Parallax View

Μη φοβάσαι ψυχή μου, θα τη βρούμε τη μανούλα σου…

Η συγκλονιστική ανάρτηση του Γιάννη Μακριδάκη για τα προσφυγόπουλα και τον ξεριζωμό σήμερα

Parallaxi
μη-φοβάσαι-ψυχή-μου-θα-τη-βρούμε-τη-μαν-1433394
Parallaxi

Λέξεις: Γιάννης Μακριδάκης

Το πουλάκι μου, μόνο στην αγκαλιά μου ησύχαζε. Ήτανε παγωμένο και έτρεμε σύγκορμο το κορμάκι του. Μόνο μάμι μάμι έλεγε, ούτε να κλάψει δεν είχε κουράγιο πια.

Είναι σε σοκ, μου είπε η κοπελιά με την άσπρη ρόμπα, που το είχε βάλει πριν από λίγα λεπτά στον αξονικό τομογράφο. Σε μεγάλο σοκ. Για αυτό δεν κούνησε καθόλου, ήτανε σαν μαρμαρωμένο στον αξονικό και τελειώσαμε γρήγορα. Έχει τραυματιστεί στον αυχένα. Κρατήστε το, αν θέλετε, να το παρηγορήσετε, αφού μόνο στην αγκαλιά σας ηρεμεί.

Το κράτησα, τι να έκανα.

Το πουλάκι μου

Εγώ βρέθηκα εκεί από τύχη. Μια ξαφνική αδιαθεσία με έστειλε στα επείγοντα εκείνη τη νύχτα. Εβδομηνταδύο χρόνων γυναίκα είμαι, φοβήθηκα, μένω και κοντά στο νοσοκομείο. Πήγα να με κοιτάξουνε. Έχω πάει κι άλλες φορές και ξέρω πόσο καλοί και εξυπηρετικοί είναι οι άνθρωποι εκεί. Με ηρεμούνε και φεύγω.

Προχτές όμως δεν πρόλαβαν να με εξετάσουνε. Ξαφνικά, εκεί που περίμενα τη σειρά μου, αρχίσανε να καταφτάνουνε τα φορεία.

Το ένα μετά το άλλο.

Τα σπρώχνανε άνθρωποι με τα ρούχα τους τα σπιτικά, όχι με ρόμπες.

Στην αρχή δεν κατάλαβα τι είχε γίνει, νόμιζα πως γινήκανε πολλά τρακαρίσματα μαζεμένα. Μετά είπανε για ναυάγιο.

Γέμισε στο λεφτό το νοσοκομείο. Άσπρες ρόμπες, πράσινες ρόμπες, πασούμια, φορεία, ανθρώπους που τρέχανε, ανθρώπους που βογγούσανε και κλαίγανε, παιδάκια πολλά, αχ τα πουλάκια μου. Ήτανε όλα τραυματισμένα και κλαίγανε τα ματάκια τους και φωνάζανε μάμι μάμι.

Πώς βρέθηκε άξαφνα μέσα στην αγκαλιά μου αυτό το μικρό αγοράκι, ούτε που το κατάλαβα.

Μου είχε περάσει η αδιαθεσία. Την είχα ξεχάσει δηλαδή. Σηκώθηκα μέσα σε όλον αυτόν τον μαύρο χαμό, για να βοηθήσω κι εγώ. Να κάνω ό,τι μπορούσα. Βοηθούσανε κι άλλοι άνθρωποι που ήταν εκεί. Άλλωστε και αυτοί που σπρώχνανε τα φορεία δεν ήξερες αν ήτανε νοσοκομιακοί ή άλλοι ανθρώποι που ήρθανε για βοήθεια. Με τα ρούχα τους, σαν που είχανε έρθει μέσα στη νύχτα από τα σπίτια τους, σπρώχνανε.

Πού είναι η μανούλα σου αγάπη μου, το ρωτούσα. Ποια είναι η μανούλα σου ψυχή μου;

Δεν καταλάβαινε το πουλάκι μου. Μονάχα με κοιτούσε με τα υγρά του ματάκια και ψέλλιζε μάμι μάμι.

Ευτυχώς, το τραύμα του στον αυχένα δεν ήτανε βαρύ. Εγώ το πήγα το πουλάκι μου στην Παιδιατρική κλινική. Εγώ το έβαλα στο κρεβατάκι που του δώσανε. Μου το άφησε η κοπελιά, η γιατρίνα, έξω από τον αξονικό τομογράφο και έφυγε τρέχοντας για να βάλει ένα άλλο παιδάκι μέσα, για ακτίνες. Μου είπε αφού σας λέει μαμά, κρατήστε το λίγο να το παρηγορήσετε. Το κράτησα, τι να κάνα. Σαν το εγγονάκι μου να ‘τανε. Αλλά τότε θα ήξερα ποια είναι η μανούλα του και θα της το πήγαινα. Ο εγγονός μου είναι δεκαπέντε χρονών αλλά όταν ήτανε μικρός, έτσι τον είχα κι αυτόνε στην αγκαλιά μου όταν έλειπε η κόρη μου στη δουλειά της.

Μόλις άδειασε η αναπηρική καρέκλα, που φέρανε το άλλο παιδάκι για τις ακτίνες, είπα στον νοσοκόμο να κάτσουμε πάνω το πουλάκι μου και να το πάμε στην Παιδιατρική. Το έκατσα στην καρέκλα και του κρατούσα σε όλη τη διαδρομή το χεράκι του. Του έλεγα μη φοβάσαι αγάπη μου, μη φοβάσαι ψυχή μου, θα τη βρούμε τη μανούλα σου. Ο νοσοκόμος έσπρωχνε την αναπηρική με βήμα ταχύ, κι εγώ λάφαξα. Δεν μπορούσα όμως να μείνω πίσω. Έπρεπε να του κρατώ το χεράκι του και να του λέω πως θα τη βρούμε τη μανούλα του, για να είναι ήσυχο.

Με κοιτούσε μέσα στα μάτια το πουλάκι μου συνέχεια.

Μόλις το βάλαμε στο κρεβάτι το σκέπασα με τα σκεπάσματα. Του τα κλείδωσα σφιχτά κάτω από το κορμάκι του, το πήρα μια σφιχτή αγκαλιά, του χάιδεψα τα μαλλάκια του και το φίλησα στο μέτωπο. Είπα την προσευχή μου και τρεξανε τότε για πρώτη φορά και τα δικά μου τα μάτια. Του εβρεξα τα μαγουλάκια του με τα δάκρυά μου. Θεέ μου μεγαλοδύναμε βοήθησε το κορμάκι Σου αυτό. Δεν έχει φταίξει σε τίποτα. Και όλα τα άλλα παιδάκια Σου Θε μου βοήθησέ τα απόψε.

Κοιμήθηκε το πουλάκι μου εξαντλημένο αμέσως. Ησύχασε η πνοούλα του.

Έφυγα από το νοσοκομείο ράκος

Αλλά η ψυχή μου ήτανε και είναι ακόμα στον ουρανό. Έτσι θα ναι και η ψυχή των γιατρών και των νοσοκόμων, σίγουρα. Θα πετάει στον ουρανό περήφανη για όλα αυτά που προσφέρανε.

Έμαθα πως ήτανε δώδεκα τέτοια αθώα παιδάκια μέσα στη βάρκα και δύο μες στην κοιλιά των μαμάδων τους που δεν άντεξαν. Από τα δώδεκα ζωντανά, ένα σκοτώθηκε και ένα το ψάχνουνε ακόμα, μέσα στην παγωμένη θάλασσα. Η μαμά του είναι στην εντατική, χαροπαλευει.

Τι θα γινουνε αυτοί οι άνθρωποι; Τι θα γίνουμε όλοι μας Θεε μου;

Μα πώς έγινε αυτό το κακό; Δεν είναι άνθρωποι με ψυχή αυτοί που το κάνανε.

Έκανα δύο μέρες να συνεφέρω από την υπερένταση και να κατέβει η ψυχή μου από τα ουράνια. Χτες τηλεφώνησα στο νοσοκομείο και έμαθα πως είναι καλύτερα το πουλάκι μου. Τη μαμά του γυρεύει, μου είπε η νοσοκόμα.

Μάλλον σκοτώθηκε η μανούλα του. Σήμερα θα βάλω τα δυνατά μου, θα πάρω στα χέρια την ψυχή μου, ένα κουτάκι γλυκά, αναψυκτικά και ένα παιχνίδι, ένα αεροπλανάκι που έπαιζε μαζί του πριν λίγα χρόνια εγγονος μου και θα πάω στο νοσοκομείο, να το ξαναδώ το πουλάκι μου.

Να δω, θα με θυμηθεί;

Πιο καλά να μη με θυμηθεί.

*Ο Γιάννης Μακριδάκης είναι συγγραφέας. 

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα