Να συμβάλλουμε στην χειραφέτηση της τοπικής αυτοδιοίκησης, να ακουστεί η πόλη της Θεσσαλονίκης
Το δημοψήφισμα για την ΔΕΘ είναι μια ευκαιρία να φανεί, ότι η αυτοκυβέρνηση δεν είναι φενάκη, αλλά μια πραγματική δυνατότητα που εγγυώνται οι θεσμοί και που τα κινήματα μπορούν να διεκδικούν
Λέξεις: Ιφιγένεια Καμτσίδου
Στις 7 Απριλίου 2025 ξεκίνησε η καμπάνια με στόχο την συλλογή υπογραφών για την διεξαγωγή δημοψηφίσματος στον Δήμο Θεσσαλονίκης αναφορικά με το μέλλον της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ).
Η Οργανωτική Επιτροπή του Δημοψηφίσματος (ΟΕΔ) ζήτησε από τους δημότες της Θεσσαλονίκης να στηρίξουν το αίτημα για δημοψήφισμα, ώστε η πόλη να αποφασίσει για την χρήση τoυ Εκθεσιακού κέντρου. Απέναντι στο σχέδιο του Υπερταμείου και της κυβέρνησης που τυποποιήθηκε με π.δ. και προβλέπει την κατασκευή πολυόροφου ξενοδοχείου, εμπορικού κέντρου, πέντε τρομακτικών περιπτέρων και υπόγειου πάρκινγκ τουλάχιστον 1.600 θέσεων, η ΟΕΔ διατύπωσε με πληρότητα την πρόταση της: Δημιουργία Μητροπολιτικού πάρκου και Έκθεση εντός και εκτός της πόλης. Με δυο λόγια, ένας πράσινος άξονας στο ιστορικό κέντρο, που θα αγκαλιάζει όσα κτίρια ιστορικής μνήμης αποκατασταθούν και θα φιλοξενεί τις μη επιβαρυντικές για την πόλη εκθέσεις, πολιτιστικές και πολιτικές δράσεις, με ταυτόχρονη μεταφορά της «βαριάς» εκθεσιακής δραστηριότητας στην Σίνδο.
Το εγχείρημα της ΟΕΔ ήταν δύσκολο. Ο ν. 4555/2018 θέτει μόνο δυο, αλλά μάλλον αυστηρές προϋποθέσεις για την διενέργεια τοπικού δημοψηφίσματος λαϊκής πρωτοβουλίας. Σύμφωνα με το αρ. 134 παρ. 1΄ του νόμου, η προκήρυξη του δημοψηφίσματος προϋποθέτει αίτηση εκλογέων του οικείου δήμου, ο αριθμός των οποίων δεν μπορεί να είναι μικρότερος του δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού αριθμού των εγγεγραμμένων εκλογέων. Οι δημότες της Θεσσαλονίκης ξεπέρασαν τις σοβαρές δυσκολίες. Στις 2 Μαρτίου 2026, 23.214 πολίτες απευθύνθηκαν νόμιμα στον Δήμο τους για να προκηρυχθεί το δημοψήφισμα, προκειμένου οι συμπολίτες τους να έχουν λόγο σχετικά με ένα κρίσιμο πολιτικοθεσμικό διακύβευμα, για να πάψουν να είναι υποχείριοι του Υπερταμείου και της κυβέρνησης.
Ο Δήμος Θεσσαλονίκης περιφρονεί και εμπαίζει τους 23.214 δημότες τους. Δυο μέρες μετά την υποβολή του αιτήματος, ο Γενικός Γραμματέας του απάντησε στην εκπρόσωπο της ΟΕΔ, κοινοποιώντας ένα έγγραφο των διοικητικών υπηρεσιών, σύμφωνα με το οποίο «διαπιστώνεται η απουσία νόμιμων υπογραφών» κατ’ επίκληση του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Η βιασύνη της δημοτικής αρχής την οδήγησε σε βαριά νομικά σφάλματα και ανέδειξε την αποστροφή της προς την λαϊκή συμμετοχή στην διαχείριση των δημοτικών υποθέσεων.
Υποστηρίζει, λοιπόν, ο Δήμος, ότι επειδή ο ν. 4555/2018 δεν προβλέπει ειδική διαδικασία για την υποβολή του αιτήματος, «κατ’αναλογία» εφαρμόζονται οι κανόνες που ρυθμίζουν την έκδοση διοικητικών πράξεων, αυτών δηλαδή που αποβλέπουν στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και συμφερόντων των πολιτών. Μόνο που η ανάλογη εφαρμογή του νόμου είναι θεμιτή εφόσον διαπιστώνεται ομοιότητα της ρυθμιστέας ύλης. Το αίτημα για την προκήρυξη δημοψηφίσματος, όμως, αφορά την πραγμάτωση πολιτικού δικαιώματος, δεν έχει το ίδιο αντικείμενο με την αίτηση για την χορήγηση άδειας γαλακτοζαχαροπλαστείου και η επέκταση των ρυθμίσεων του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας στην αξιολόγησή του να είναι παντελώς αυθαίρετη.
Η απώθηση που προξενούν οι δημότες στους τοπικούς άρχοντες, φτάνει μέχρι την απροκάλυπτη αμφισβήτηση της σαφούς βούλησής τους. Η δημοτική αρχή και οι πρόθυμοι δημοσιογραφούντες ισχυρίζονται, ότι δεν είναι δυνατή η διακρίβωση της θέλησης όσων υπέγραψαν ηλεκτρονικά για την υποβολή του αιτήματος. Υποστηρίζουν, δηλαδή, ότι όσοι από τους 23.214 δημότες μπήκαν στην ανοιχτή ηλεκτρονική πλατφόρμα, συμπλήρωσαν το ονοματεπώνυμό τους, το πατρώνυμό τους, το μητρώνυμό τους, το έτος γέννησής τους και δήλωσαν ότι είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Θεσσαλονίκης και ότι δέχονται την επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων για τον συγκεκριμένο σκοπό «ήτοι για την υποβολή του ενυπόγραφου αιτήματός μου με το ως άνω περιεχόμενο συγκεντρωτικά με τα αντίστοιχα αιτήματα άλλων δημοτών στο Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης» δεν προσδιόρισαν επαρκώς την ταυτότητά τους ούτε έχουν εκφράσει βούληση πολιτικής συμμετοχής!
Το Δημοτικό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης στην συνεδρίαση της 1ης Απριλίου 2026 θα κληθεί να αποφασίσει, αν οι νομικές εκκεντρικότητες της Διοίκησης του Δήμου μπορούν να σταματήσουν την πολιτική δυναμική χιλιάδων πολιτών. Είναι η πρώτη και ίσως η τελευταία φορά, που αυτό το δημοκρατικό εγχείρημα επιχειρείται στην ΙΙΙη Ελληνική Δημοκρατία , η δε πολιτική σημασία του είναι φανερή: Πρόκειται για ένα ζωντανό πείραμα απεξάρτησης μιας αυτοδιοικούμενης κοινότητας από το κράτος και από τις ελίτ. Πραγματικά, είναι κοινός τόπος ότι στην χώρα οι Δήμοι και οι Περιφέρειες αντιμετωπίζονται συνήθως ως παράρτημα του κυβερνητικού μηχανισμού, υποτάσσονται στις προτεραιότητες του πολιτικού και κομματικού συστήματος και ότι το πολιτικό προσωπικό τους εθίζεται στην συνδιαλλαγή με τους παράγοντες της κεντρικής πολιτικής σκηνής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η λαϊκή συμμετοχή στην λήψη μιας απόφασης, από την οποία εξαρτάται η ισορροπημένη περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά ανασυγκρότηση της πόλης, μπορεί να «σπάσει» τις εξαρτήσεις. Το δημοψήφισμα για την ΔΕΘ δεν είναι μια διαδικασία για την αξιοποίηση ενός οικοπέδου. Είναι μια ευκαιρία να φανεί, ότι η αυτοκυβέρνηση δεν είναι φενάκη, αλλά μια πραγματική δυνατότητα που εγγυώνται οι θεσμοί και που τα κινήματα μπορούν να διεκδικούν.
[1] Που παραμένει σε ισχύ και σήμερα.
[2] Αρκεί κανείς να αναλογιστεί, ότι στην Ελβετία των 8,6 εκατομμυρίων πληθυσμού, δημοψήφισμα μπορούν να προκαλέσουν 100.000 πολίτες. Το σημαντικά υψηλό ποσοστό του 10% των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους συναντάται μόνο στην Βοσνία- Ερζεγοβίνη
[3] Η κυβέρνηση στο Σχέδιο του Νέου Κώδικα ΤΑ προχωρά στην κατάργηση του δημοψηφίσματος λαϊκής πρωτοβουλίας και διατηρεί μόνο την δυνατότητα των αντιπροσωπευτικών οργάνων των ΟΤΑ να αποφασίζουν σχετικά, με αποτρεπτικές πάντα πλειοψηφίες.
[4] Ι. Καμτσίδου, Η δημοκρατία και οι άλλοι. Η ψήφος των μεταναστών, των αποδήμων και των γυναικών, εκδ. Σάκκουλας, 2024, σ.
*Η Ιφιγένεια Καμτσίδου είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης



