Parallax View

Μια ανατριχιαστική ιστορία για τους τάφους εκτελεσμένων του Εμφυλίου στο Γεντί Κουλέ

Η Αλεξάνδρα Γωγούση θυμάται από το βιβλίο του πατέρα της

Parallaxi
μια-ανατριχιαστική-ιστορία-για-τους-τ-1291713
Parallaxi

Λέξεις: Αλεξάνδρα Γωγούση 

“Έξι ομαδικοί τάφοι εκτελεσμένων του Εμφυλίου βρέθηκαν στις Συκιές.

Μέχρι στιγμής ο αριθμός των σκελετών ανέρχεται σε 33 εκ των οποίων ο ένας ανήκει σε γυναίκα αφού βρέθηκαν ίχνη γυναικείου παπουτσιού”

Κι εγώ ανατρίχιασα γιατί θυμήθηκα αμέσως την ιστορία που είχα ακούσει από τον μπαμπά μου, Βλάση Γωγούση. Μια ιστορία που βρίσκεται γραμμένη στο βιβλίο του «ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕΣ» από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΑΝΟΣ.

“Επιτρέψτε μου, αγαπητοί μου αναγνώστες”, έγραφε ο μπαμπάς μου, στο σημείο αυτό να μεταφέρω το παρακάτω αφήγημα από το βιβλίο του στενού μου φίλου, του αξέχαστου Πέτρου Πετράκη, που αναφέρεται στις τραγικές μέρες που πέρασε η γυναίκα του, η Σεβαστή, το 1948, κλεισμένη στο Επταπύργιο, καταδικασμένη σε θάνατο για τη συμμετοχή της στο ΕΑΜ:

«Οι φυλακές του Επταπυργίου, του Γεντι- κουλέ, είναι φρούριο», γράφει ο Πετράκης. Εκεί οι μελλοθάνατοι περιμένουν κάθε μέρα, ιδίως τα χαράματα –γύρω στις 4 τα ξημερώματα– την εκτέλεσή τους. Ο μελλοθάνατος ζει διαρκώς με τον εφιάλτη του θανάτου. Η απόφαση του Στρατοδικείου ορίζει: «Εκτέλεση την τρίτη μέρα μετά την καταδίκη» (Έτσι όπως τ’ ακούς, αγαπητέ μου αναγνώστη).

Οποιαδήποτε μέρα μετά την τρίτη, περιμένεις να σε πάρουν για εκτέλεση.

Την ημέρα ο φύλακας ήταν ένα ανθρωπάκι. Άνοιγε το κελί και έλεγε:

«Καλημέρα». Τα ξημερώματα γινότανε ο Χάρος. Άνοιγε την πόρτα κι έλεγε:

«Σε θέλουνε στη Διεύθυνση» πας για εκτέλεση). Αυτό το καρτέρι του θανάτου ήταν το μεγαλύτερο βασανιστήριο, δε συγκρινότανε με τίποτα. Η Σεβαστή είναι μόλις 18 ετών, γεμάτη νιάτα και σφρίγος, όμορφη και διψασμένη για ζωή. Στο κελί βρήκε μια άλλη θανατοποινίτισσα, τη Νίτσα, την καθηγήτρια. Ήταν μεγάλη ανακούφιση να έχει δίπλα στο κελί της μια άλλη μελλοθάνατη ύπαρξη.

Σ’ ένα επισκεπτήριο της πεθεράς της –μιας απλοϊκής γερόντισσας– η Σεβαστή την παρακάλεσε να της φέρει ένα λευκό φουστάνι. Για να ντυθεί στ’ άσπρα, κι αν ήταν να πεθάνει ας ήταν στολισμένη, όμορφη, ντυμένη νύφη. Η καημένη η γριά πρωί πρωί την άλλη μέρα πήρε την ανηφόρα για το Επταπύργιο. Όταν άνοιξε η μεγάλη σιδερένια εξώπορτα, είπε στο φύλακα:

—Καλημέρα, παιδάκι μου, να ’χεις την ευχή της Παναγιάς, ήρθα να δω τη νύφη μου τη Σεβαστή Θεοφανίδου που θα την εκτελέσουν, κάνε μου τη χάρη να τη φωνάξεις. —Καλά, περίμενε. Σε λίγο έφεραν τη Σεβαστή, την αγκάλιασε και τη φίλησε. —Πήγα η ίδια στην αγορά και το διάλεξα, είπε. Οι φύλακες έσκισαν το δέμα και μόλις είδαν το άσπρο φόρεμα απόρησαν. —Τι; Φουστάνι άσπρο της έφερες; Αυτό θα λερώνεται κάθε τόσο. —Ε, αυτό θα το φορέσει μόνο μια φορά, είπε η γριά.

Η Σεβαστή και η Νίτσα, ζούσαν περιμένοντας το θάνατο. Περίμεναν μετά τις 4 τα μεσάνυχτα ν’ ανοίξει η πόρτα του κελιού και να πουν σε μια απ’ τις δύο: «Ντύσου, σε θέλουν στη Διεύθυνση».

Η Σεβαστή και η Νίτσα, ζούσαν περιμένοντας τον Χάρο. Ώσπου μια μέρα, ο θάνατος ήρθε, η πόρτα του κελιού τους άνοιξε απροειδοποίητα. Ο φύλακας –ένας ηλικιωμένος άνθρωπος– μπήκε, αντίκρισε τις δυο κοπέλες, γύρισε προς τη Σεβαστή και με τρεμάμενη φωνή της είπε:

—Σεβαστή Θεοφανίδου, σε θέλουνε στη Διεύθυνση.

Φόρεσε η Σεβαστή το νυφικό της, χτενίστηκε, στολίστηκε με τη βοήθεια της Νίτσας όσο γινότανε καλύτερα. Ύστερα οι δυο φίλες αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και χώρισαν, για ν’ ανταμώσει η μια το θάνατο, τη μοναξιά η άλλη.

—Νίτσα, αντίο, φώναζε η Σεβαστή φεύγοντας, αντίο φίλοι κρατούμενοι, αντίο φυλακή.

Οι φυλακισμένοι –άνδρες και γυναίκες– ξύπνησαν, έβαλαν τις φωνές, κραυγές, τραγούδια, συνθήματα. Ξύπνησαν κι οι φρουροί στρατιώτες, οι φύλακες, οι υπάλληλοι, ετούτες τις στιγμές κανένας δεν κοιμάται. Οι φυλακισμένοι άρχισαν να τραγουδούν σύσσωμοι το: «Επέσατε θύματα» και να φωνάζουν:

-Σεβαστούλα, στο καλό, θα σε θυμόμαστε πάντοτε.

Έξω απ’ το γραφείο της Διεύθυνσης περίμενε μια ομάδα μελλοθάνατων που θα εκτελούνταν μαζί της. Η Σεβαστή φθάνει ντυμένη στ’ άσπρα, όμορφη, καμαρωτή, περήφανη. Σαν τη βλέπουν ο βασιλικός επίτροπος, ο διευθυντής, οι φύλακες, οι θανατοποινίτες, το στρατιωτικό απόσπασμα έμειναν άφωνοι.

Η ομάδα των θανατοποινιτών ήταν άγνωστοι στη Σεβαστή – αλλά τί την ένοιαζε με ποιους θα πήγαινε στον άλλο κόσμο. Σάμπως είχε το δικαίωμα να διαλέξει τους συνταξιδιώτες προς το θάνατο;

Ο βασιλικός επίτροπος μπαίνει μες στο γραφείο και φωνάζει τον αρχιφύλακα:

—Όχι τη Θεοφανίδου –του είπε σιγανά– (τη γνώριζε απ’ το Στρατοδικείο, 10 μέρες δίκη γινόταν), την άλλη σου είπα να φέρεις, τη Νίτσα, την Παπαδοπούλου. Κάτω απ’ τα παγωμένα βλέμματα όλων ο φύλακας οδηγεί τη Σεβαστή στο κελί της. Στο άνοιγμα της πόρτας, όρθια μπροστά της η Νίτσα.

—Τι έγινε, Σεβαστή, αναβλήθηκε η εκτέλεση;

—Όχι, Νίτσα μου, δεν αναβλήθηκε, έκαναν δήθεν λάθος για να μου σπάσουν τα νεύρα και να με αναγκάσουν να υπογράψω δήλωση μετανοίας.

Ο φύλακας τρέμοντας από την τραγικότητα της στιγμής ψέλλισε:

—Εσένα, παιδί μου Νίτσα, θέλουν στη Διεύθυνση.

Ψύχραιμη, θαρραλέα η Νίτσα, αγκαλιάζει τη Σεβαστή και την παρακαλά να της χαρίσει το άσπρο της φόρεμα, το νυφικό, να πάει εκείνη ντυμένη νύφη μπρος στο εκτελεστικό. Όμορφη κι αυτή, νέα, σαν μια ηρωική μορφή φάνταζε μέσα στο κελί του τρόμου.’

Ντύθηκε και κίνησε να παραδώσει τα νιάτα της στον Xάρο. Πόσο δυνατός γίνεται κάποιες στιγμές ο άνθρωπος, τι σθένος φωλιά- ζει μέσα του! Η Νίτσα οδηγήθηκε μαζί με τους άλλους θανατοποινίτες κι εκτελέστηκε.

«Δε θα την ξαναδώ ποτέ», γράφει στις σημειώσεις της η Σεβαστή, που η ποινή της μετατράπηκε αργότερα σε ισόβια. «Στη γωνιά που καθόταν η Νίτσα, τώρα βρίσκονται τα ρούχα της, δεν ήρθε κανείς να τα ζητήσει».

Τι Σοφοκλής, τι Ευριπίδης, τι Αισχύλος και τι Σαίξπηρ, αγαπητοί μου  αναγνώστες. Ποιος τραγικός συγγραφέας θα μπορούσε να εμπνευστεί, να συλλάβει και να περιγράψει το δράμα και το μεγαλείο της Νίτσας και της Σεβαστής; Κανείς!”

Λέτε, φίλοι μου, αυτό το παπούτσι να είναι της Νίτσας;

Λέτε;

Αν το ζητήσουν δώστε το…

Δάκρυα γεμίζουν τα μάτια μου και σταματώ εδώ…

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα