η-θεσσαλονίκη-ως-πόρος-αισθημάτων-και-1431438

Parallax View

Η Θεσσαλονίκη ως πόρος αισθημάτων και σκέψεων

Τι θα ήταν στ’ αλήθεια η Ελλάδα, τι είναι, δίχως τους εκ γενετής ή εξ επιλογής Θεσσαλονικείς που τη συνέπλασαν; Γράφει ο Παντελής Μπουκάλας

Parallaxi
Parallaxi

ΛΕΞΕΙΣ: Παντελής Μπουκάλας

ΕΙΚΟΝΕΣ: Χρήστος Δημητρίου

Την αγαπάω τη Θεσσαλονίκη. Δυστυχώς ή ευτυχώς όμως, αδυνατώ να αποδείξω την αγάπη μου επιστημονικά. Αδυνατώ δηλαδή, για ποικίλους λόγους, να υιοθετήσω την περίφημη χαρτοδιπλωτική μέθοδο του Κυριάκου Μητσοτάκη, όστις μία των ημερών δίπλωσε τον χάρτη της Ελλάδας και, ω του θαύματος, η Κρήτη έπεσε πάνω στη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία γενικότερα – όπερ έδει δείξαι…

Τέτοια ευτυχής σύμπτωση δεν θα υπάρξει στην περίπτωσή μου, είτε τη γενέτειρά μου την Αιτωλοακαρνανία χρησιμοποιήσω ως δεύτερο όρο χαρτοδιπλώματος είτε την Αθήνα της εσωτερικής μετανάστευσης, αρχές της δεκαετίας του 1970.

Αλλά, ως γνωστόν, στη δημοκρατία και στην αγαπητική χαρτογραφία δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Το σόι του πατέρα μου κρατάει από το Ηράκλειο της Κρήτης, απ’ όπου, μαζί με άλλους φυγάδες, κίνησε δυο-τρεις αιώνες πριν προς τα Ιόνια νησιά, για να βρει τελικά περιφρουρημένη πατρίδα στον βαλτότοπο των εκβολών του Αχελώου. Σαν Κρητογενής, λοιπόν, εμπεριέχομαι στο παρά τρίχα ιδιοφυές μητσοτακαίικο δίπλωμα θέλω-δεν θέλω.

Που δεν θέλω.

Πείτε με «μίζερο», όπως θα (με) έλεγε για παράδειγμα ο επί του λειψάνου της Υγείας υπουργός, αλλά δεν την αντέχω τη μετάφραση του οικουμενικού δόγματος ΤΙΝΑ (There Is Not Alternative) στην εθνικοτοπική εκδοχή «Τον Μητσοτάκην φυγείν αδύνατον».

Δεν αντέχω επίσης τη γλυκεράδα που ανοσταίνει εθιμικά, πάππου προς πάππου, τα λεγόμενα των Νοτιοελλήνων (περίπου από τον Σπερχειό και κάτω), όποτε αναφέρονται στην Ελλάδα του Βορρά και στους Έλληνές της.

Δεν αντέχω την προκλητικά σαχλή και αναπόδραστα κούφια ρητορική τους. Και με πιάνει ο γερο-διάολος όποτε (συχνά, πολύ συχνά) ακούω το πολιτικανταριάτο μας (όπως το απαρτίζουν πολιτικάντες όλων των βαθμίδων, κομματαρχαίοι, ιερωμένοι, στρατιωτικοί, δημοσιογράφοι, δημοσιολογούντες και λοιποί) να δημοκοπεί ασύστολα λέγοντας «η Θεσσαλονίκη ΜΑΣ» ή «η Μακεδονία ΜΑΣ».

Τον καιρό ακούς στα δελτία ειδήσεων των πανελλαδικώς αθηναϊκών καναλιών και εύκολα καταλαβαίνεις ποιοι από τους καιρολογούντες καιροσκοπούν. Ποιοι μετεωρολόγοι δηλαδή φιλοδοξούν να γίνουν και αυτοί βουλευτές, όπως άλλοι συνάδελφοί τους. Είναι όσοι μιλάνε για «τα μποφόρ της Θεσσαλονίκης ΜΑΣ» ή για «το δριμύ ψύχος της Μακεδονίας ΜΑΣ». Πιο πιθανό είναι να δεις τον διάβολο να μερακλώνει με λιβάνι, και να τον ακούσεις μάλιστα να τραγουδάει μαζί με τον εκ Δαλαμανάρας του Άργους Γιώργο Μουσταΐρα «Τι λιβάνι, τι βοτάνι, / φτάνει μόνο να μάς πιάνει! /

Φτάνει μόνο να μάς πιάνει / και κεφάλι να μας φκιάνει», παρά ν’ ακούσεις κάποιον οχλοκοπικώς σαλονικολάγνο να λέει «της Καλαμάτας ΜΑΣ», του «Ξηρόμερού ΜΑΣ», της «Ικαρίας ΜΑΣ», της «Κομοτηνής ΜΑΣ» κ.ο.κ. Τάχα τρυφερότητας και έγνοιας σημαντικό το εγκλιτικό αυτό (που το φανταζόμαστε πάντα κεφαλαιογράμματο, σαν τα αυτοθαυμαστικά κεφαλαία του ΤΡΑΜΠούκου που πλανηταρχεύει), στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για φο-μπιζού. Ένα μαρτυρίκι μιας φομπιζουδένιας αγάπης είναι.

Της ίδιας ανέξοδης «αγάπης» που δεν κουράζεται να ψεύδεται κα να αυτογελοιοποιείται ψευδόμενη, αναμασώντας εκείνο το βαρύγδουπο «η συμπρωτεύουσα», εκ γενετής ορφανό ουσίας.

Το άλλο που δεν αντέχω, όμως, για να μολογήσω την αλήθεια (μου), είναι τα ρητορεύματα του βόρειου αυτολαϊκισμού, οι θιασώτες του οποίου, καταπίνοντας πολλές και πολύ σοβαρές αιτίες ενόχλησης ή και αγανάκτησης, εξεγείρονται κατά του «αθηναϊκού κράτους» με ρηχή αφορμή ένα οφσάιντ ή ένα πέναλτι που σφυρίχτηκε ή δεν σφυρίχτηκε, κάποιο καλάθι στο μπάσκετ που (δεν) μέτρησε ενώ (δεν) ήταν εκπρόθεσμο.

Θεσσαλονίκη

Είπαμε να συνωμοτεί το σύμπαν για να κάνει το χατίρι του Κοέλιο και των αναγνωστών του, αλλά όχι και να δογματίζουμε κατά του αθηναιοκεντρισμού υποθέτοντάς τον συνωμοτούντα επί εικοσιτετραώρου βάσεως «για μια φανέλα αδειανή, για μία μπάλα».

Φυσικά και αθηναιοκεντρίζει το κράτος μας. Αλλά για πολύ σπουδαιότερους λόγους και σε πεδία πολύ πιο κρίσιμα από ένα γήπεδο, ανοιχτό ή κλειστό. Και μειώνουν πολύ τον εαυτό τους και την πόλη τους οι Θεσσαλονικείς, μικραίνουν υπέρμετρα το ίδιο το σπουδαίο μερτικό τους στη διαμόρφωση του νεοελληνικού προσώπου, όποτε θυμώνουν κατά του υδροκέφαλου κράτους για πράγματα της φλούδας ή μιας ναρκισσευόμενης φαντασίας.

Τι θα ήταν στ’ αλήθεια η Ελλάδα, τι είναι, δίχως τους εκ γενετής ή εξ επιλογής Θεσσαλονικείς που τη συνέπλασαν; Ας μνημονεύσω εδώ μονάχα ορισμένους από τους τύποις απόντες, αλφαβητικά: τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Μανόλη Ανδρόνικο, τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου, τον Τάκη Βαρβιτσιώτη, τον Γιώργο Βαφόπουλο, τον Ανέστη Ευαγγέλου, τον Γιώργο Ιωάννου, τη Ζωή Καρέλλη, τον Στίλπωνα Κυριακίδη, την Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, τον Δ.Ν. Μαρωνίτη, τον Πρόδρομο Μάρκογλου, τον Μάρκο Μέσκο, τον Κωστή Μοσκώφ, τον Αλμπέρτο Ναρ, τον Μανόλη Ξεξάκη, τον Νίκο Παπάζογλου, τον Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη, τον Διονύση Σαββόπουλο, τη Μάτση Χατζηλαζάρου, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο.

Ας με συγχωρήσουν όσοι συχωρεμένοι μένουν ανώνυμοι εδώ.

Ναι, την αγαπάω τη Θεσσαλονίκη.

Κι ας την αρνήθηκα το 1975, όταν τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων με κατέταξαν, σαν αποτυχημένο στο μάθημα της Έκθεσης, στην Οδοντιατρική Θεσσαλονίκης. Άπορος καθώς ήμουν και -τυπικά, ηλικιακά- προστάτης πολύτεκνης οικογένειας, σαν το μεγαλύτερο από τα τέσσερα ορφανά από πατέρα αδέρφια, είχα τότε τη θεσμική δυνατότητα να «αναβαθμιστώ» και να φοιτήσω στην Ιατρική της Θεσσαλονίκης. Δεν το έπραξα.

Τα οικονομικά του σπιτιού, η βαθιά ανάγκη μου για τη μάνα και τ’ αδέρφια μου και ο φρέσκος έρωτας δεν μου επέτρεψαν να σκεφτώ καν το ενδεχόμενο. Έζησα περίπου μια βδομάδα την πόλη, με αφόπλισε, τρύπωσε μέσα μου ισοβίως, διάλεξα ωστόσο να σπουδάσω Οδοντιατρική στην Αθήνα. Γνωρίζοντας εξαρχής ότι δεν θα γίνω οδοντίατρος. Έκτοτε, στον μισόν αιώνα που πέρασε, έχω ανέβει πολλές φορές στη Θεσσαλονίκη.

Σίγουρα όχι τόσες όσες θα ήθελα και όσες θα χρειάζονταν ώστε να έχω το δικαίωμα να πω ότι την ξέρω κάπως, έστω και λίγο· ότι κατάφερα να βρω την άκρη ενός κάποιου νήματος στο πυκνό κουβάρι της εγγενούς πολυπλοκότητάς της. Για την οποία πάντως αδιαφορούν με κατεδαφιστική προπέτεια οι γενικευτικοί μύθοι («ερωτική/αντιδραστική/φτωχομάνα Θεσσαλονίκη»), οι οποίοι προτιμούν να κόβουν τα απαιτητικά κουβάρια όπως ο Αλέξανδρος τον δεσμό στο Γόρδιο της Φρυγίας.

Να ’ναι πάντα καλά οι καλότατοι Σαλονικιώτες φίλοι μου -και δεν είναι λίγοι-, στάθηκαν εξαιρετικοί δάσκαλοί μου· όχι ξεναγοί, δάσκαλοι. Και κάθε φορά, το τριήμερο ή το τετραήμερο διευρύνεται συναισθηματικά και πνευματικά σε δεκαήμερο, έτσι πυκνό σε εικόνες, λόγια, γεύσεις και ακούσματα όπως περνάει.

Αλλιώς πηγαίνεις στα Λαδάδικα, για παράδειγμα, με φίλους που τα ξέρουν παιδιόθεν κι αλλιώς σαν τουρίστας, σαν δεσμώτης της φήμης και καταναλωτής της. Για τουριστικούς πάντως λόγους δεν ανέβηκα ποτέ στην πόλη που, λόγω των ρυπαρών νερών που τη βρέχουν, αποκαλείται όλο και πιο αραιά «νύμφη του Θερμαϊκού». Κάποια δουλειά ήταν πάντα ο λόγος, τερπνή δουλειά – και σχεδόν πάντα στήναμε και μια κουβέντα στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ3 με την Αναστασία Γρηγοριάδου.

Νά, για κάποια διάλεξη στη Φιλοσοφική. ΄Η για να συμμετάσχω κι εγώ στην όμορφη γιορτή, το Φεστιβάλ Λαϊκής Κιθάρας, που ετοιμάζει στις αποθήκες του λιμανιού ο Δημήτρης Μυστακίδης. Ή για να παρουσιάσω, μετά μουσικής βέβαια, στον φιλόξενο χώρο του βιβλιοπωλείου του ΜΙΕΤ, στην Τσιμισκή, κάποιο από τα βιβλία της σειράς με τα δοκίμιά μου για το δημοτικό τραγούδι.

Την «Αγαπώ», το 2017, και το «Κόκκιν’ αχείλι» τον χειμώνα του 2020. Ο Μάνος Αχαλινωτόπουλος, φίλος αγαπημένος, είχε έρθει να μιλήσει με το κλαρίνο του συνοδευόμενος από καμιά εικοσαριά σπουδαστές και σπουδάστριές του στο ΠΑΜΑΚ, λαμπρά παιδιά, αγόρια και κοπέλες, όλα με το όργανο της προτίμησής τους – σωστή γιορτή, ελάχιστα πριν μας κλείσει στο σπίτι μας η κοβιδική πανδημία. Ξεφυλλίζοντας τις πίσω μου σελίδες, βλέπω ότι η ίδια η σχέση μου με το θέατρο, σχέση μιας εσαεί μαθητείας, έχει αρκετή Θεσσαλονίκη μέσα της.

Η συνεργασία μου με το ΚΘΒΕ, πρώτα με τον Γιάννη Καλαβριανό, το 2019, για την ευριπιδική Ιφιγένεια την εν Αυλίδι, κι έπειτα, δύο χρόνια αργότερα, με τον Βασίλη Παπαβασιλείου, που μου παράγγειλε να μεταφράσω την επίσης ευριπιδική Ελένη, μου δώρισε κάμποσες σαλονικιώτικες μέρες (και νύχτες), εξαιρετικά πλούσιες συναισθηματικά και πνευματικά (μα ναι, και γευστικά).

Το να κουβεντιάζεις με όλο τον θίασο, δίχως κανένα άγχος ρολογιού, να μοιράζεσαι σκέψεις και αισθήματα, να περνάς από τα γράμματα και τα διαβάσματα στα πράγματα, ανήκει στις διαλεχτές και πολύτιμες εμπειρίες που σε ξεκλειδώνουν ολόκληρο.

Θεσσαλονίκη

Η Θεσσαλονίκη ωστόσο έχει σημαδέψει και τη θεατρική εμπλοκή μου με δικό μου κείμενο πια, όχι με μετάφραση αρχαιοελληνικού δράματος. Σαλονικιά είναι η μουσικός Δήμητρα Τρυπάνη, που μου παράγγειλε πρώτα τη Μηλιά μου αμίλητη, το 2019, κι έπειτα, το 2022, τον Χριστό στα χιόνια, για τον Αντρέι Ταρκόφσκι.

Μια πόλη είναι οι κάτοικοί της, όχι τα τείχη της, τα κτίσματά της εν γένει, το ξέρουμε από την αρχαιότητα αυτό. Για μένα η Θεσσαλονίκη, ένας ευρύς και πλούσιος πόρος αισθημάτων και σκέψεων, είναι οι πολίτες της φίλοι μου, εκ γενετής Σαλονικιοί ή εκ μεταναστεύσεως.

Συνομιλώντας μαζί τους πάλι και πάλι, συνομιλώντας γενικότερα με ανθρώπους του Βορρά, έμαθα για τον τόπο μας, για την ταυτότητα του Νεοέλληνα και του νεοελληνικού κράτους, πολύ περισσότερα και ουσιωδέστερα, και κυρίως τιμιότερα και ειλικρινέστερα (άρα και κοντινότερα στην αλήθεια), απ’ όσα θα τολμήσει ποτέ η ελληνική πολιτεία να διδάξει τους μαθητές της, και τους φοιτητές της ακόμα.

Στον Μοριά και τη Ρούμελη, στον Αιγαίο και το Ιόνια, δεν θ’ ακούσεις ποτέ κανέναν να σου λέει πως ο παππούς του ή η γιαγιά του δεν ήξερε ελληνικά, άλλη ήταν η μητρική του γλώσσα. Δεν θα τον ακούσεις να σου λέει πως, νήπιο ακόμα, τον δασκάλευαν οι πάντες, η οικογένεια, το σχολείο, το κατηχητικό, οι γαλονάδες, οι «δημοτικοί άρχοντες», να βδελύσσεται τα «ντόπικα» και να αποστρέφεται τους χρήστες τους, ή να τα πνίξει μέσα του (όπως παλιότερα και νοτιότερα τα αρβανίτικα και τα βλάχικα), αν κακότυχε να γεννηθεί σε περιβάλλον «μειωμένης ελληνικότητας», μη «ελληνόψυχο». Δεν θα τον ακούσεις να σου μιλάει για μπάρες που χώριζαν βίαια Έλληνες από (ανεπιθύμητους και απόβλητους) Έλληνες.

Οι συνομιλίες σου αυτές με μάρτυρες αυθεντικούς που δεν φοβούνται, δεν λογοκρίνουν και δεν αυτολογοκρίνονται, σου αποκαλύπτουν μιαν Ελλάδα περίπλοκη, μεικτή, όχι μονοδιάστατη, όχι μονοφυλετική, μονογλωσσική και μονοθρησκειακή, όπως την έχουν κατασκευάσει και επιμένουν να την πλασάρουν οι εθνικοί μας μύθοι. Φανερώνουν μπροστά στα μάτια σου μιαν απωθημένη Ελλάδα, αποσιωπημένη από την επίσημη, την «εθνική» ιστοριογραφία μα τόσο κοντινή σ’ εκείνη που ζωγραφίζουν κορυφαίοι ποιητές μας, που μάλιστα τιμώνται, άλλος ευθέως κι άλλος υπόρρητα, ως εθνικοί.

Ο Κωστής Παλαμάς, λόγου χάρη, που δεν διστάζει να πει στα Σατιρικά γυμνάσματά του «Και βουργάρα η ψυχή μου και τουρκάλα», και να προσθέσει στη Φλογέρα του βασιλιά ότι στις «παραταγές» των Ελλήνων στρατιωτών «ζει μια ψυχή από ξένο / φύσημα πρωτοστάλαχτη, πρωτοζωντανεμένη, / πνοή λατίνα, βλάχισσα, κι απάνου απ’ όλα σλάβα». Ή ο Κ.Π. Καβάφης, ο οποίος, στο ποίημα «Επάνοδος από την Ελλάδα», μας προτρέπει: «Ας την παραδεχθούμε την αλήθεια πια» – «Το αίμα της Συρίας και της Αιγύπτου / που ρέει μες στες φλέβες μας να μη ντραπούμε , / να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε».

Ή πάλι ο Οδυσσέας Ελύτης, που, στο «Δώρο ασημένιο ποίημα» ιχνογραφεί μιαν απαγορευμένη Ελλάδα: «Κι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ’ επιστρώσεις διαδοχικές / φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και βαλθείς για να την / αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή και δίνεις λόγο // Σ’ ένα πλήθος Εξουσίες ξένες μέσω της δικής σου πάντοτε». Με Θεσσαλονίκη και Κρήτη ξεκίνησα, με Θεσσαλονίκη και Κρήτη θα τελειώσω.

Για να πω ότι όσο συχνά ακούω φίλους αγαπημένους Κρητικούς να ομολογούν με παράπονο, αν όχι και με ντροπή, ότι τους πληγώνει η εικόνα του αγαπημένου τους (και αγαπημένου μου) νησιού, έτσι όπως την αμαυρώνει η κοινωνική συμπεριφορά ουκ ολίγων συμπατριωτών τους (η τάχα λεβέντικη κουμπουροφορία, καλασνικοφορία μάλλον, ο ΟΠΕΚΕΠΕ, τα μεθυσμένα τροχαία φονικά…), άλλο τόσο συχνά ακούω αγαπημένους φίλους Θεσσαλονικείς να ομολογούν με παράπονο, αν όχι και με ντροπή, ότι τους πληγώνει η εικόνα της αγαπημένης τους (και αγαπημένης μου) πόλης, έτσι όπως την πληγώνει η πολιτική συμπεριφορά ουκ ολίγων συμπολιτών τους, απογοητευτικά ευεπίφορων στα κελεύσματα του εθνοθρησκειολαϊκισμού.

Το παράπονό τους το συμμερίζομαι.

Από την/τον αγαπημένη/ο σου απαιτείς το καλύτερο, γιατί της/του προσφέρεις το καλύτερο. Όταν δίνεις ψυχή, ψυχή αξιώνεις. Ειδικό λόγο ντροπής ωστόσο δεν βρίσκω.

Όσα χρεώνουν Θεσσαλονικείς στη Θεσσαλονίκη και Κρητικοί στην Κρήτη δεν διαφέρουν ιδιαίτερα, και πάντως όχι ποιοτικά, από όσα χρεώνουμε -θα ’πρεπε να χρεώνουμε- σε μια πατρίδα που οδηγεί παντού όπως στον ΒΟΑΚ, οπεκεπίζει παντού όπως στην Κρήτη, βλέπει πολιτικές συνωμοσίες πίσω από κάθε λαθεμένο σφύριγμα, όπως οι Θεσσαλονικείς, δεν γουστάρει μειονότητες και ξένους και, καταπίνοντας με ενθουσιασμό τα εθνικώς ορθά καθεστωτικά αφηγήματα, καμαρώνει ότι τυγχάνει έθνος αφενός ανάδελφο, αφετέρου καθαρόαιμο.

* Ο Παντελής Μπουκάλας είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος, ποιητής και μεταφραστής. 

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα