Για “την αποτροπή των παράνομων εισβολών”
Δεν πρόκειται απλά για «σκληρό λόγο», αλλά για γλώσσα που προετοιμάζει και δικαιολογεί πολιτικές θανάτου
Λέξεις: Δ.Α. /Εικόνα: Διεθνής Αμνηστία
Η φράση της κ. Μαρίας Καρυστιανού «αποτροπή των παράνομων εισβολών» είναι πολλαπλά προβληματική με έναν πυρήνα εννοιολογικό και βαθιά πολιτικό. Σε εννοιολογικό επίπεδο, συγχέονται δύο κατηγορίες που δεν σχετίζονται μεταξύ τους.
α) Η παράτυπη ή μη εξουσιοδοτημένη είσοδος αποτελεί διοικητικό–νομικό γεγονός, ενταγμένο στο πεδίο του μεταναστευτικού δικαίου και των διοικητικών διαδικασιών. Πρόκειται για πράξεις χωρίς πρόθεση βλάβης ή συλλογική επιθετικότητα, οι οποίες αντιμετωπίζονται με καταγραφή, εξέταση αιτημάτων και προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων.
β) Αντίθετα, η «εισβολή» είναι πολιτικο-στρατιωτικό γεγονός: ανήκει στο πεδίο της άμυνας και του πολέμου, προϋποθέτει οργανωμένη εχθρική βία και αντιμετωπίζεται με στρατιωτικά μέσα και καθεστώτα εξαίρεσης. Η ίδια η πραγματικότητα των γεγονότων καθιστά αυτή τη γλωσσική επιλογή ακόμη πιο προβληματική. Ας δούμε ποιοι ήταν οι επιζήσαντες: 25 Αφγανοί μετανάστες: 7 άντρες, 7 γυναίκες και 11 ανήλικοι. Είναι δύσκολο να διατυπωθεί με σοβαρότητα ο ισχυρισμός ότι μια τέτοια ομάδα, με αυτή τη σύνθεση, συνιστά «απειλή για την εθνική ασφάλεια του κράτους». Ανήλικοι, γυναίκες και άοπλοι άνθρωποι σε επισφαλείς λέμβους δεν συγκροτούν εχθρική δύναμη. Η απόδοσή τους στην κατηγορία της «εισβολής» δεν περιγράφει μια αντικειμενική απειλή αλλά την κατασκευάζει.
Η επιλογή λοιπόν της φράσης “αποτροπή των παράνομων εισβολών” παράγει πολιτικά αποτελέσματα. Όταν αυτοί οι άνθρωποι μετατρέπονται σε «εισβολείς», ένα διοικητικό ζήτημα μετασχηματίζεται τεχνητά σε ζήτημα ασφάλειας. Η κρατική δράση μετακινείται έτσι από τη διαχείριση στη βίαιη αποτροπή. Ο θάνατος δεν εμφανίζεται πλέον ως απόρροια μιας αδίστακτης μεταναστευτικής πολιτικής με κάθε μέσο, αλλά ως αποδεκτές απώλειας άμυνας.
Η πολιτική συνέπεια αυτής της γλωσσικής επιλογής είναι σαφής. Το κράτος μετακινείται από ένα καθεστώς δικαίου, λογοδοσίας και ελέγχου σε ένα καθεστώς εξαίρεσης, όπου οι πράξεις του κρίνονται όχι με βάση τις συνέπειές τους αλλά με βάση την επίκληση της «αναγκαιότητας». Η ευθύνη μεταφέρεται από τις κρατικές πολιτικές στα ίδια τα θύματα, ενώ η απώλεια ζωών παύει να αντιμετωπίζεται ως κυβερνητική αποτυχία ή/και αποτυχία των μηχανισμών του κράτους και ανανοηματοδοτείται ως αναπόφευκτο κόστος άμυνας.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο η γλώσσα της κ. Καρυστιανού συγκλίνει δομικά με την ακροδεξιά γλώσσα όχι επειδή υιοθετεί κραυγαλέα συνθήματα, αλλά επειδή μοιράζεται τον ίδιο μηχανισμό νοηματοδότησης. Κατασκευάζει μια φαντασιακή απειλή και μετατρέπει ευάλωτους ανθρώπους σε εχθρικά υποκείμενα. Η ζωή παύει να είναι απόλυτο όριο και μετατρέπεται σε μεταβλητή ενός υπολογισμού εθνικής ασφάλειας.
Δεν πρόκειται απλά για «σκληρό λόγο», αλλά για γλώσσα που προετοιμάζει και δικαιολογεί πολιτικές θανάτου. Είναι πολιτική επιλογή για το ποια ζωή αναγνωρίζεται ως προστατεύσιμη και ποια μπορεί να χαθεί.
