Parallax View

Είδαμε τον Τίμοθι Σαλαμέ στο Marty Supreme και καταλάβαμε γιατί σάρωσε τα βραβεία

Μετά από τόσο hype, τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί;

Parallaxi
είδαμε-τον-τίμοθι-σαλαμέ-στο-marty-supreme-και-κατ-1424765
Parallaxi

Λέξεις: Αντώνιο Παντέλη, Χρυσάνθη Αρχοντίδου, Αστέρης Καρατζάς 

Η ταινία Marty Supreme με πρωταγωνιστή τον Τίμοθι Σαλαμέ έκανε την επίσημη πρεμιέρα στους ελληνικούς κινηματογράφους και τρεις συντάκτες της parallaxi καταγράφουν τις σκέψεις τους για μια ταινία που εντυπωσίασε όλο τον κόσμο.

Αντώνιο Παντέλη

Φαντάσου να γυρνάς τον κόσμο ανάποδα για να πάρεις πίσω το αίμα σου. Θα το έκανες; Ο Marty Mouser (Τίμοθι Σαλαμέ) έχει μόνο αυτόν τον σκοπό.

Σε ένα κατάμεστο Μακεδονικόν και δίπλα σε ένα ένθερμο κοινό, το Marty Supreme μας άφησε άφωνους.

Η προώθηση της ταινίας από τον Τίμοθι Σαλαμέ ήταν από μόνη της ένα ξεχωριστό κεφάλαιο.

Αρχικά, είδαμε δεκάδες superstars — από τον χώρο του ποδοσφαίρου, της μουσικής βιομηχανίας και του κινηματογράφου — να φορούν το merch της ταινίας: Μια baggy ζακέτα που τραβούσε αμέσως τα βλέμματα.

Την ίδια στιγμή, ενώ κυκλοφορούσαν φήμες για το αν κρύβεται πίσω από τον Βρετανό ράπερ Esdeekid, ο Τίμοθι μεταμορφώθηκε σε τραγουδιστή, έκανε collab μαζί του και το τραγούδι σάρωσε τα social media.

Παράλληλα ο Τίμοθι εμφανίστηκε κατά καιρούς σε διάφορες συνεντεύξεις, και κάθε μια από αυτές φαινόταν πως έχει υιοθετήσει ένα κομμάτι του ρόλου του στην ταινία.

Η ταινία όμως, ήταν το κάτι άλλο. Και μετά από τόσο hype, όχι μόνο στάθηκε αντάξια των προσδοκιών, αλλά τις ξεπέρασε. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο που σάρωσε όσες απονομές βραβείων έγιναν μέχρι στιγμής – και έχει και συνέχεια καθώς τα Όσκαρ, πλησιάζουν.

Η αναγνώριση δεν άργησε να έρθει. Αρχικά, κατέκτησε το βραβείο Α’ Ανδρικού Ρόλου στα Critics Choice Awards, ενώ λίγο αργότερα επικράτησε και στην 83η απονομή των Χρυσών Σφαιρών, αφήνοντας πίσω του βαριά ονόματα όπως ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο και ο Τζορτζ Κλούνεϊ.

Ο Μάρτι Μάουζερ μπαίνει στην ταινία δυναμικά. Από το πρώτο κιόλας λεπτό γίνεται σαφές ποιος είναι: έντονος, εμμονικός με τον στόχο του και σχεδόν πεισματάρης στην επιδίωξή του. Αυτή η ένταση είναι που δίνει ζωή στην ταινία, μέχρι το τελευταίο λεπτό.

Λίγα λόγια για την πλοκή τώρα.

Ο Μάρτι είναι ένας νεαρός Εβραίος που εργάζεται σε ένα κατάστημα υποδημάτων στη Νέα Υόρκη το 1952 και ονειρεύεται να κατακτήσει τον κόσμο μέσα από το ανερχόμενο άθλημα του πινγκ-πονγκ. Στόχος του είναι να κατοχυρώσει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας τη δική του μάρκα μπάλας, την Marty Supreme και να φέρει στις ΗΠΑ το άθλημα, που στις υπόλοιπες χώρες αναπτύσσεται ραγδαία.

Παράλληλα, διατηρεί σχέση με την παντρεμένη παιδική του αγάπη, τη Ρέιτσελ (Οντέσα Αζιόν), και μαζεύει τα κέρδη του για να ταξιδέψει στη Βρετανία, προκειμένου να συμμετάσχει στο πρωτάθλημα πινγκ-πονγκ στο Γουέμπλεϊ. Μια σχέση που στη διάρκεια της ταινίας

Ο Μάρτι, βρέθηκε στο όριο να χάσει τα πάντα. Παίρνει ραγδαίες αποφάσεις τονίζοντας έτσι τον χαρακτήρα του και τελικά καταφέρνει να φτάσει στη Βρετανία. Εκεί, χάνει τον εαυτό του. Ο χαρακτήρας του, περιστρέφεται μονάχα γύρω από το “εγώ” και σκαρφίζεται ό,τι του κατέβει για να καταφέρει αυτό που έχει ανάγκη ο οργανισμός του. Να κατακτήσει όσα περισσότερα μπορεί. 

Ο πρωταγωνιστής είναι αντιπαθής, σχεδόν για όλους, αλλά ο Μάρτι εξακολουθεί να λαμβάνει αποφάσεις που θα του χαρίσουν μια δόση ναρκισσισμού και για να το καταφέρει αυτό θα κάνει ό,τι χρειαστεί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται…

Το καστ προσωπικά απογειώνεται, με την εμφάνιση του Tyler the Creator – που κανείς μας δεν τον έχει συνηθίσει στη μεγάλη οθόνη. Ο τραγουδιστής έδεσε άρρηκτα με τον Τίμοθι και μας χάρισαν ένα δίδυμο που έδωσε στην ταινία έναν άλλον χαρακτήρα.

Υ.Γ. Μακάρι η ταινία να είχε και άλλο, για να απολαύσουμε περισσότερο τον Τίμοθι

Χρυσάνθη Αρχοντίδου 

Οι ταινίες που αποτυπώνουν το πάθος του ανθρώπου για αυτό που αγαπά να κάνει, πάντα με κερδίζουν. Από το πιο πρόσφατο Challengers, μέχρι το I, Tonya, το Whiplash, το Black Swan και το La La Land, βρίσκονται στην κορυφή των αγαπημένων μου κινηματογραφικών διαμαντιών.

Και το Marty Supreme κατατάχθηκε από το πρώτο λεπτό σε αυτήν την κατηγορία, με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο καθώς δεν πρόκειται για μία ταινία που σε κάνει να νιώθεις εύκολα συμπόνια για τον πρωταγωνιστή, ούτε να τον υποστηρίζεις.

Ωστόσο, δεν παύει να αποτελεί ακόμα μία ταινία που απεικονίζει τα όρια που μπορεί να φτάσει και να ξεπεράσει κανείς για να ακολουθήσει τα όνειρά του, αυτή τη φορά σκηνοθετημένη από τον Josh Safdie και με πρωταγωνιστή τον πολυαγαπημένο (μου και μας) Timothee Chalamet. 

O ντόρος που προηγήθηκε πριν καν κυκλοφορήσει η ταινία, μέσω της ακραίας προώθησής της – τα συγχαρητήριά μας στην ομάδα του marketing – αλλά και τα δύο (!) βραβεία που πρόλαβε να κατακτήσει ο μέχρι τώρα  -αδικημένος κατά τη γνώμη μου από την Ακαδημία – Σαλαμέ, ανέβασαν τις προσδοκίες μας στον Θεό και αυτή τη φορά, όχι άδικα.

Προσωπικά, δεν περίμενα να απογοητευτώ από ταινία παραγωγής Α24 και μάλιστα, την ακριβότερη μέχρι στιγμής, φτάνοντας τον προϋπολογισμό των 70 εκατομμυρίων δολαρίων – 20 εκατομμύρια ακριβότερη από το Civil War – δείχνοντας την προσοχή στην κάθε λεπτομέρεια και πετυχαίνοντας την καλύτερα από κάθε άλλη φορά.

Τα song choices από το πρώτο μέχρι το τελευταίο needle drop ήταν ανατριχιαστικό, με την πιο καθοριστική σκηνή του για μένα, τον ρεβάνς αγώνα ping pong ανάμεσα στον πρωταγωνιστή, Μάρτι Μάουζερ και τον Ιάπωνα αντίπαλό του, από τον οποίο είχε ήδη ηττηθεί και ταπεινωθεί μία φορά, Κότο Έντο. Μία σκηνή που η κάμερα σε παίρνει μαζί της σε κάθε κίνηση της μπάλας, κάθε σταγόνα ιδρώτα που στάζει από τα μέτωπα των παικτών και κάθε συναίσθημα που νιώθουν.

Βρίσκω περιττό να δώσω περισσότερο έμφαση σε σκηνοθεσίες και ερμηνείες, μιας και υπάρχουν άλλες τόσες κριτικές που τις αποθεώνουν, ακριβώς έτσι όπως τους αρμόζει.

Ομολογώ πως για μένα, η ταινία άφησε για το ping pong, το ίδιο αποτύπωμα που μου είχε αφήσει το Challengers για το τένις. Tην περιέργεια να εμβαθύνω περισσότερο σε ένα άθλημα με το οποίο μέχρι πρότινος δεν είχα καμία απολύτως επαφή, αλλά και αναζητώντας τον αληθινό χαρακτήρα πάνω στον οποίο βασίστηκε ελαφρώς ο πρωταγωνιστής μας, τον Marty Reisman, με το που βγήκα από την αίθουσα και αφού την είχα ήδη βαθμολογήσει με 4,5/5 αστέρια στο Letterboxd.

Το Marty Supreme είναι μία ταινία που σε κάνει να βιώνεις ένα σορό συναισθήματα που δεν περιμένεις μέσα σε δυόμιση ώρες. Προσφέρει γέλιο, δράμα, συγκίνηση, έκπληξη μέχρι και τρόμο και με το κατάλληλο (πάντα interactive) κοινό στην κινηματογραφική αίθουσα, η προβολή της απογειώνεται.

Αστέρης Καρατζάς

Πάντα είναι πολύ ενδιαφέρον οταν σκηνοθετικά δίδυμα χωρίζουν να προσπαθείς να διακρίνεις τι προσέφερε ο καθένας στα κοινά τους πρότζεκτ, όπως λοιπόν με τους κοέν πριν λίγα χρόνια, φέτος παρατηρήσαμε δυο αδέρφια, τους Safdie, να δημιούργουν θεματικά κοντινές ταινίες αλλα πρακτικά νομίζω πλέον είναι πιο ευδιάκριτο το προς τα που κλίνει ο καθένας.

Ο Bennie Safdie, με το Smashing Machine μας έδωσε μια βιογραφία παλαιστή με πολύ συναισθηματικό βάθος, έντονους νεοτερισμούς στον τόνο, μια ψυχογραφία με κινηματογραφική απλότητα .

Στο Marty Supreme ο Josh, φτιάχνει κατά κύριο λόγο ατόφιο κλασικό νεοϋορκέζικο σινεμά, σχεδόν πανομοιότυπο με αυτό του Σκορτσέζε (όχι ότι δεν το περιμέναμε από την υπάρχουσα φιλμογραφία του).

Η ταινία βέβαια ξεκινά με μια, για εμένα, άριστη εισαγωγή. Ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή ξετυλίγεται σε περίπου μόνο τρία με τέσσερα λεπτά, όλες οι πληροφορίες πλοκής, φιλοδοξίες, πίκρες και μικρότητες έρχονται στο προσκήνιο σε αυτή την σεκάνς έντασης, ρομαντισμού και νοσταλγίας, μιας και το κατ που μας μεταφέρει στον μικρόκοσμο σπερματοζωαρίων συνοδεύεται από το 80s κομμάτι “Forever Young”.

Φυσικά το ωάριο στο τέλος κάνει transition σε μπάλα πινγκ πονγκ. Όλη αυτή η εισαγωγή με έκανε να ανατριχιάσω με την μαεστρία και την ενέργεια που μας προσφέρεται.

Παρόλα αυτά όσο εξελίσσοταν η ταινία ένιωθα ότι έβλεπα ένα γνώριμο έργο, ίσως πιο γνώριμο από όσο θα ήθελα.

Ταινίες όπως το Uncut Gems και Raging bull μπαίναν συνέχεια στο μυαλό μου, κάτι το οποίο συνέχισε δυστυχώς για όλη την ταινία, ένας υπερφιλόφοξος νεαρός καταστρέφει την ζωή όσων τον εμπιστεύονται ενώ αυτός αποτυγχάνει φυσικά να κατακτήσει τον στόχο του.

Η ταινία έχει ότι χρειάζεται για να είναι άκρως διασκεδαστική και προσβάσιμη κυριολεκτικά για όλους, αλλά δυστυχώς κατ εμέ δεν έφτασε τα σπουδαία σύγχρονα έπη όπως το Brutalist, ενώ οι γιγαντιαίες προσδοκίες που χτίστηκαν από τα φεστιβάλ και τα βραβεία δεν βοήθησαν.

Η εμφάνιση όμως του Abel Ferrara σίγουρα έδωσε μια προοπτική στην ταινία που δεν είχα σκεφτεί.

Το φιλμ έγινε για μένα ένα νοσταλγικό ομάζ όταν ο θρυλικός νεουρκέζος σκηνοθέτης χάρισε το χαρακτηριστικό του πρόσωπο στην μεγάλη οθόνη, ένα ομάζ στις διεστραμμένες ανάγκες, του κοινού των 80s και 90s αμερικανικών ψυχογραφιών για βία, κακία, πίκρα, και προδοσία και σεξ.

Ένα είδος που ίσως δεν μπορεί εύκολα να μεταφερθεί στην σημερινή τεχνολογικά αναπτυγμένη εποχή ίσως λόγω της μεγαλύτερης κοινωνικής οργάνωσης.

Ενώ το μάρκετινγκ του φιλμ θεωρώ πως έφερε ένα τεράστιο κοινό, δεν ξέρω αν εν τέλει αυτό το κοινό θα δεχτεί τον γοητευτικό αλλα γεμάτο κακία πρωταγωνιστή μας ως πρότυπο ή ως παράδειγμα προς αποφυγή.

Στα τεχνικά δεν έχω να σχολιάσω και πολλά μιας και είναι μία άριστα σκηνοθετημένη και φωτισμένη ταινία γεμάτη εξαιρετικές υποκριτικές ενώ ο Daniel Lopatin (Oneohtrix Point Never) πάλι μας χαρίζει ένα γεμάτο αγωνία και ένταση soundtrack.

Εν κατακλείδι θεωρώ πως το Marty Supreme είναι μια ταινία άξια για να την δει οποιόσδηποτε ενώ ελπίζω ο Josh Safdie να πειραματιστεί περισσότερο στα επόμενα projects του, ίσως τα μεγάλα budgets εν τέλει να είναι δίκοπα μαχαίρια.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα