Να ξυπνάς χαράματα. Για μεροκάματο. Και να μην υπάρχει μετά.
Αυτές οι γυναίκες δεν πέθαναν σε μια εξαίρεση της ζωής δεν πέθαναν από «κακή τύχη» πέθαναν μέσα στη ζωή, μέσα στην εργασία, μέσα σε αυτό που ονομάζουμε κανονικότητα
Να ξυπνάς χαράματα. Όχι για κάτι μεγάλο. Όχι για όνειρα. Για δουλειά. Για το μεροκάματο. Για τη βάρδια. Να σηκώνεσαι μέσα στο μισοσκόταδο, με το σώμα ακόμη μισό στον ύπνο και το μυαλό ήδη κουρασμένο. Να μη χαιρετάς κανέναν, όχι από αδιαφορία, αλλά από εκείνη τη βιασύνη της καθημερινότητας που λέει «θα τα πούμε μετά». Που πάντα λέει «μετά». Να κλείνεις πίσω σου την πόρτα όπως κάθε άλλη μέρα. Και να μην υπάρχει μετά. Να πηγαίνεις σε ένα εργοστάσιο. Σε έναν χώρο που υποτίθεται ότι είναι ρουτίνα, όχι κίνδυνος. Σε έναν χώρο που δεν είναι μέτωπο πολέμου, δεν είναι ταξίδι, δεν είναι ρίσκο. Είναι δουλειά. Κι όμως, εκεί να καείς. Εκεί να χαθείς. Όχι γιατί διάλεξες το επικίνδυνο, αλλά γιατί η ζωή ή μάλλον ο τρόπος που την οργανώσαμε, αποφάσισε να γίνει βίαιη εκεί που δεν το περίμενες. Πέντε σοροί. Όχι αριθμοί. Άνθρωποι που είχαν όνομα. Γυναίκες με πρόσωπο. Σπίτι. Κάποιον που τις περίμενε. Η φωτιά στο εργοστάσιο της Βιολάντα στα Τρίκαλα είναι μια ρωγμή στον τρόπο που ζούμε και δουλεύουμε. Μας θυμίζει κάτι που προσπαθούμε συστηματικά να ξεχάσουμε: ότι η καθημερινότητα δεν είναι ασφαλής επειδή την επαναλαμβάνουμε. Ότι το «πάω για δουλειά» δεν είναι υπόσχεση επιστροφής. Ότι η κανονικότητα δεν είναι αθώα. Υπάρχει κάτι αβάσταχτο εδώ: ότι δεν πρόλαβαν να φοβηθούν. Ότι δεν υπήρξε επιλογή. Δεν υπήρξε «φεύγω». Δεν υπήρξε χρόνος για σκέψη, για αντίδραση, για σωτηρία. Υπήρξε μόνο έκρηξη. Φωτιά. Χάος. Και μετά σιωπή. Αυτή η σιωπή που μένει πίσω και δεν ξέρει τι να κάνει με τον εαυτό της. Που δεν χωρά σε δελτία τύπου και «ανακοινώσεις συμπαράστασης». Και εμείς; Εμείς ξυπνήσαμε. Διαβάσαμε την είδηση. Συνεχίσαμε. Αλλά κάτι μέσα μας δεν επιτρέπεται να συνεχίσει όπως πριν. Γιατί αυτές οι γυναίκες δεν πέθαναν σε μια εξαίρεση της ζωής. Δεν πέθαναν από «κακή τύχη». Πέθαναν μέσα στη ζωή, μέσα στην εργασία, μέσα σε αυτό που ονομάζουμε κανονικότητα. Πέθαναν εκεί όπου θα έπρεπε να είναι προστατευμένες. Και αυτό δεν είναι μεταφυσική ατυχία. Είναι πολιτικό γεγονός. Γιατί κάθε φορά που μια εργαζόμενη φεύγει το πρωί και δεν επιστρέφει, δεν φταίει απλώς η φωτιά. Φταίει η ανοχή μας στο «έτσι είναι τα πράγματα». Φταίει η εξοικείωση με την ανασφάλεια. Φταίει το ότι η ανθρώπινη ζωή μπαίνει σε ζυγαριά κόστους–οφέλους. Φταίει ότι η ασφάλεια θεωρείται πολυτέλεια και όχι αυτονόητο δικαίωμα. Πίσω από κάθε βάρδια υπάρχει σώμα. Πίσω από κάθε ωράριο υπάρχει αναπνοή. Πίσω από κάθε «παραγωγική διαδικασία» υπάρχει κάποιος που θέλει απλώς να ζήσει και να γυρίσει σπίτι. Και αυτή η πραγματικότητα δεν είναι ούτε συγκινησιακή ούτε ποιητική. Είναι πολιτική. Γιατί αφορά το ποιοι πληρώνουν με το σώμα τους την καθημερινή λειτουργία της κοινωνίας. Αφορά το ποιοι θεωρούνται αναλώσιμοι. Αφορά το ποιοι δουλεύουν χωρίς δίχτυ ασφαλείας, χωρίς πραγματικό έλεγχο, χωρίς εγγύηση επιστροφής. Και ίσως, μέσα στη φρίκη, αυτό να μας υποχρεώνει σε κάτι ελάχιστο αλλά ουσιαστικό και βαθιά ανθρώπινο: να χαιρετάμε. να λέμε «τα λέμε μετά». να λέμε «σ’ αγαπώ». Όχι σαν ρομαντισμό. Σαν αναγνώριση της επισφάλειας. Γιατί παλιότερα οι μανάδες και οι γιαγιάδες το ήξεραν αυτό. Δεν είχαν λέξεις για «εργασιακή ανασφάλεια» και «δομικό ρίσκο». Είχαν όμως επίγνωση. Σταύρωναν αυτόν που έφευγε για δουλειά. Του έκαναν τον σταυρό στο μέτωπο και έλεγαν «στο καλό». Όχι από δεισιδαιμονία. Από γνώση. Από μια βαθιά κατανόηση ότι το πρωί δεν εγγυάται το βράδυ. Σήμερα γελάμε με αυτά. Τα θεωρούμε παλιά. Κι όμως, ίσως εκείνες να ήξεραν κάτι που εμείς ξεχάσαμε: ότι η ζωή δεν προστατεύεται με ευχές, αλλά δεν αντέχεται χωρίς επίγνωση. Και ότι κάθε «στο καλό» ήταν ένας τρόπος να πουν: ξέρω ότι φεύγεις εκτεθειμένος. Αυτές οι γυναίκες δεν πρόλαβαν να ακούσουν το «στο καλό». Και αυτό δεν πρέπει να γίνει απλώς είδηση. Πρέπει να γίνει μνήμη που πονά. Μνήμη που δεν αφήνει τη ζωή να προσπερνά τόσο εύκολα. Μνήμη που απαιτεί δικαιοσύνη, ασφάλεια, σεβασμό. Σήμερα δεν μιλάμε για εργοστάσια. Μιλάμε για ανθρώπους που δεν γύρισαν σπίτι. Και αυτό, όσο κι αν μας τρομάζει, είναι κάτι που μας αφορά όλους.
