μνήμης και της συνέχειας του χώρου της πόλης – stitching the urban fabric. Ίσως η πόλη μπορεί, εν τέλει, να αναγεννηθεί μέσα από μια πράξη δημόσιας εξιλέωσης.

Διότι, συλλογικά, ως πόλη, ως αστική κοινωνία δεν απέτρεψε το ξεκλήρισμα της ακμαίας εβραϊκής της κοινότητας. Ας το ξανασκεφτούμε: η πόλη της Θεσσαλονίκης δε νοιάστηκε για τη συντριπτική της αποπτώχευση. Για τον έναν στους τέσσερις ή για τον έναν στους πέντε πολίτες της που χάθηκε για πάντα. Ίσως, όμως, ούτε και εκ των υστέρων – παρά μόλις πολύ πρόσφατα, επί Δημαρχίας Μπουτάρη – η πόλη συναισθάνθηκε τη διάρκεια της απώλειας. Τον βίαιο ακρωτηριασμό της ιστορίας της μετά την αναχώρηση των τραίνων του θανάτου. Παραφράζω, με αισιοδοξία, ένα συλλογισμό του Anthony Vidler9: η διαλεκτική είναι απλή, όπως στα παραμύθια.
Για όσον καιρό το περιαστικό δάσος των 44.000 δέντρων παραμένει ενοχλητικό, διότι θα διεγείρει την απωθημένη μνήμη, αυτό το ίδιο, το δάσος- μνημείο, θα ενθαρρύνει και έναν λυτρωτικό αναστοχασμό, θα λειτουργεί ως καθαρτήριος θύλακας απομάκρυνσης από μισαλλοδοξίες και προκαταλήψεις. Θα λειτουργεί ως διαρκής διδακτική και ευανάγνωστη υπόμνηση μιας οφειλής της πόλης προς τον εαυτό της.
Όταν, σε μια αισιόδοξη έκβαση αυτού του διαβήματος, η πόλη θα έχει αποδεχθεί το πραγματικό της ιστορίας της, όταν η μνήμη του Ολοκαυτώματος θα έχει απομακρυνθεί ή, ίσως παντελώς χαθεί, όταν το «44000» θα έχει απομείνει μια απλή ονοματοδοσία ή ένας αφηρημένος αριθμός, τότε, στη νέα της ημέρα, η πόλη, ελεύθερη από φοβίες και απαλλαγμένη από ενοχές, ως δίκαιο αντίδωρο του δικού της αναστοχασμού θα έχει κερδίσει γυμνό, το ευεργετικό φυσικό προνόμιο του μεγάλου Μητροπολιτικού της Πάρκου.
Ίσως, σε μια ακόμη πιο ευοίωνη προβολή, όχι πολύ μακριά από τη σημερινή στιγμή, το Μητροπολιτικό Πάρκο των 44000 δέντρων υπαγορεύσει στη νέα, αναδυόμενη και θάλλουσα πολυεθνική πολεοδομική δημογραφία της Θεσσαλονίκης, μια νέα ηθική συμβίωσης με τον άλλο και με το άλλο.
- Ο Λόης Παπαδόπουλος είναι Αρχιτέκτονας, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 — Η έρευνα της Βίλμας Χαστάογλου στην Αλληλογραφία του Μ.Δελλαδέτσιμα, Προϊσταμένου του Γραφείου Σχεδίου Πόλεως Θεσσαλονίκης, με τον E.Hebrard, ανέδειξε τη δυσφορία και την απογοήτευσή του τελευταίου, ήδη από το 1930, για την καταστρατήγηση του ήδη δυο φορές εγκεκριμένου Σχεδίου (1925, τοπικό Σχέδιο και 1929, συνολικό Σχέδιο Πόλεως Θεσσαλονίκης), προκειμένου η ΔΕΘ να εγκατασταθεί στη θέση όπου, στη δική του μελέτη, προβλέπονταν και είχε από τον ίδιο σχεδιασθεί ένα Μητροπολιτικό Πάρκο. Το Αρχείο Μ.Δελλαδέτσιμα απόκειται στον Π. Δελλαδέτσιμα.
2 — Όσες και όσοι ζούμε στη Θεσσαλονίκη, γνωρίζουμε ότι δεν είναι μόνον η ΔΕΘ που στην περιοχή απολαμβάνει το καθεστώς της «απαγορευμένης πόλης». Όπως φαίνεται στο διάγραμμα*, το οποίο με την ευκαιρία άλλου Ερευνητικού Έργου είχαμε, παλαιότερα, με άλλους συναδέλφους συντάξει, εκατέρωθεν της οδού 3ης Σεπτεμβρίου διατάσσονται υπαίθριες αλλά μη επικοινωνούσες μεταξύ τους εκτάσεις, οι οποίες «ανήκουν» στην δικαιοδοσία διαφορετικών θεσμών: ΔΕΘ, ΑΠΘ, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Υπουργείο Πολιτισμού (: Αρχαιολογικό Μουσείο, Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Βασιλικό Θέατρο, αρχαιότητες κάτω από την οδό Γ’ Σεπτεμβρίου, ζώνη Αθλητικών εγκαταστάσεων επί της οδού Αγίου Δημητρίου: Εθνικό Κολυμβητήριο, Ιβανώφειο, Καυταντζόγλειο, Αθλητικό Μουσείο), Δήμος Θεσσαλονίκης (: Δημαρχείο, Δημοτικό Πάρκο, Πάρκο Ανθοκομίας), Γ’ Σώμα Στρατού, Λιμενικό Ταμείο, κ.α..
3 — Την ξεχασμένη έννοια της «ευζωίας», ίσως χάρη στην θετική της ασάφεια, εμπιστεύεται προσφυώς, σε πρόσφατη ανάρτησή του, ο Ανδρέας Γιακουμακάτος: «στη Μαδρίτη, μπορεί να μάθει κανείς πώς η ποιότητα ζωής και η αίσθηση ευζωίας συνδέονται με την ποιότητα και τη φροντίδα του δημόσιου χώρου», fb, 28 Νοεμβρίου 2025
4 — Ενδεικτικά, Mai Vidali, The exchange value of Public Parks / The case of Τhe Regent’s Park, PCL, 1974
5 — Tο ιδιοφυώς σχεδιασμένο από τον P. Eisenman (1999) και υλοποιημένο στο Βερολίνο (2005) τοπίο μνήμης για το ολοκαύτωμα των Εβραίων, καταλαμβάνει έκταση 1, 9 εκταρίων στην πιο ακριβή περιοχή της Μητρόπολης, πολύ κοντά στην πύλη του Βρανδεμβούργου και του κτιρίου του Reichstag. Ο δραστικός κοινωνικός συμβολισμός του έργου υπηρετεί την εκφραστική μιας δημόσιας συγγνώμης και αυτοκριτικής για το έγκλημα της Shoa, ακινητοποιώντας κάθε μίζερη αντίρρηση για διασπάθιση δημόσιων πόρων ή για σπάταλη διαχείριση του αστικού εδάφους. Διότι το νέο μνημονικό τοπίο διαχέει το μεγαλείο ενός τολμηρού ιστορικού αναστοχασμού και ενθαρρύνει την ανάδυση ενός νέου, ευαίσθητου κοινωνικού υποκειμένου στο μεταπολεμικό Γερμανικό κράτος.
6 — Ανάπλαση Νέας Παραλίας Θεσσαλονίκης, Αρχιτέκτονες Β.Cuomo, Πρ. Νικηφορίδης (μελέτη 2001-05), υλοποίηση 2009.
7 — Ένα Μητροπολιτικό Πάρκο καθόλου δεν εκτοπίζει – αντίθετα, μπορεί να στεγάζει μόνιμες εγκαταστάσεις πολιτιστικών θεσμών και να υποδέχεται σπουδαίες δημόσιες κοινωνικές εκδηλώσεις και δραστηριότητες. Αρκεί μια γρήγορη υπόμνηση παραδειγμάτων από πάρκα, τα οποία, διεθνώς, φιλοξενούν σπουδαίους θεσμούς, όπως πχ το Μητροπολιτικό Μουσείο στο Central Park της Νέας Υόρκης, η έδρα της Triennale στο Parco Sempione του Μιλάνο, το Kunsthalle και τα τέσσερα θεματικά Μουσεία στο Museumpark στο Rotterdam, ο Βοτανικός κήπος στο Parque Florestal του Monsanto στη Λισαβόνα, οι Biennale Τέχνης και Αρχιτεκτονικής στα Giardini της Βενετία ή κάποιες σπουδαίες land art μνημονικές εγκαταστάσεις, όπως το Vietnam Veterans Memorial στα Constitution Gardens στην Ουάσινγκτον ή, ακόμη, εφήμερες εγκαταστάσεις, που ανανεώνουν περιοδικά το ενδιαφέρον για περιοχές του πάρκου, όπως το ετήσιο «serpentine pavilion» στο Hyde Park στο Λονδίνο ή, πιο κοντά μας, τα Plasmata, στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, όπως και οι επάλληλες διαφορετικές διοργανώσεις στην παραδειγματική ένταξη του Ζαππείου εντός του Εθνικού Κήπου.
8 — Roma interrota, Ένα προδρομικό πρόγραμμα Συζητήσεων και Εκθέσεων (1978, με συνέχεια σε μεταγενέστερες διατυπώσεις το 2008 και 2015), εστιασμένο στην ένταση της σχέσης ανάμεσα στον Αρχιτεκτονικό-Τοπιογραφικό σχεδιασμό και τους μετασχηματισμούς της υλικότητας της πόλης, με case study τις επάλληλες ρηγματώσεις του αστικού ιστού της Ρώμης μέσα στο εγγύς φυσικό της τοπίο, σε ακτίνα έως 25 χιλιομέτρων.
9 — Σχολιάζοντας το αρχιτεκτονικό concept σχεδιασμού του νέου Δημαρχιακού Μεγάρου της Τεργέστης, στο οποίο ο A.Rossi αντιγράφει την αναγνωρίσιμη εικόνα μιας Φυλακής του 18ου αιώνα, ο A. Vidler σχολιάζει: «…δίνοντας στο Δημαρχείο το συγκινησιακό φορτίο της Φυλακής, ο Rossi φθάνει σε ένα νέο επίπεδο σημασίας, που υπαινίσσεται, προφανώς, τον αμφίλογο χαρακτήρα της τοπικής Διοίκησης. Εν τούτοις, οι δύο τύποι δε συγχέονται στο σχηματισμό της μορφής: όντως, η ανοικτή στοά του Δημαρχείου αντιφάσκει προς την ιδέα της Φυλακής. Η διαλεκτική είναι καθαρή, όπως στα παραμύθια: η Κοινωνία που καταλαβαίνει τον υπαινιγμό της Φυλακής θα χρειάζεται πάντα αυτή την υπενθύμιση, ενώ, όταν η εικόνα θα χάσει τη σημασία της, η Κοινωνία θα έχει γίνει ολόκληρη μία Φυλακή ή, ίσως, το αντίθετο μιας Φυλακής» (A. Vidler, The third typology, μτφρ. Β. Χαστάογλου).
