Εμείς και ο εαυτός μας
Οι περισσότεροι άνθρωποι χτίζουν μια εικόνα για τον εαυτό τους για να αντέξουν. Δεν είναι ψέμα από κακία. Είναι κατασκευή επιβίωσης
Δεν είναι ωραίο πράγμα να κρύβουμε από τον εαυτό μας την αλήθεια.
Αλλά ίσως ακόμη πιο δύσκολο είναι το ότι κρύβουμε την αλήθεια ο ένας από τον άλλον, ακόμη κι όταν τη βλέπουμε καθαρά.
Όχι μόνο στον έρωτα.
Ίσως εκεί λιγότερο απ’ όσο νομίζουμε.
Στη φιλία.
Στις συνεργασίες.
Στις πνευματικές σχέσεις.
Στους ανθρώπους που μας εμπιστεύονται τη ζωή τους χωρίς να το λένε.
Εκεί όπου ο άλλος δεν μας ζητά να τον αγαπήσουμε, αλλά να τον αναγνωρίσουμε.
Οι περισσότεροι άνθρωποι χτίζουν μια εικόνα για τον εαυτό τους για να αντέξουν. Δεν είναι ψέμα από κακία. Είναι κατασκευή επιβίωσης.
«Είμαι αυτός», «είμαι έτσι», «έχω ξεπεράσει εκείνο», «δεν με αγγίζει αυτό», «είμαι δυνατός», «είμαι δίκαιος», «είμαι βαθύς», «είμαι ελεύθερος».
Και εμείς το βλέπουμε.
Βλέπουμε πού δεν στέκει.
Βλέπουμε τις ρωγμές.
Βλέπουμε τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που λέει και σε αυτό που ζει.
Αλλά δεν το λέμε.
Γιατί να το πεις;
Τι κερδίζεις αν πεις σε κάποιον:
«Ξέρεις κάτι; Δεν είσαι αυτό που νομίζεις ότι είσαι»;
Κι έτσι αρχίζει το μεγάλο, αθόρυβο θέατρο.
Ο άλλος μιλά από τη θέση που έχει επινοήσει.
Κι εμείς του απαντάμε σαν να είναι αληθινή.
Τον ακούμε να μιλά για ελευθερία, ενώ είναι παγιδευμένος.
Για ανωτερότητα, ενώ είναι γεμάτος φόβο.
Για αυτογνωσία, ενώ αποφεύγει κάθε δύσκολη αλήθεια.
Για αγάπη, ενώ δεν αντέχει καμία αντίρρηση.
Και εμείς νεύουμε.
Συμφωνούμε.
Σιωπούμε.
Όχι από σεβασμό.
Από βολή.
Γιατί αν αγγίξεις την ψευδαίσθηση του άλλου, κινδυνεύεις να χάσεις τη σχέση. Και οι περισσότερες σχέσεις σήμερα δεν αντέχουν την αλήθεια. Αντέχουν μόνο τη συνέχιση.
Έτσι, δημιουργείται μια παράξενη συνθήκη: μέσα μας ξέρουμε, έξω παίζουμε.
Ο άλλος νομίζει ότι τον βλέπουμε όπως βλέπει τον εαυτό του.
Ενώ εμείς βλέπουμε κάτι άλλο, αλλά δεν τολμάμε να το ομολογήσουμε ούτε στον ίδιο μας τον εαυτό.
Και αυτό δεν είναι ουδέτερο.
Διαβρώνει.
Γιατί όταν δεν λες την αλήθεια για το ποιος νομίζεις ότι είναι ο άλλος, του στερείς την ευκαιρία να συναντηθεί με κάτι πραγματικό. Τον αφήνεις να κατοικεί μέσα σε μια εικόνα που δεν δοκιμάζεται ποτέ. Κι αυτό δεν είναι καλοσύνη. Είναι συνενοχή.
Ταυτόχρονα, αλλοιώνεις και τον εαυτό σου.
Γιατί μαθαίνεις να ζεις με δύο επίπεδα: αυτό που βλέπεις και αυτό που επιτρέπεται να ειπωθεί.
Και όσο αυτό επαναλαμβάνεται, τόσο η αλήθεια σου χάνει βάρος. Γίνεται κάτι εσωτερικό, άχρηστο, σχεδόν άβολο. Μαθαίνεις να τη φυλάς, όχι να τη ζεις.
Δεν είναι ωραίο πράγμα αυτό.
Γιατί η αλήθεια δεν είναι γνώμη.
Είναι σχέση.
Και εδώ υπάρχει κάτι ακόμη πιο λεπτό: πολλές φορές δεν λέμε την αλήθεια στον άλλον, όχι για να τον προστατεύσουμε, αλλά για να μην διαταράξουμε την εικόνα που έχει για εμάς. Για να συνεχίσει να μας χρειάζεται. Να μας βλέπει ως συμμάχους, ως αποδέκτες, ως καθρέφτες που δεν ραγίζουν.
Κι έτσι οι σχέσεις γίνονται ανταλλαγή σιωπών.
Εσύ δεν μου λες ποιος πραγματικά είμαι.
Κι εγώ δεν σου λέω τι πραγματικά βλέπω.
Και κάπου εκεί η σχέση παύει να είναι τόπος αλήθειας και γίνεται χώρος συντήρησης ρόλων.
Δεν είναι ωραίο πράγμα να ζεις έτσι.
Γιατί κουράζει.
Κουράζει να ακούς λόγια που ξέρεις ότι δεν αντιστοιχούν.
Κουράζει να στηρίζεις μια εικόνα που δεν πιστεύεις.
Κουράζει να παριστάνεις ότι δεν βλέπεις.
Και το πιο δύσκολο: κουράζει να μη λες ποτέ εκείνη τη φράση που δεν λέγεται εύκολα, όχι με κακία αλλά με καθαρότητα:
«Δεν είσαι αυτό που νομίζεις ότι είσαι κι εγώ δεν είμαι εδώ για να στο επιβεβαιώνω».
Αυτή η φράση δεν λέγεται συχνά.
Και ίσως καλά κάνει.
Δεν λέγεται ελαφρά.
Αλλά το να μη λέγεται ποτέ, έχει κόστος.
Γιατί χωρίς αυτή τη δυνατότητα, οι σχέσεις γίνονται χώροι όπου κανείς δεν μετακινείται. Όλοι προστατεύουν την εικόνα τους. Όλοι αποφεύγουν το ρίσκο της αλήθειας. Όλοι γερνούν μέσα στην ίδια αφήγηση.
Ο άνθρωπος δεν σώζεται μέσα από την επιβεβαίωση της εικόνας του, αλλά μέσα από τη ρωγμή της. Η αλήθεια δεν έρχεται για να διαλύσει, αλλά για να αποκαλύψει. Και ότι καμία σχέση, ανθρώπινη ή πνευματική, δεν είναι αληθινή αν δεν αντέχει το φως.
Δεν είναι ωραίο πράγμα να κρύβουμε την αλήθεια, γιατί έτσι δεν προστατεύουμε τον άλλον. Τον παγώνουμε. Και παγώνουμε κι εμείς μαζί του.
Η αλήθεια δεν χρειάζεται να είναι σκληρή.
Αλλά χρειάζεται να είναι υπαρκτή.
Γιατί μόνο εκεί που μπορεί να ειπωθεί, έστω και σπάνια, έστω και με φόβο, υπάρχει πραγματική σχέση. Όχι σχέση εικόνων, αλλά σχέση προσώπων.
