Μια φορά τον χρόνο πιστοί;
Η μαζική παρουσία στη Μεγάλη Εβδομάδα δεν είναι απλώς έθιμο. Είναι μια σιωπηλή αναζήτηση νοήματος και ένα δύσκολο τεστ για την ποιμαντική γλώσσα της Εκκλησίας
Λέξεις: π Ιουστίνος – Ιωάννης Κεφαλούρος
Κάθε χρόνο το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται.
Οι ναοί γεμίζουν. Οι Επιτάφιοι βγάζουν στους δρόμους ανθρώπους που όλο τον υπόλοιπο χρόνο κρατούν απόσταση από την εκκλησιαστική ζωή. Νέοι που δύσκολα θα πατήσουν σε μια Κυριακάτικη Λειτουργία, στέκονται με προσοχή μπροστά στο «Σήμερον κρεμάται». Οικογένειες που δεν έχουν σταθερή σχέση με την ενορία, θα βρεθούν σχεδόν με βεβαιότητα το βράδυ της Ανάστασης.
Και τότε εμφανίζεται, με τη γνωστή ευκολία, η φράση: «Να οι Χριστιανοί της Μεγάλης Εβδομάδας».
Λέγεται συνήθως με ένα μειδίαμα ανωτερότητας. Σαν να πρόκειται για μια πρόχειρη, ελλιπή και σχεδόν ύποπτη μορφή πίστης. Σαν να υπάρχουν οι «κανονικοί» και οι «περαστικοί». Οι συνεπείς και οι εποχικοί.
Όμως αυτή η ανάγνωση δεν είναι μόνο άδικη. Είναι και βολική.
Γιατί μεταθέτει το πρόβλημα στον κόσμο και απαλλάσσει την Εκκλησία από την υποχρέωση να δει κατάματα τη δική της ποιμαντική δυσκολία.
Το πραγματικό ερώτημα
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γιατί τόσος κόσμος πηγαίνει στην Εκκλησία μόνο τη Μεγάλη Εβδομάδα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί η Εκκλησία δεν έχει καταφέρει να συνομιλεί μαζί του με τον ίδιο υπαρξιακό τρόπο και τις υπόλοιπες εβδομάδες του χρόνου.
Η Μεγάλη Εβδομάδα εξακολουθεί να αγγίζει επειδή μιλά σε βαθιά στην ανθρώπινη ψυχή. Μιλά για τον πόνο, την προδοσία, την εγκατάλειψη, την αδικία, τη μητρική οδύνη, τον θάνατο, την ελπίδα. Μιλά για το τραύμα και για τη δυνατότητα να μην έχει αυτό την τελευταία λέξη.
Γι’ αυτό και συγκινεί ακόμη και ανθρώπους που δεν αυτοπροσδιορίζονται ως «ενεργοί πιστοί».
Μπορεί να μην ξέρουν να εξηγήσουν θεολογικά τι ζητούν. Ξέρουν όμως ότι κάτι τους καλεί. Κάτι τους σταματά. Κάτι τους κάνει να ανάβουν ένα κερί, να ακολουθούν τον Επιτάφιο, να περιμένουν μέσα στο σκοτάδι το φως της Ανάστασης.
Αυτό δεν είναι αδιαφορία.
Είναι, συχνά, μια αδέξια αλλά αληθινή αναζήτηση νοήματος.
Οι λεγόμενοι «Χριστιανοί της Μεγάλης Εβδομάδας» δεν είναι το πρόβλημα της Εκκλησίας. Είναι ο καθρέφτης της.
Δείχνουν ότι το εκκλησιαστικό γεγονός εξακολουθεί να συγκινεί κοινωνικά. Αλλά δείχνουν και κάτι ακόμη: ότι η Εκκλησία δεν έχει βρει ακόμη τον τρόπο να μετατρέψει αυτή τη συγκίνηση σε σχέση, σε γλώσσα, σε κοινότητα, σε σταθερό βίωμα.
Η ποιμαντική δυσκολία
Εδώ ακριβώς αρχίζει η μεγάλη ποιμαντική πρόκληση.
Για χρόνια, ένα μέρος του εκκλησιαστικού λόγου στάθηκε απέναντι σε αυτό το φαινόμενο αμυντικά. Με το γνωστό παράπονο: «πού είστε όλο τον χρόνο;». Με μια λογική ελέγχου, μέτρησης, αξιολόγησης της πνευματικής συνέπειας των άλλων.
Όμως η πίστη δεν ανθίζει κάτω από επιτήρηση.
Κανείς δεν οδηγείται βαθύτερα στο μυστήριο επειδή πρώτα ντράπηκε για την ελλιπή του συμμετοχή. Κανείς δεν δένεται με την Εκκλησία επειδή αισθάνθηκε ότι μπήκε σε έναν χώρο όπου έπρεπε πρώτα να απολογηθεί.
Η Εκκλησία δεν καλείται να ελέγχει την επάρκεια όσων εμφανίζονται μόνο αυτές τις ημέρες.
Καλείται να καταλάβει γιατί ακριβώς τότε εμφανίζονται.
Και η απάντηση είναι σαφής: επειδή εκείνες τις ημέρες συμβαίνει κάτι που ο κόσμος, ακόμη και χωρίς πλήρη επίγνωση, το αναγνωρίζει ως αληθινό.
Μέσα σε μια κουρασμένη κοινωνία, σε μια εποχή ψυχικής εξάντλησης, ατομισμού και δυσπιστίας, το Θείο Πάθος δεν λειτουργεί ως θρησκευτική υποχρέωση. Λειτουργεί ως υπαρξιακό γεγονός. Ως ένας καθρέφτης του ανθρώπινου δράματος.
Η τέχνη ως γέφυρα νοήματος
Αυτό, όμως, δημιουργεί και μια υποχρέωση για την ίδια την Εκκλησία.
Να μην αρκείται στο να συγκινεί τελετουργικά, αλλά να ερμηνεύει. Να μη μένει μόνο στη δύναμη του εθίμου, αλλά να ανοίγει δρόμους κατανόησης. Να μη θεωρεί δεδομένο ότι ο κόσμος «ξέρει», ενώ στην πραγματικότητα πολλοί άνθρωποι συγκινούνται βαθιά από τις ακολουθίες χωρίς να μπορούν να νοηματοδοτήσουν αυτό που ζουν.
Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η προσπάθεια που γίνεται τα τελευταία χρόνια από εκκλησιαστικούς φορείς, μητροπόλεις και ενορίες να προσεγγίσουν το νόημα της Μεγάλης Εβδομάδας ήδη από τις προηγούμενες ημέρες, μέσα από εκδηλώσεις αφιερωμένες στο Θείο Πάθος και την πρόσληψή του από τις Τέχνες.
Μουσικές βραδιές. Θεματικές ομιλίες. Αναλόγια. Ποιητικά και λογοτεχνικά κείμενα. Εικαστικές εκθέσεις. Καλλιτεχνικές προσεγγίσεις που προσπαθούν να συναντήσουν το δράμα του Πάθους όχι μόνο στο τυπικό της λατρείας, αλλά και στο πεδίο του πολιτισμού.
Αυτές οι πρωτοβουλίες δεν είναι μια περιφερειακή πολιτιστική πολυτέλεια.
Είναι, όταν γίνονται σοβαρά, μια ουσιαστική ποιμαντική πράξη.
Γιατί επιχειρούν κάτι που συχνά λείπει: να δώσουν λέξεις, εικόνες και ήχους σε μια εμπειρία που πολλοί αισθάνονται αλλά δεν μπορούν να αποκωδικοποιήσουν. Να φέρουν το εκκλησιαστικό γεγονός σε συνομιλία με τη σύγχρονη ευαισθησία. Να δημιουργήσουν έναν χώρο πιο ανοιχτό, πιο προσιτό, πιο ανθρώπινο για όσους δεν θα ξεκινούσαν εύκολα από μια καθαρά εκκλησιαστική γλώσσα.
Οι Τέχνες, άλλωστε, έχουν μια ιδιότητα που ο εκκλησιαστικός λόγος κάποιες φορές χάνει.
Δεν ελέγχουν. Δεν μαλώνουν. Δεν εξετάζουν την πίστη του άλλου.
Ανοίγουν χώρο.
Αφήνουν τον άνθρωπο να πλησιάσει μέσα από τη συγκίνηση, την ταύτιση, τη σιωπή, την αισθητική εμπειρία, την εσωτερική αναστάτωση. Επιτρέπουν στο Πάθος να πάψει να είναι ένα «γνωστό θρησκευτικό σχήμα» και να ξαναγίνει προσωπικό ερώτημα.
Όχι ατμόσφαιρα, αλλά αλήθεια
Φυσικά, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος όλα αυτά να εξαντληθούν σε έναν εύκολο αισθητισμό. Να γίνει το Πάσχα ατμόσφαιρα. Να γίνει το Πάθος μια υψηλού επιπέδου πολιτιστική κατανάλωση. Να μείνουμε στη συγκίνηση χωρίς μετακίνηση. Ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός.
Αλλά η απάντηση δεν είναι να εγκαταλειφθεί αυτή η προσπάθεια.
Η απάντηση είναι να γίνει αληθινότερη.
Να γίνει πιο απαιτητική, πιο ουσιαστική, πιο θαρραλέα. Να συνδεθεί όχι με τη νοσταλγία ενός θρησκευτικού παρελθόντος, αλλά με τα ανοιχτά τραύματα του παρόντος. Με τη μοναξιά, την απώλεια, την κοινωνική κόπωση, τη βία, τη διάψευση, τον φόβο, την ανάγκη του ανθρώπου να ακούσει ότι η ήττα δεν είναι η τελευταία του ταυτότητα.
Το στοίχημα της Μεγάλης Εβδομάδας
Τελικά, η Εκκλησία τη Μεγάλη Εβδομάδα έχει μπροστά της μια σπάνια ευκαιρία.
Να μη μιλήσει μόνο στους «δικούς της», αλλά και στους διστακτικούς. Στους θυμωμένους. Στους αμφίβολους. Στους κουρασμένους. Στους ανθρώπους που δεν ξέρουν αν πιστεύουν ακόμη, αλλά ξέρουν πως κάτι τους λείπει.
Αυτό δεν θα το πετύχει με γκρίνια.
Δεν θα το πετύχει με καχυποψία απέναντι σε όσους εμφανίζονται σποραδικά.
Δεν θα το πετύχει με το να επαναλαμβάνει ότι οι πολλοί δεν είναι αρκετά «μέσα».
Θα το πετύχει μόνο αν μιλήσει με γλώσσα φιλοξενίας, ερμηνείας και συνοδείας. Αν αποδείξει ότι δεν είναι κλειστός κύκλος βεβαίων, αλλά τόπος όπου ακόμη και η πιο διστακτική αναζήτηση μπορεί να βρει χώρο.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το ζήτημα δεν είναι αν κάποιοι έρχονται μόνο μία φορά τον χρόνο.
Το ζήτημα είναι ότι αυτή τη μία φορά, η Εκκλησία εξακολουθεί να έχει απέναντί της ένα πλήθος που δεν έχει πάψει να ζητά νόημα.
Και το ερώτημα είναι σκληρό: αν ούτε τότε δεν έχει κάτι αληθινό, κατανοητό και ζωντανό να του πει, τότε ίσως το πρόβλημα να μην είναι οι «Χριστιανοί της Μεγάλης Εβδομάδας» — αλλά μια Εκκλησία που συνήθισε να μιλά χωρίς να ακούγεται.
*Ο π. Ιουστίνος – Ιωάννης Κεφαλούρος είναι ιερέας

