«Μήπως είσαι Κύπριος;»

Ντοπιολαλιά: Το «σημείο μηδέν» ή αλλιώς μια ανατομία της γλωσσικής υποχώρησης

Ανδρέας Νεοκλέους
μήπως-είσαι-κύπριος-1429852
Ανδρέας Νεοκλέους

Με το πέρας του χρόνου, όλο και πιο συχνή η αναδρομή στο οικείο της παιδικής αθωότητας, των χρόνων αυτών, που μάλλον μας σημάδεψαν ανεπιστρεπτί. Ανασκάπτοντας τα εσωτερικά μας ντοκουμέντα ώστε να ανακαλύψουμε τις αιτίες, το “κινούν ακίνητο” των σημερινών, των προ ολίγων ωρών, πράξεών μας – αυτών που συχνά εκτυλίσσονται τόσο ανεπαίσθητα, ώστε να μας αφήνουν παγερά αδιάφορους για τον τρόπο που συσχετιζόμαστε. Ωστόσο, ακόμα και αυτές οι στιγμές, τα μικρά καρέ της ζωής μας, διαγράφουν μια τροχιά, μια κόμη. Όπως τα πεφταστέρια χαράζουν στον θόλο μια γραμμή που σταδιακά ξεθωριάζει, από τη στιγμή που γίνεται ορατή, έτσι και η ταυτότητά μας, αφήνει το αποτύπωμα της. Για μένα, αυτή η “κόμη” υπήρξε η ντοπιολαλιά μου. Μια γλώσσα που έγινε αιφνιδίως αντιληπτή ως ξένη, όταν το κατώφλι του ελληνικού πανεπιστημίου μετέτρεψε τον οικείο κυπριακό ιδιωματισμό σε αίσθημα ντροπής, κάνοντάς με να φαντάζω παράταιρος. Ομολογώ πως δεν υπήρχε κάποιο απτό γεγονός παρά μια συσσωρευμένη εσωστρέφεια που μάλλον είχε καλλιεργηθεί – εν αγνοία μου – όλα αυτά τα χρόνια. Αυτή η νοητική μετάφραση, δεν ήταν μια απλή γλωσσική άσκηση, αλλά μια καταναγκαστική αναδιαμόρφωση του δικού μου τρόπου. Κάθε φορά που η σκέψη γεννιόταν με τον ήχο των διπλών συμφώνων και την ιδιότυπη μουσικότητα του τόπου, έπρεπε να “λειανθεί”, να χάσει τις γωνίες της και να στρογγυλέψει προκειμένου να γίνει κατανοητή. Έτσι, υποθέτω, ότι η παύση ανάμεσα στη σκέψη και στην εκφορά δεν ήταν χρόνος προετοιμασίας, αλλά χρόνος απόκρυψης. Ήταν το δικό μου «μετέωρο βήμα» πάνω σε μια αόρατη γραμμή. Εκεί, στο γλωσσικό σύνορο, βίωσα αυτό που περιγράφει ο Χρ. Σταμούλης ως το «σημείο μηδέν»: έναν χώρο που ακουμπά τόσο στο “εντός” (το οικείο) όσο και στο “εκτός” (το πρωτόγνωρο), χωρίς όμως να αποτελεί μέρος κανενός από τα δύο. Το ουδέτερο σημείο, το «σύνορο». Δεν είμαι βέβαιος αν επρόκειτο για μια εγωιστική, αμυντική στάση απέναντι στο ενδεχόμενο μειδίαμα του καθηγητή ή των συμφοιτητών μου – έναν φόβο μήπως η πρώτη εκείνη ακρόαση με περιόριζε σε μια μονοδιάστατη ταυτότητα. «Κύπριος».

Φοβόμουν, ίσως, ότι ένας «άλλος» ήχος θα λειτουργούσε ως ταμπέλα, η οποία θα προηγείτο του προσώπου μου. Όταν η σιωπή φαντάζει ως το μοναδικό καταφύγιο, που σε κρατά ασφαλή, η υποχώρηση είναι αναπόφευκτη. Έτσι και έγινε. Ολοένα και σπανιότερα σήκωνα το χέρι στο αμφιθέατρο. Ολοένα και περισσότερο αυξάνονταν οι νοερές προβολές κάκιστων σεναρίων και η προσοχή μου θόλωνε. Έπαυα να είμαι αποδέκτης σε έναν χώρο που συνεχώς, έκπεμπε. Έπαψα να ακούω τους καθηγητές και τις καθηγήτριες μου καθώς άκουγα μόνο την αγωνία μου. Οι προσπάθειες επικοινωνίας ατόνησαν και σταδιακά, όπως συμβαίνει, έπαψα να τολμώ ακόμα και την παρουσία μου στις δια ζώσης διαλέξεις, αφήνοντας το αποτύπωμά μου να σβήσει, πριν καν διαγράψει την τροχιά του στο κοινό βλέμμα των άλλων. Αυτή η εσωτερική υποχώρηση, ωστόσο, δεν ήταν ένα τυχαίο ψυχολογικό συμβάν, αλλά το σύμπτωμα μιας βαθύτερης σύγκρουσης. Όπως σημειώνει ο Campbell, η ταυτότητα συγκροτείται μέσω της χάραξης συνόρων. Ορίζουμε το «μέσα» μας σε αντιδιαστολή με ένα «έξω». Στο αμφιθέατρο, το «μέσα» μου, η κυπριακή, συγκρούστηκε με το «έξω» —την κοινή νέα ελληνική, η οποία δεν ήταν απλώς ένας κώδικας επικοινωνίας, αλλά η «υψηλή γλώσσα». Είναι χαρακτηριστικό πως ακόμα και στην καρδιά της κυπριακής πολιτικής ζωής, η διάλεκτος εξορίζεται. Στα επίσημα διαγγέλματα, εκεί όπου ο πολιτικός απευθύνεται στον λαό για τα κρίσιμα και τα μεγάλα, η κυπριακή υποχωρεί μπροστά στην κοινή νέα ελληνική. Είναι σαν η δική μας φωνή να θεωρείται «ανεπαρκής» για να φέρει το βάρος της επίσημης γλώσσας. Αυτή η επιλογή δεν είναι απλώς επικοινωνιακή, είναι βαθιά πολιτική. Κι αυτό γιατί επισφραγίζει την πεποίθηση πως η διάλεκτος είναι το ένδυμα μόνο για το ιδιωτικό, ενώ η πρότυπη ελληνική είναι το απαραίτητο «κοστούμι» του δημοσίου λόγου. Εδώ έγκειται ο πρώτος μεγάλος μύθος. Συχνά, στην προσπάθειά μας να υπερασπιστούμε τη διάλεκτο, καταφεύγουμε στην οχυρωματική πεποίθηση ότι «τα κυπριακά είναι πιο αρχαία, πιο ομηρικά». Είναι μια γλυκιά πλάνη που προσπαθεί να ισοσκελίσει το αίσθημα “κατωτερότητας”. Όμως, η γλωσσολογία είναι σαφής: όπως εξηγεί ο Σπύρος Αρμοστής (Επίκουρος Καθηγητής Γλωσσολογίας στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου), καμία διάλεκτος δεν είναι «πιο αρχαία από την άλλη». Όλες οι γλώσσες είναι παρακλάδια της ίδιας ρίζας, της ελληνιστικής κοινής, που εξελίχθηκαν κάτω από διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες. Η διαφορά της κυπριακής από την «πρότυπη» ελληνική δεν είναι μια απόκλιση από έναν κανόνα, αλλά το αποτέλεσμα μιας μοναδικής ιστορικής απομόνωσης, που καλώς ή κακώς αναγκάζει στη χάραξη μιας ανεξάρτητης πορείας. Παρόλα αυτά η αίσθηση γλωσσικής ανεπάρκειας δεν νομίζω πως είναι ένα αυτόνομο γεγονός. Αντιθέτως, τρέφεται και από ένα εκπαιδευτικό σύστημα, που ενώ θα έπρεπε να είναι ο χώρος της αυτογνωσίας, συχνά λειτουργεί ως ο μηχανισμός της πολιτισμικής μας αποξένωσης. Πέρα από τη γλώσσα, αυτό που παραμένει σε μεγάλο βαθμό «ακοινώνητο» στην ίδια την Κύπρο, είναι ο ίδιος ο κυπριακός πολιτισμός στην ολότητά του. Στα θρανία, η κυπριακή ταυτότητα συρρικνώνεται σε μια επιλεκτική ιστοριογραφία και σε μια επιφανειακή επαφή με τις ρίζες. Η λαϊκή παράδοση, όπως τα τσιατιστά, η κυπριακή ποίηση, οι κυπριακοί χοροί καταλήγουν να αντιμετωπίζονται ως μουσειακά εκθέματα ή ως γραφικά δρώμενα για τις σχολικές γιορτές. Αντί η διάλεκτος και ο πολιτισμός να αποτελούν το έδαφος πάνω στο οποίο πατάμε για να ανοιχτούμε στον κόσμο, αντιμετωπίζονται ως «ιδιαιτερότητες» που πρέπει να αφεθούν στο περιθώριο του επίσημου αναλυτικού προγράμματος. Αυτή η εκπαιδευτική αποστασιοποίηση δημιουργεί ένα παράδοξο, μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε το «μεγάλο» και το «σπουδαίο» πάντα κάπου αλλού, αφήνοντας το οικείο, ακατέργαστο. Αναφέρει πολύ εύστοχα ο Keohane ότι «Αν με ρωτήσεις τι με κάνει Ιρλανδό ή αν σε ρωτήσω τι σε κάνει Καναδό, διαπιστώνουμε ότι “είναι δύσκολο να πει κανείς τι ακριβώς”, κι έτσι καταφεύγουμε σε μια απαρίθμηση των μοναδικών διαστάσεων του «δικού μας τρόπου ζωής»: του φαγητού μας, της μουσικής μας, των εθίμων μας, των γιορτών μας, των τρόπων που διασκεδάζουμε και ούτω καθεξής. Αφηγούμαστε ο ένας στον άλλο τους τρόπους με τους οποίους οργανώνεται η απόλαυσή μας, τα μοναδικά πράγματα που απολαμβάνουμε και τα οποία δεν συμμερίζονται οι άλλοι.» (Keohane, 1992: 20) Επομένως, το «να είμαι Κύπριος» σε μια τέτοια ερώτηση – έχει έναν μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας στην απάντηση: ποια γνωρίσματα συγκροτούν αυτή την ταυτότητα. Αν σκεφτούμε ότι ο ανθρώπινος νους είναι φτιαγμένος έτσι ώστε να έχει την τάση να απομονώνει μοτίβα για να κατανοεί φαινόμενα – τότε λοιπόν στην επεξήγηση του τι με κάνει Κύπριο μπορώ να απαντήσω με βεβαιότητα πως η γλώσσα είναι το μοναδικό μοτίβο που δεν έπαψε ποτέ να υφίσταται στον τρόπο που κοινωνείτε η ζωή στο νησί. Όλα τα άλλα πέρασαν κατά μια έννοια ξυστά, αφήνοντας ένα επιδερμικό σημάδι που η λήθη ή η γραφικότητα της παράδοσης εύκολα ξεθωριάζουν. Η γλώσσα όμως παραμένει το βαθύ, υποδόριο ρεύμα που ορίζει την αρχιτεκτονική του είναι μου, ακόμα και όταν προσπάθησα επιμελώς να την αποσιωπήσω. Υπήρξε το μοναδικό γνώρισμα που θα μπορούσε να με τοποθετήσει σε ένα σταθερό σημείο ώστε να διαβώ το σύνορο — γιατί, καλώς ή κακώς, για να κατευθυνθείς κάπου «αλλού», οφείλεις πρώτα να είσαι ήδη κάπου. Το «σημείο μηδέν» στο οποίο οδηγήθηκα, λοιπόν, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, αυτό το μετέωρο κενό, ήταν ένας χώρος ελευθερίας.

Εκεί, στο γλωσσικό μεταίχμιο, συνειδητοποίησα με μια δόση ενόχλησης τον αμείλικτο ρόλο της εθνικής ταυτότητας στη νεωτερικότητα: το πώς ο σύγχρονος κόσμος μας εξαναγκάζει να φέρουμε μια ταυτότητα συμπαγή, έναν «τίτλο ιδιοκτησίας» πάνω στον εαυτό μας, προκειμένου να γίνουμε ορατοί. Ένας ανέστιος ταξιδιώτης που έχασε τον χάρτη του πριν καν ξεκινήσει τη διαδρομή. «Από την άλλη μεριά, η αποδοχή διάβασης του συνόρου εμπεριέχει πάντα τον κίνδυνο ρήξης με τον οικείο τόπο που ορίζει το εντός, εισάγει το αίσθημα της ανασφάλειας, αλλά μαζί γεννά τη γοητεία του ταξιδιού και το ρίσκο που αυτό πάντα εμπεριέχει» λέει ο Χρ. Σταμούλης στο “Φάγαμε Ήττα” (εκδ. Αρμός, 2021). «Μα πόσα σύνορα πρέπει να περάσουμε, για να πάμε σπίτι μας;» συμπληρώνει ο Μαστρογιάνι στην ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

#TAGS
Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα