Δημόσιος χώρος: Κι αν θέταμε την αξία για την κοινότητα ως προτεραιότητα;
Απέναντι στην παγίωση μίας στρεβλής αντιμετώπισης του δημόσιου χώρου, είναι αναγκαία η επανανοηματοδότησή του και η επανοικειοποίησή του από τους πολίτες - Γράφει ο Μιχάλης Γουδής
Λέξεις: Μιχάλης Γουδής
Συχνά επιστρέφω στο βιβλίο του σπουδαίου Δανού πολεοδόμου, Γιαν Γκελ «Ανθρώπινες Πόλεις», το οποίο μαζί με το εμβληματικό «Η ζωή ανάμεσα στα κτίρια» αποτελούν έκφραση μίας διαφορετικής φιλοσοφίας για τον αστικό σχεδιασμό που θέτει στο επίκεντρο τον άνθρωπο.
Στον πυρήνα της σκέψης βρίσκεται το τρίπτυχο «Ζωή-Χώρος-Κτίρια» που όταν ακολουθείται με αυτή τη σειρά προτεραιότητας μπορεί να οδηγήσει σε βιώσιμη και ελκυστική καθημερινότητα. Η ανάδειξη των εννοιών της ζωής στην πόλη και του κοινόχρηστου χώρου ως σημείων αναφοράς είναι το κλειδί για επιτυχή αστικό σχεδιασμό κατά τον Γκελ.
Πώς ζουν οι άνθρωποι στις πόλεις; Τι ανάγκες έχουν; Πώς τις χρησιμοποιούν; Αυτά τα ερωτήματα πρέπει να καθοδηγούν τη διαμόρφωση του χώρου και σε τελική ανάλυση τα κτίρια που γεμίζουν τον αστικό ιστό.
Ας ζουμάρουμε τώρα στις ελληνικές πόλεις, επικεντρώνοντας την προσοχή μας στη Θεσσαλονίκη.
Ας σκεφτούμε πώς τίθενται κατά κόρον τα τελευταία χρόνια οι προτεραιότητες στα μεγάλα έργα σε αντιπαραβολή με τη σκέψη του Γκελ. Συνήθως, εμφανίζεται ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο που κατά κύριο λόγο επιχειρεί να «πείσει» για τη χρησιμότητά του με βάση τη σχεδίασή του, υποβιβάζοντας τον τρόπο που επηρεάζει την ανθρώπινη εμπειρία στην πόλη σε δευτερεύουσα λεπτομέρεια.
Επίσης, λείπει κατά κανόνα πριν την παρουσίαση του σχεδίου κάθε συμμετοχική διαδικασία που να εμπλέκει τους πολίτες της ευρύτερης περιοχής παρέμβασης, ενώ απουσιάζει η διεπιστημονικότητα, ώστε να λαμβάνονται και άλλοι παράγοντες υπόψη όπως η συσχέτιση με τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, η δημόσια υγεία, η έμφυλη διάσταση κ.ο.κ. Έτσι, επικρατεί η λογική του τεχνικού έργου με αποτέλεσμα να ανατρέπεται η πυραμίδα του Γκελ.
Εδώ, όλα ξεκινούν από κτίρια και σε δεύτερη μοίρα μπαίνουν ο δημόσιος χώρος και η ίδια η ζωή. Υπάρχουν πολλά πρόσφατα παραδείγματα, από την ανάπλαση της ΔΕΘ μέχρι την πρόσφατη παρουσίαση για την περιοχή του Φιξ.
Το ίδιο συμβαίνει και στα μικρότερα έργα. Ας δούμε, για παράδειγμα, τις παιδικές χαρές στη Θεσσαλονίκη. Οι περισσότερες, από τις ούτως ή άλλως λίγες, παιδικές χαρές στην πόλη είναι πλήρως εκτεθειμένες στον ήλιο, πολλές φορές και με υλικά που αναπτύσσουν πολύ υψηλές θερμοκρασίες, με αποτέλεσμα να καθίστανται ακατάλληλες για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για τους/ις συνοδούς τους που το καλοκαίρι μπορεί να είναι κάποιο άτομο μεγάλης ηλικίας. Και σε αυτή την περίπτωση, μοιάζει να έχει κυριαρχήσει το τεχνικό έργο έναντι της βιωμένης εμπειρίας και της διαμόρφωσης του ίδιου του χώρου και μάλιστα αυτή η λογική αναπαράγεται συνεχώς. Την ίδια στιγμή, ολοένα και περισσότερες πόλεις δημιουργούν συμμαχίες με επίκεντρο την ετήσια σύνοδο στην Μπρατισλάβα για να αποδώσουν το αστικό περιβάλλον στα παιδιά.

Ασφάλεια στην διακυβέρνηση, χαμένες ευκαιρίες και το κόστος
Οι δημόσιοι χώροι είναι χώροι συγκέντρωσης και κοινωνικής συμμετοχής. Οι χρήσεις και η διαμόρφωσή τους είναι ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι κατ’εξοχήν άσκηση δημοκρατίας με την ενεργή συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία λήψης των σχετικών αποφάσεων. Έτσι μπορεί να καλλιεργηθεί και η συλλογική ευθύνη για τη φροντίδα των δημόσιων χώρων.
Δυστυχώς, οι ελληνικές πόλεις είναι γεμάτες από δημόσιους χώρους που παραδόθηκαν στους χρήστες τους και δε έλαβαν υπόψη ανησυχίες, ανάγκες και προβληματισμούς πολιτών. Η διαφάνεια στην ενημέρωση και οι συμμετοχικές διαδικασίες είναι σαφώς πιο απαιτητική προσέγγιση, την οποία πολλές φορές οι δήμοι δεν έχουν ούτε τις αρμοδιότητες ούτε την πρακτική δυνατότητα να υπηρετήσουν.
Η διακυβέρνηση του δημόσιου χώρου είναι ένα πεδίο που απαιτεί σημαντική βελτίωση στη σύγχρονη ελληνική δημοκρατία. Επιπλέον των παραπάνω, ο ρόλος του Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) καθιστά σε πολλές περιπτώσεις θολά τα όρια του δημόσιου χώρου.
Πολλοί χώροι που ήταν λογικό και αναμενόμενο να διαμορφωθούν και να χρησιμοποιηθούν προς κοινή ωφέλεια αποτελούν έργα προς αξιοποίησης στο χαρτοφυλάκιο του ΤΑΙΠΕΔ. Σε αυτή την περίπτωση τα κριτήρια της επένδυσης είναι αυτά που ταυτίζονται με την «αναπτυξιακή δυναμική» και την «παραγωγή πλούτου» όπως αναφέρεται στη σελίδα του οργανισμού. Ίσως η γνωστότερη υπόθεση, στην οποία καθίσταται ευδιάκριτος αυτή η σύγκρουση προτεραιοτήτων είναι η Μαρίνα της Αρετσούς στην Καλαμαριά.

Δήμοι, περιφέρειες, αποκεντρωμένη διοίκηση, ΤΑΙΠΕΔ, αλλά και άλλοι φορείς του Δημοσίου έχουν λόγο στο δημόσιο χώρο, κάτι που οδηγεί κατά κανόνα σε μία ασάφειας στη διακυβέρνηση. Δεν είναι λίγες οι φορές που αυτή η ασάφεια γεννά και τις αναγκαίες δικαιολογίες για να μην προχωρήσουν αλλαγές στο δημόσιο χώρο, με αποτέλεσμα οι πόλεις να γεμίζουν από χαμένες ευκαιρίες. Χώροι σε μετάβαση που θα μπορούσαν να προσφερθούν σε δημόσια χρήση στην τοπική κοινότητα, στη λογική αυτού που θα μεταφράζαμε ως «προσωρινό αστικό σχεδιασμό» (meanwhile urbanism).
Ο όρος αναφέρεται στην ενεργοποίηση κενών ή μεταβατικών αστικών χώρων με προσωρινές χρήσεις, δραστηριότητες ή και προσωρινά έργα για την εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινότητας, τη δοκιμή ιδεών και τη διατήρηση της κοινωνικής συμμετοχής εν αναμονή της μόνιμης ανάπτυξης, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ της παρούσας χρήσης και των μελλοντικών σχεδίων. Αυτή η ευελιξία και η κλιμακωτή αλλαγή είναι ίσως ένα από τα κλειδιά για την επαναπροσέγγιση του δημόσιου χώρου, απεκδύοντάς τον από την «ανάγκη» μεγάλων έργων. Τα τελευταία, δε, πέραν του συνήθως μεγάλου κόστους κατασκευής τους συνδέονται και με μεγάλο κόστος συντήρησης, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τη διατήρηση τη δωρεάν χρήση του δημόσιου χώρου από τους πολίτες.
Είναι συχνό το φαινόμενο εμβληματικά έργα στο δημόσιο χώρο να κλείνουν τον κύκλο του προγραμματισμένου προϋπολογισμού τους με το κόψιμο της κορδέλας των εγκαινίων χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη πρόβλεψη για το τι θα συμβεί σε βάθος χρόνος. Υπό αυτό το πρίσμα, κρίνεται ανεπαρκής η διάχυση στην ελληνική πραγματικότητα λύσεων βασισμένων στη φύση (nature based solutions) μολονότι η Ε.Ε. έχει θέσει ως στόχο να αποτελέσει ηγέτιδα δύναμη στο πεδίο αυτό.
Λύσεις που εμπνέονται και υποστηρίζονται από τη φύση, οι οποίες είναι οικονομικά αποδοτικές, προσφέρουν ταυτόχρονα περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά οφέλη και συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας. Τέτοιου είδους λύσεις θα έπρεπε να είναι στον πυρήνα διαμόρφωσης ενός δημόσιου χώρου όχι μόνο για το σήμερα αλλά κυρίως για το αύριο που θα συνοδεύεται από τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης.
Η έννοια της «δημόσιας πολυτέλειας» ως εναλλακτική
Πώς μπορεί να οριστεί μία διαφορετική λογική προσέγγισης στα πράγματα; Η πιο ενδιαφέρουσα, ολοκληρωμένη και πειστική, κατά τη γνώμη μου, εναλλακτική προτείνεται από το ερευνητικό ινστιτούτο Autonomy στη Μεγάλη Βρετανία.
Η έννοια της «δημόσιας πολυτέλειας» (public luxury) αντιπροσωπεύει, όπως γράφουν στην ιστοσελίδα τους autonomy.work «[…] μια αφθονία καλών πραγμάτων, χώρων και εμπειριών που είναι διαθέσιμα σε όλους. […] Για παράδειγμα, αντί για τεράστιους ουρανοξύστες χτισμένους στο όνομα της οικονομίας της αγοράς, όμορφα δημόσια κτίρια που ταιριάζουν με την κλίμακα και τη φιλοδοξία του μοντερνισμού του εικοστού αιώνα.
Σημαίνει ότι κάθε κοινότητα έχει ένα εστιατόριο ή μια καντίνα που σερβίρει νόστιμο και προσιτό φαγητό.
Σημαίνει ευρύχωρα και ελκυστικά πάρκα όπου οι άνθρωποι θέλουν να περνούν το χρόνο τους». Το κλειδί κρύβεται στην τελευταία πρόταση.
Αν οι άνθρωποι θέλουν να περνούν το χρόνο τους στο δημόσιο χώρο, τότε είναι πιθανό να (θέλουν να) συμβάλλουν στη φροντίδα του.

Λαμβάνοντας υπόψη την τάση μείωσης του ιδιωτικού χώρου που καθίσταται ολοένα και λιγότερο προσιτός και προσφέρει χειρότερες συνθήκες, ο ποιοτικός δημόσιος χώρος είναι μονόδρομος για τη βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών. Ένα ακριβό, μικρό διαμέρισμα είναι πολύ πιθανό να ωθήσει τους ενοικιαστές τους σε αναζήτηση μίας προέκτασης του ζωτικού τους χώρου εκτός των τειχών.
Ο δημόσιος χώρος θα έπρεπε να περιλαμβάνει και άλλα δημόσια αγαθά όπως για παράδειγμα το νερό. Με εξαίρεση τις τελευταίες ενθαρρυντικές κινήσεις της ΕΥΑΘ, οι δημόσιες βρύσες λείπουν από το δημόσιο χώρο και από αστικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης συνολικά. Σκεφτείτε πόσο διαφορετική γίνεται αμέσως η εμπειρία στο δημόσιο χώρο όταν μπορεί κανείς να σταματήσει και να γεμίσει το παγούρι του με νερό χωρίς κόστος και χωρίς παραγωγή απορριμμάτων. Τέτοιου είδους μικρές πινελιές ενισχύουν την οικειότητα με τον χώρο και αποτελούν έμπρακτη απόδειξη του ενδιαφέροντος για μία συνολικά θετική εμπειρία των πολιτών σε αυτόν.
«Το σαλόνι της κοινωνίας» και εμείς
Κάνοντας τη σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες η ελληνική καθημερινότητα είναι κατά κύριο λόγο μία ιδιωτική εμπειρία. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή περνούμε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μας είτε στο σπίτι είτε στο ΙΧ είτε σε ιδιωτικούς χώρους- καφέ, μπαρ ή εστιατόρια- που συνήθως καταλαμβάνουν δημόσιο χώρο, μας διαμορφώνει ως πολίτες και εμείς με τη σειρά μας διαμορφώνουμε τη στάση μας απέναντί του. Το δίπολο δημόσιος vs. εμπορευματικός χαρακτήρας είναι ένα πεδίο σύγκρουσης γύρω από το δημόσιο χώρο. Λαμβάνοντας υπόψη πως κοινή ωφέλεια και δημόσιος χώρος συμβαδίζουν, στην πραγματικότητα δε θα έπρεπε να τίθεται ερώτημα σε μία εποχή που τα δεδομένα για την κλιματική κρίση δείχνουν με σαφήνεια ποιες είναι οι ανελαστικές προτεραιότητες.
Η δημοκρατία διέρχεται κρίση που γίνεται ορατή και στη χώρα μας ως κρίση αντιπροσώπευσης, κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στους θεσμούς κτλ. Η αποξένωση των πολιτών από το πολιτικό σύστημα είναι ένα πρόβλημα χωρίς εύκολη ή άμεση θεραπεία. Ο δημόσιος χώρος, όμως, ως το πεδίο της πλέον άμεσης επαφής όλων των πολιτών με όσους και όσες λαμβάνουν τις αποφάσεις για λογαριασμό τους τόσο στο εθνικό όσο και στο τοπικό επίπεδο, αποτελεί κλειδί για τη βελτίωση της δημοκρατίας.
Μία έκδοση του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ γύρω από το συγκεκριμένο θέμα χαρακτηρίζει το δημόσιο χώρο «το σαλόνι της κοινωνίας». Πόσο όμορφα αισθανόμαστε στο σαλόνι αυτό σήμερα; Κι επειδή η ερώτηση είναι μάλλον ρητορική, ας μην αντιμετωπίζουμε το ζήτημα όπως τέθηκε στις λέξεις που προηγήθηκαν (μόνο) ως παθητικά υποκείμενα. Ο δημόσιος χώρος είναι ένα Κοινό (commons) και υπάρχουν πολλά περιθώρια για να διεκδικηθεί στην πράξη ως τέτοιο, ενισχύοντας το χαρακτήρα της κοινότητας και του μοιράζεσθαι.
Η συλλογική δράση σε μία σειρά από τομείς, όπως δείχνουν λόγου χάριν τα επιτυχημένα παραδείγματα ενεργειακών κοινοτήτων πολιτών, μπορεί να αποτελέσει οδηγό.
Ενώ πολύτιμη μπορεί να είναι η αξιολόγηση της εμπειρίας του πολύ κοντινού μας παραδείγματος του Πάρκου Τσέπης στη γειτονιά της Σβώλου. Είναι και υποχρέωση του καθενός και της καθεμιάς από εμάς να σκεφτούμε και να αντιμετωπίσουμε το δημόσιο χώρο ως έναν κοινό πόρο και ως μία πηγή παραγωγής αξίας που επιστρέφει στην κοινότητα.
Υ.Γ. Στο τέλος Μαρτίου το Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ – Γραφείο Θεσσαλονίκης, Ελλάδα και η συνεργατική – διεπιστημονική ομάδα σχεδιασμού Commonspace θα διοργανώσουν στη Θεσσαλονίκη μία σειρά εκδηλώσεων γύρω από την πόλη, τα Κοινά και το συνεργατισμό, όπου θα συζητηθούν μεταξύ άλλων και πολλά από τα σημεία που τέθηκαν σε αυτό το κείμενο.
*Ο Μιχάλης Γουδής είναι διευθυντής στο Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ, Γραφείο Θεσσαλονίκης και δημοσιογράφος.
