Μιλώντας για τον «Άλλον» στην επαρχία
(Ιστορίες στιγματισμού και αποκλεισμού
Λέξεις: Γιώργος Λιόλιος
Ο ιστορικός και ο υδραυλικός έχουν ένα και μόνον κοινό. Και οι δυο χώνουν τα χέρια τους στα σκατά μιας βουλωμένης λεκάνης. Η διαφορά τους είναι ότι ο υδραυλικός καλοπληρώνεται ακόμη και για μια απλή επίσκεψη, και ένα ραντεβού μαζί του για να ξεβουλώσει την λεκάνη το χρυσοπληρώνεις δίχως δεύτερη σκέψη, σε αντίθεση με τον ιστορικό που κάνει την ίδια δουλειά αλλά ούτε καλοπληρώνεται (συνήθως δεν πληρώνεται κιόλας), ούτε θα ακούσει ποτέ ευχαριστίες για την βρώμικη δουλειά που κάνει να βγάλει τα σκατά από τον πάτο.
Ο υδραυλικός είναι μια πολύτιμη ειδικότητα, στην επιδεξιότητα του οποίου θα διστάσεις να προβάλεις χρηματική αντίρρηση. Ο ιστορικός, αντιθέτως, ο οποίος παρεμπιπτόντως κάνει την ίδια ακριβώς δουλειά, είναι σχεδόν περιττός και συνήθως εξαιρετικά δυσάρεστος.
Περιττός, αφού χάρη στο ανεξέλεγκτο ως προς την ορθότητα και την αλήθεια (sic) διαδίκτυο, έχουμε όλοι κατακτήσει την ασύδοτη ιστορική γνώση και συνεπώς δεν είναι και τόσο απαραίτητος. Δυσάρεστος, διότι σε αντίθεση με τον υδραυλικό που χωνεύει τα σκατά βαθειά στο βόθρο, ο ιστορικός τα βγάζει στην επιφάνεια και σου τα δείχνει ως μνημείο αστικής εκκένωσης, διότι όσο και να πατάς το καζανάκι, τα σκατά και πάλι βγαίνουν στην επιφάνεια (κάποιος το έχει πει αυτό αλλά δεν θυμάμαι).
Κι αν μεν είσαι ακαδημαϊκός ιστορικός, γλυτώνεις τα σκάγια από το πλατύ κοινό, διότι χαίρεις μιας κάποιας νομιμοποίησης ώστε να ομιλείς ακόμη και αιρετικά ή μη «πολιτικά ορθά» (σε αυτή την περίπτωση κινδυνεύεις μόνον από τους άσπονδους ακαδημαϊκούς συναδέλφους και κάπου εκεί ολοκληρώνεται η σπίλωση και ο γύρος του διαδικτυακού ή μη διαλόγου, ο οποίος δεν απασχολεί κανέναν μα κανέναν κοινό θνητό).
Αν όμως δεν διαθέτεις τα ακαδημαϊκά διαπιστευτήρια που νομιμοποιούν ώστε να δικαιούσαι να ομιλείς δημοσίως, και χώνεις ανιδιοτελώς τα χέρια σου, γυμνά, στον πάτο της λεκάνης για να ξεκολλήσεις το βρωμερό και δυσώδες ίζημα που κατακάθισε, λεκιάζει και βουλώνει την λεκάνη της Ιστορίας, γίνεσαι αυτόχρημα ένας δυσάρεστος (ακόμη και μισητός) αποσυνάγωγος της κοινωνικής λέσχης, η οποία δεν ανέχεται να χώνει πας εις την μούρη του στον πάτο του βαρελιού του ένοχου παρελθόντος, της δυσάρεστης αλήθειας και της συλλογικής λήθης –ειδικά όταν το βαρέλι αφορά και συμπυκνώνει το ιστορικό κατακάθι μιας μικρής κοινωνίας.
Αυτός ο περίεργος και σκοτεινός τύπος που σαν αλογόμυγα φτερουγίζει μέσα και έξω από το δυσώδες βαρέλι, και μετά επικάθεται πάνω στο λουστραρισμένο σώμα της εξιδανικευμένης εικόνας της προσωπικής και συλλογικής μικροιστορίας, τσιμπώντας και ενοχλώντας, αν μεν ζει σε μια αχανή πρωτεύουσα, περνάει σχεδόν απαρατήρητος: αποκτά τον δικό του κοινωνικό, προσωπικό και επαγγελματικό του κύκλο, ο οποίος σχεδόν αγνοεί ότι τα βράδια ξεφυλλίζει σκονισμένα από τον χρόνο αρχεία ή ανασκάπτει θαμμένες ιστορίες και αδικαίωτους νεκρούς.
Δεν συμβαίνει ωστόσο το ίδιο στην επαρχία: ο ίδιος τύπος του παραδείγματος είναι ορατός, γνωστός και δακτυλοδεικτούμενος, ειδικά εάν διαθέτει και μια άσχετη με ακαδημαϊκή διαδρομή ιστορικού επαγγελματική υπόσταση με κοινωνική προβολή.
Είχα την τυχερή ατυχία από μικρή ηλικία να είμαι περίεργος, όχι για τις ζωές των άλλων, ούτε για την κρεβατοκάμαρα τους, αλλά για τις μισές και κυρίως τις ψιθυριστές αλήθειες για τον «Άλλον», τον «διαφορετικό» -γι’ αυτόν για τον οποίο ποτέ δεν μας μιλούσαν στο σχολείο.
Ήμουν κακός μαθητής, διότι είχα χορτάσει και αηδιάσει να ακούω μόνον για δόξες και γενναιότητες, που επαναλαμβάνονταν με το ίδιο ιδιόλεκτο από χείλη σε χείλη. Για τον «΄Αλλον», ούτε λόγος. Και τον αναζήτησα αλλού, αναζητώντας τον στις γειτονιές της πόλης. Ποιος ήταν αυτός ο άγνωστος «Άλλος» που έψαχνα; Ούτε ήξερα και γω ο ίδιος. Κρυφάκουγα όμως, και ο «Άλλος» μου αποκαλύφθηκε διαλυμένος και καταρρακωμένος μέσα από τα μισόλογα των μεγάλων. Ήταν ο Εβραίος της πόλης μου και η έρημη ετοιμόρροπη εβραϊκή γειτονιά της.
Δεν αναζητούσα μια ταυτότητα, ούτε μια πατρίδα. Ούτε την μία είχα, ούτε την άλλη έτσι κι αλλιώς. Είμαι άπατρις, τρόπον τινά. Με τις οικογενειακές ιστορικές αναφορές μου ελάχιστη σχέση είχα, διότι σχεδόν δεν υπήρχαν. Δεν είχα να αναφερθώ σε καμία ταυτότητα. Δεν είχα να επικαλεστώ καμία σαφή ταυτότητα από μια «τύχη-ατυχία» απουσίας τέτοιας. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια πόλη δίχως «Άλλους», οι οποίοι είχαν εκλείψει προ πολλού…
Όμως μια πηγαία ανάγκη γεννούσε την επιθυμία και την ελευθερία να ανιχνεύω με οικειότητα τις ταυτότητες των άλλων και των «΄Αλλων» και αυθόρμητα να τις αγκαλιάζω ανεπιτήδευτα και δίχως σύνορα. Ήταν και εκείνη η τηλεοπτική σειρά του Marvin Chomsky «Ολοκαύτωμα», που έτυχε να παρακολουθήσω το 1978 (ήμουν δεν ήμουν 9-10 χρόνων τότε), η οποία με στοίχειωσε.
Το φιλολογικό στην αρχή ενδιαφέρον για τον κυρίαρχο «΄Αλλον» της πόλης μου – τον διαχρονικά ανεπιθύμητο Εβραίο –το κακό σπυρί της τοπικής ιστορίας – το σκληρό ίζημα στον πάτο της συλλογικής λήθης, στριφογύριζε συχνά στο μυαλό μου μέχρι τα φοιτητικά μου χρόνια. Ο «εσωτερικός αυτός διάλογος», ωστόσο, γονιμοποιήθηκε και απέκτησε οντότητα και προσανατολισμό στο Μόναχο στις αρχές της δεκαετίας του ’90 (στα λεγόμενα ακόμα «πέτρινα χρόνια» της βιβλιοπαραγωγής και του διαλόγου).
Ακόμη και στην «ένοχη» Γερμανία, η βιβλιογραφία και η σχετική θεματική αναπτύσσονταν με βραδύ και αμήχανο βηματισμό, ενώ και στην Ελλάδα μόλις είχε ξεκινήσει ένας υβριδικός ακαδημαϊκός διάλογος. Κοντά στα ποινικά ενδιαφέροντα μου, συγκέντρωνα, με τον χειροκίνητο ακόμα τρόπο της εποχής, κάθε πληροφορία που έκτιζε την γνώση μου για τον ευρωπαϊκό εβραϊσμό – μια γνώση που αντάμειψε σε κάποια γενέθλια μου η Γερμανίδα σύντροφος μου δωρίζοντας μου ένα «Μαγκέν Νταβίντ», το οποίο έχω από τότε ακόμα κρεμασμένο στο λαιμό μου, και εξ αιτίας αυτού «δολοφονήθηκα» ως παρουσία πάνω από τριάντα χρόνια.
Η Alexandra, έχοντας ένα αντιναζιστικό οικογενειακό ιστορικό με κυρίαρχη φιγούρα τον παππού της – ανώτερο αξιωματικό της Αστυνομίας του Μονάχου και ο οποίος αποπέμφθηκε για ανάρμοστη συμπεριφορά κατά την διάρκεια μιας προπολεμικής ομιλίας του Χίτλερ σε μπυραρία του Μονάχου (ήταν η εποχή της ναζιστικοποίησης του αστυνομικού σώματος) – ένιωσε την ανάγκη να μοιραστεί μαζί μου, με αυτό το δώρο της, μια προσωπική της ιστορία από τις πολλές για τις οποίες δεν γινόταν ανοιχτά ακόμα λόγος. Και έκτοτε το τιμώ και αυτό «με τιμωρεί» από τότε…
Τα πρώτα συνθετικά συμπεράσματα της έρευνας μου για τον ρατσισμό, την ξενοφοβία και τον αντισημιτισμό, τα πρωτοπαρουσίασα, νεόκοπος δικηγόρος ακόμα, το 1997 σε εκδήλωση του Δικηγορικού Συλλόγου της Βέροιας. Η πρόσκληση προκάλεσε επιστολές διαμαρτυρίας συναδέλφων μου. Η Γάζα δεν είχε ισοπεδωθεί τότε, ούτε ήταν σε εξέλιξη κάποια σφοδρή πολεμική σύρραξη στην περιοχή. Ακολούθησε μια συμμετοχή μου στην παρουσίαση του βιβλίου του Βασίλη Μπούτου «Η Συκοφαντία του αίματος» και η κεντρική ομιλία μου στο πλαίσιο του εορτασμού των εγκαινίων της ανακαινισμένης Συναγωγής της πόλης.
Πλέον είχα μπει στο μάτι του κυκλώνα: η συστηματική αρθρογραφία μου για την εβραϊκή παρουσία στην πόλη, οι συμμετοχές μου σε ημερίδες κλπ, το αστέρι του Δαυίδ στο λαιμό κ.ά ήταν ήδη αρκετά για να στιγματιστώ στην μικρή κοινωνία ως σκοτεινός τύπος, σιωνιστής, πράκτορας της Μοσάντ, ανθέλληνας και με πολλούς άλλους «τιμητικούς» χαρακτηρισμούς, που μου απέφεραν διάφορους αποκλεισμούς: κοινωνικούς, επαγγελματικούς (ως εν ενεργεία δικηγόρου στη μικρή πόλη), ακόμη και ερωτικούς…, με τον αντίκτυπο της «εικόνας» μου να ταλαιπωρεί και την ίδια μου την θρησκευόμενη οικογένεια – συνέπειες που πιθανόν θα είχα αποφύγει ζώντας λ.χ. στην Αθήνα ή ασχολιόμουν π.χ. με τον Ποντιακό Ελληνισμό και όχι με τους τρισκατάρατους Εβραίους.
Μπήκα σε αυτή την συναρπαστική «περιπέτεια» με άγνοια κινδύνου μεν, αλλά συνειδητά, και κατόπιν πεισματικά, όσο οι αποκλεισμοί κλιμακώνονταν. Η ενασχόληση μου με τους «αποκλεισμένους» από τη δημόσια ιστορία Έλληνες Εβραίους, παρήγε ένα βιβλίο αναφοράς πλέον στην σχεδόν ανύπαρκτη ως τότε βιβλιογραφία: τις Σκιές της πόλης –Αναπαράσταση του διωγμού των Εβραίων της Βέροιας (εκδ. Ευρασία, Αθήνα 2008). Ούτε τότε ισοπεδωνόταν η Γάζα! Υπήρχαν και υπάρχουν βέβαια και αυτοί – οι λίγοι – που εκτίμησαν και εκτιμούν την μακρόχρονη αυτή έρευνα μου στο «λατομείο» της συλλογικής μνήμης-λήθης.
Νοιώθω βαθειά συγκίνηση και ανάπαυση, παρά τις αμέτρητες πικρίες, επιθέσεις, συκοφαντίες και ποικίλους αποκλεισμούς, που κατόρθωσα να επιστρέψω στους 460 αριθμούς-νεκρούς της Βέροιας το όνομα και το επίθετο τους σε καθέναν ξεχωριστά, τελώντας μια αξιοπρεπή ταφή με την μνημόνευση ενός εκάστου και των μικρο-ιστοριών τους, όπως και αυτών της Κοινότητας της Φλώρινας κάποια χρόνια μετά, καθώς και έναν συμβολικό τάφο με τους Λίθους Μνήμης (Stolpersteine) που τοποθέτησε ο ίδιος ο Gunter Demning το 2019 στη Βέροια.
Μέχρι τότε, όμως, το κακό είχε παραγίνει: η δημόσια αντίδραση μου με αρθρογραφία στον τοπικό τύπο για την ασέβεια της Ιεράς Μητρόπολης Βέροιας να μετατρέψει ένα μουσουλμανικό τέμενος σε εκκλησιαστική παρασυναγωγή, αναρτώντας μόνιμο μπάνερ γιγαντιαίων διαστάσεων του Απ. Παύλου, το οποίο κάλυπτε το μιχράμπ του τεμένους, προκάλεσε μια σφοδρή δημόσια αντιπαράθεση μου με τον Μητροπολίτη, ο οποίος δεν δίστασε να υπονοήσει ότι εξυπηρετώ μετά τα εβραϊκά συμφέροντα και τα τουρκικά!!! Νέες επιθέσεις, νέοι αποκλεισμοί και επαγγελματικό εμπάργκο με πελάτες να αποσύρουν τις υποθέσεις τους από το γραφείο μου. Είχα μάλιστα και την «τιμή» να γίνω στόχος του κυριακάτικου κηρύγματος προς το εκκλησίασμα των ναών της πόλης [ενδεικτικά βλ. Νίκος Βατόπουλος, «Στη Βέροια, η χρήση οθωμανικού μνημείου διχάζει την κοινωνία», εφ. Καθημερινή (24.07.2010)
Από την άλλη οι ακτιβισμοί για την διατήρηση της ρωμαϊκής οδού και την προστασία της διατηρητέας συνοικίας της Κυριώτισσας και η δικαίωση στο ΣτΕ και στο ΚΑΣ με έβαλαν στο κάδρο της στοχοποίησης από τις δημοτικές αρχές, με συστηματική δολοφονία χαρακτήρα… ως συκοφάντη της πόλης μου! Η αλληλεγγύη και η εθελοντική προσφορά στους Σύρους πρόσφυγες, στο μάτι των ακροδεξιών και της Χρυσής Αυγής, ως αριστεριστή.
Από την οπτική που παρακολουθούσε κανείς τα πράγματα και το ιδεοληπτικό υπόστρωμα της άποψης του, για άλλους ήμουν σιωνιστής, πράκτορας της Μοσάντ που «τα παίρνω» από την Πρεσβεία του Ισραήλ, για άλλους νοσταλγός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, για τους δεξιούς αριστεριστής, για τους κομμουνιστές μέλος ΜΚΟ, διότι, παρ΄ ότι ήμουν άμισθος και αυθορμήτως αλληλέγγυος και εθελοντής, δήθεν εισέπραττα παχυλή αποζημίωση για να στηρίζω την δομή των Σύρων προσφύγων, για τους αριστεριστές ακροδεξιός, επειδή υποστηρίζω το δικαίωμα του Ισραήλ να υπάρχει ως κράτος και το δικαίωμα των Εβραίων σε εθνική εστία…
Ο λόγος, συνεπώς, για τον «Άλλον» στην επαρχία αποκτά ορατότητα και βάρος που απαιτεί γερό στομάχι. Μετά από τριακονταετή και πλέον συστηματική ενασχόληση με τους ποικίλους «Άλλους», έχω συμβιβαστεί με την προσωπική μου πια ταυτότητα ως ένας «Άλλος» κι εγώ – μια ταυτότητα που έχω αποδεχτεί, όσο βασανιστική και αν αποδεικνύεται αρκετές φορές.
Πρόκειται για μια κανονικοποιημένη αντίδραση του πλήθους, η οποία έχει μεν χωρική διακριτότητα στην επαρχία, αποδεικνύεται όμως περισσότερο κανιβαλική στην επαρχιακή επικράτεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αν ο μισαλλόδοξος λόγος για τον «Άλλον», σε διάφορες παραλλαγές του, είναι προϊόν μιας δυσανεξίας που παράγεται από μια πολιτισμική αναπηρία συμπερίληψης και οικουμενικής-ουμανιστικής αποδοχής της διαφορετικότητας, στην περίπτωση του Εβραίου, ως σχήμα φαντασιακής προβολής, αποτελεί το περισσότερο ανθεκτικό στον χρόνο παράδειγμα εγγεγραμμένης στο ασυνείδητο ανήκεστης πολιτισμικής δυσπλασίας, που τροφοδοτείται και ανατροφοδοτείται καθολικά σε όλο το ιδεολογικό φάσμα που παράγει, μέσα από μια βαθειά ριζωμένη ιδεοληψία, ενός νέου τύπου αιμοσταγούς Εβραίου, όχι πλέον με φυλετικά χαρακτηριστικά, αλλά ως δόκιμο σχήμα αναθεωρημένης με νέα αφηγηματικά εργαλεία ιδεοληπτικής κατασκευής του διαχρονικού εσωτερικού εχθρού, του παλαιού νεο-Εβραίου (που ο ίδιος μάλιστα ενθαρρύνει τον αντι-εβραϊκό λόγο), ξαναβαπτίζοντας τον η νέα χρεοκοπημένη από άλλα αφηγήματα ιδεολογική φόρμα με σύγχρονες ετικέτες, όπως «η σωστή πλευρά της Ιστορίας», η οποία δολοφονεί και πάλι τον Εβραίο σε συνθήκες που παραπέμπουν τελικά στις φρικτές εμπειρίες που υπέστη η εβραϊκή Διασπορά στην διαχρονία της.
*Ο Γιώργος Λιόλιος είναι δικηγόρος και συγγραφέας
