Featured

Ας μιλήσουμε για Αντιτσιγγανισμό

Μερικές σκέψεις έπειτα από την κινητοποίηση για το θάνατο του 18χρονου Ρομα από πυροβολισμό.

Γιώργος Τσιτιρίδης
ας-μιλήσουμε-για-αντιτσιγγανισμό-669751
Γιώργος Τσιτιρίδης

Λέξεις: Γιώργος Τσιτιρίδης

Ο θάνατος ενός νέου ανθρώπου αποτελεί συνήθως πρώτη είδηση στα ΜΜΕ. Ο πυροβολισμός του Γρηγορόπουλου η δολοφονία του Φύσα ξεσήκωσαν ένα κύμα αντιδράσεων που έφτασε να επιφέρει μεγάλες αλλαγές στην πολιτική σκηνή της χώρας. Με ενοχλεί η λέξη Ρομά δίπλα από τις λέξεις θάνατος 18χρονου. Όταν όμως προστίθεται η λέξη Ρομά, Πακιστανός ή πρόσφυγας τότε αισθήματα μας για τον πυροβολισμό και τον θάνατο ενός νέου ανθρώπου αλλάζουν. Ακόμα και οι πλέον καλοπροαίρετοι, προοδευτικοί, αντιρατσιστές έχουν μια δυσκολία να διαχειριστούν με τα κατάλληλα επιχειρήματα το θάνατο ενός έφηβου που μπήκε στην αυλή ενός σπιτιού πιθανό για να κλέψει. Δεν είναι λίγες οι φορές που Έλληνες Ρομά συμπολίτες μας βρέθηκαν βαριά τραυματισμένοι ή νεκροί από πυρά αστυνομικών έπειτα από έφοδο σε οικισμούς, κυνηγητό ή συμπλοκή. Τις περισσότερες φορές οι θύτες αφήνονται ελεύθεροι, τα θύματα δεν δικαιώνονται αντίθετα κουβαλάνε τις ταμπέλες του κλέφτη, του βρωμιάρη, του παραβατικού, του απροσάρμοστου, που τους φορούν τα ΜΜΕ και οι «δικαστές των social media».

Παρ όλο που οι Ρομά βρίσκονται επί ελληνικού εδάφους από τον 15ο αιώνα πολλά χρόνια πριν την δημιουργία του Ελληνικού κράτους και τον τελικών μας συνόρων, παρ’ όλο που είναι Έλληνες πολίτες, ακόμα και σήμερα τους ακολουθούν τα στερεότυπα, οι προκαταλήψεις, η καχυποψία και ο ρατσισμός που γέννησαν οι αυτοκρατορίες και τα κράτη που τους εκμεταλλεύτηκαν ως δούλους και τους κυνήγησαν βάναυσα με αποκορύφωμα την προσπάθεια αφανισμού τους κατά τον Β Παγκόσμιο πόλεμο.

Rui Silva/Unsplash

Οι περισσότεροι από εμάς δεν αισθανόμαστε άνετα στην ιδέα πως οι Ρομά είναι Έλληνες πολίτες με τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με εμάς.

Με εφαλτήριο την φράση «εγώ δεν είμαι ρατσιστής αλλά…..» χρεώνουμε στους τσιγγάνους όλα τα κακά αυτού του κόσμου. Ότι κάνουμε και για τους πρόσφυγες τους μαύρους στην Αμερική και την Γαλλία τους Ινδιάνους και τους ιθαγενείς. Δεν χωράνε στην δική μας λογική, δεν ενσωματώνονται στον δικό μας τρόπο ζωής που θεωρούμε τον μοναδικά αποδεκτό και έτσι αν δεν μπορούμε να τους αφανίσουμε που θα ήταν η ιδανική λύση τους τιμωρούμε βάζοντας τους  στο περιθώριο.

«Εσύ τι θα έκανες αν έβλεπες έναν ξένο στην αυλή σου».

«Οι Ρομά διαιωνίζουν κακές συμπεριφορές».

«Οι Ρομά δεν θέλουν να ενταχθούν στην κοινωνία, είναι παραβατικοί και οσο καλές προθέσεις και να έχεις δεν γίνεται τίποτα»

Γνωστά και χιλιοειπωμένα όλα αυτά. Πριν καταδικάσουμε όμως τους Ρομά ας σκεφτούμε αν τους δόθηκαν πραγματικά οι ευκαιρίες τα κίνητρα να ενταχθούν. Αν το Ελληνικό κράτος τους συμπεριφέρθηκε ως ισότιμους πολίτες δίνοντας τους τα ίδια δικαιώματα αλλά και αν καλλιέργησε μια διάθεση πραγματικής ένταξης και αποδοχής τους.

Μέχρι και την δεκαετία του 1980 όταν και έγινε η οριστική εγγραφή όλων των Ρομά στα δημοτολόγια οι τσιγγάνοι δεν είχαν ελληνική ταυτότητα. Αυτό δεν τους επέτρεπε να αγοράσουν γη, σπίτια, να πάνε σχολείο και να δουλέψουν νόμιμα. Εξαιρέθηκαν από τις διευκολύνσεις που είχαν όλοι οι άλλοι πρόσφυγες της Μικρά Ασίας. Όταν τους δόθηκε η νομική δυνατότητα να ενταχθούν  δεν υπήρχε κανείς εκεί για να τους στηρίξει στα πρώτα βήματα της ένταξης τους. Διότι δεν αρκεί να θεσπιστεί ένας νόμος. Πρέπει να υπάρξουν μέτρα ενίσχυσης ώστε να εφαρμοστεί σωστά. Με την είσοδο μας στην ΕΕ εμείς οι μη Ρομά, οι μπαλαμοί κληθήκαμε να πάμε στους οικισμούς για να διαχειριστούμε προγράμματα εκατομμυρίων και να πούμε στους Ρομά ποιοι είναι, γιατί βρίσκονται σ αυτήν την κατάσταση  – δημιουργώντας μια πλαστή τσιγγανότητα που ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία θα ακολουθήσουν – και πως θα μπορούσαν να βγουν από την κατάσταση που βιώνουν.

Αυτόματα οι Ρομά έγιναν αυτό που εμείς θέλαμε να είναι και αυτοί μας ακολούθησαν για να γίνουν λιγάκι πιο αποδεκτοί. Τα περισσότερα μέτρα δεν απέδωσαν και η κοινή γνώμη βρήκε ακόμα ένα αφήγημα που λέει «τόσα λεφτά σε προγράμματα και δεν έχουν ενταχθεί, εμείς έχουμε την διάθεση αυτοί δεν θέλουν». Δεν μπορείς να απαιτείς από μια ολόκληρη φυλή να γίνει αυτό που εσύ θέλεις και πιστεύεις. Όταν θέλουμε να βοηθήσουμε πρέπει να είμαστε έτοιμοι να συνδιαμορφώσουμε και όχι να δώσουμε εντολές.  Έπειτα ήρθε και πάλι η αδιαφορία  και τα προγράμματα ένταξης το ένα μετά το άλλο βουλιάζαν στην αποτυχία.

Έτσι μέχρι και σήμερα όντας στο περιθώριο, ο θάνατος ενός Ρομά δεν αποτελεί μια είδηση που θλίβει και σοκάρει. Το φανερώνουν άλλωστε τα γεμάτα μίσος σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στα οποία με περισσή ευκολία οι περισσότεροι φωνάζουν θάνατος στους γύφτους για να ξεβρωμίσει ο τόπος.Την ίδια στιγμή που πανηγυρίζουμε για την καταδίκη της Χρυσής Αυγής παραδίπλα ο θάνατος ενός παιδιού δεν συγκινεί και στην καλύτερη περίπτωση τυγχάνει σχολίων ανοχής αν όχι μισαλλοδοξίας. Και μόνο που σε κάθε δημοσίευμα δίπλα στο 18 χρόνος κολλάει η λέξη Ρομά είναι ενδεικτικό του τρόπου χειρισμού της είδησης από τα ΜΜΕ. Την ίδια στιγμή που χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στο δρόμο για την δίκη της Χρυσής Αυγής οι αυθόρμητες διαμαρτυρίες των Ρομά με το κλείσιμο κεντρικών δρόμων σε όλη την Ελλάδα δεν κατάφεραν όχι απλά να βρουν υποστηρικτές και να γιγαντωθούν αλλά παρουσιάστηκαν με τέτοιο τρόπο που γέννησαν αγανάκτηση.

«Να τελειώνουμε με τους Ναζί» έλεγαν τα περισσότερα δημοσιεύματα των ημερών. Τα άλλα αναφωνούσαν. «Να τελειώνουμε επιτέλους με τους γύφτους, τους κλέφτες τους βρωμιάρηδες».

Τα τελευταία χρόνια υπήρξαν προσπάθειες να αλλάξει η ιστορία των Ρομα και το αρνητικό στίγμα που την ακολουθεί. Για πρώτη φορά οι τσιγγάνοι πρωταγωνιστούν στην αλλαγή και δεν περιμένουν τους σωτήρες που θα δώσουν λύσεις γ αυτούς. Ο «Φάρος του κόσμου» στην Θεσσαλονίκη με σύνθημα του  «Η γνώση σπάει τα γκέτο» απέδειξε πως αν δώσεις σε ένα παιδί τις ίδιες ευκαιρίες, τα ίδια κίνητρα και την ίδια παρότρυνση μπορεί να αλλάξει την ζωή του και την ιστορία του τόπου του. Και εδώ βέβαια επικρατεί η άποψη πως οι Ρομά δεν αγαπάνε το σχολείο και δεν αξίζει να προσπαθούμε να τους μορφώσουμε.

Ας μην ξεχνάμε πως μέχρι το 1980 -1990 στις περισσότερες επαρχιακές πόλεις και χωριά οι γονείς δεν είχαν σε εκτίμηση το σχολείο. Προτιμούσαν τα παιδιά τους να καλλιεργούν τα χωράφια της οικογένειας. Δεν αρκεί να λέμε πως οι Ρομά είναι ελεύθεροι να πάνε στο σχολείο απλά δεν το θέλουν. Έχουμε χρέος ως πολίτες, γονείς, συμμαθητές, γείτονες, δάσκαλοι  να τους δώσουμε κίνητρα, να τους ενθαρρύνουμε δείχνοντας τον δρόμοκαι όχι να τους κοιτάμε με δυσπιστία και αγανάκτηση. Οι Ρομά φοιτητές που διέπρεψαν, τα παιδιά του «Φάρου του κόσμου» που ως πρωταθλητές Ελλάδος βρέθηκαν στον παγκόσμιο τελικό εκπαιδευτικής Ρομποτικής στην Αμερική είναι μόνο μερικά παραδείγματα που πρέπει να γιγαντωθούν και να αποτελέσουν παράδειγμα.

Η αλλαγή έχει ξεκινήσει με αργά βήματα και είναι εφικτή. Αν σταθούμε δίπλα σε συλλόγους και οικισμούς, δίπλα σε γονείς, παιδιά και νέους και διαμορφώσουμε μαζί την κοινή μας ζωή μόνο τότε θα απολαύσουμε όλοι μαζί την αλλαγή. Ρατσιστές και άνθρωποι με παρωπίδες θα υπάρχουν πάντα. Ας μην αφήσουμε να γίνει η φωνή τους δυνατότερη από της λογικής… την δική μας φωνή.