Σκέψου λίγο…
Δεν σου γράφω για να σου πω πώς να ζήσεις. Σου γράφω γιατί δεν αντέχω έναν κόσμο γεμάτο ανθρώπους που έζησαν χωρίς να εμπλακούν πραγματικά...
Δεν ξέρω πότε διαβάζεις αυτές τις γραμμές. Ξέρω μόνο ότι αν τις διαβάζεις, κάτι μέσα σου έχει ήδη κουραστεί να προσποιείται ότι όλα είναι απλά, ότι όλα εξηγούνται, ότι όλα περνούν χωρίς ίχνος. Κάτι έχει αρχίσει να βαραίνει, όχι με τρόπο μελαγχολικό, αλλά με εκείνο το βάρος που δεν είναι ακόμη πόνος, είναι όμως ήδη ευθύνη. Η εποχή δεν σου ζητά να σκεφτείς. Σου ζητά να κινείσαι. Να ανταποκρίνεσαι. Να είσαι διαθέσιμος, ρευστός, πρόθυμος να αλλάζεις μορφή πριν καν προλάβεις να αποκτήσεις μία. Και μέσα σε αυτή τη συνεχή κίνηση, ο άνθρωπος χάνει κάτι πολύ συγκεκριμένο: τη δυνατότητα να σταθεί. Όχι να σταματήσει. Να σταθεί. Να αντέξει τον εαυτό του χωρίς περισπασμούς. Να αντέξει ένα ερώτημα χωρίς απάντηση. Να αντέξει μια σχέση χωρίς εγγύηση. Να αντέξει τον χρόνο χωρίς να τον γεμίσει με θόρυβο. Σου έμαθαν ότι η γνώση είναι πληροφορία. Ότι συσσωρεύεται. Ότι αποθηκεύεται. Ότι μεταφέρεται. Αλλά η γνώση που δεν σε αλλάζει, που δεν σε τραυματίζει λίγο, που δεν σε φέρνει σε ρήξη με κάτι μέσα σου, είναι απλώς εξοικείωση. Και η εξοικείωση είναι ο πιο ήσυχος τρόπος να χάσεις τον εαυτό σου. Υπάρχει μια γνώση που δεν σε κάνει πιο ικανό. Σε κάνει πιο ακριβή. Πιο λιτό. Πιο αργό. Μια γνώση που δεν σε βοηθά να απαντάς, αλλά να διακρίνεις πότε δεν πρέπει να απαντήσεις. Αυτή η γνώση δεν έχει αγορά. Δεν έχει πιστοποίηση. Δεν έχει κοινό. Και γι’ αυτό έχει βάθος. Όσο προχωράς, θα το καταλαβαίνεις: ο κόσμος δεν πάσχει από έλλειψη ιδεών, αλλά από έλλειψη ανθρώπων που αντέχουν τις συνέπειες των ιδεών τους. Όλοι μιλούν, λίγοι μένουν. Όλοι τοποθετούνται, ελάχιστοι ριζώνουν σε αυτό που λένε. Και τότε εμφανίζεται ο έρωτας. Όχι ως ρομαντική υπόσχεση. Όχι ως συναισθηματικό επεισόδιο. Αλλά ως διακοπή. Ο έρωτας διακόπτει τη γραμμικότητα της ζωής. Σε αναγκάζει να επαναδιαπραγματευτείς τον χρόνο σου, το σώμα σου, τη σιωπή σου. Δεν έρχεται για να σε συμπληρώσει. Έρχεται για να σε ξεγυμνώσει. Να δεις τι κουβαλάς πραγματικά. Τι μπορείς να δώσεις χωρίς να εξαφανιστείς. Τι μπορείς να δεχτείς χωρίς να υποταχθείς. Ο έρωτας δεν είναι ασφαλής. Και γι’ αυτό τον εξευτελίζουν. Τον κάνουν εικόνα, αφήγημα, εμπειρία προς κατανάλωση. Αλλά όταν είναι αληθινός, δεν σε κάνει πιο ευτυχισμένο. Σε κάνει πιο υπεύθυνο. Και η ευθύνη είναι το πιο πολιτικό πράγμα που υπάρχει. Γιατί ένας άνθρωπος που έμαθε να αγαπά χωρίς εφεδρείες, δεν κυβερνιέται εύκολα. Δεν αντικαθιστά εύκολα. Δεν αποσύρεται αθόρυβα. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, χωρίς να το έχεις σχεδιάσει, αρχίζεις να σκέφτεσαι τη διάρκεια. Όχι με όρους φιλοδοξίας, αλλά με όρους αντοχής. Πόσο αντέχεται μια ζωή που είναι μόνο δική σου; Πόσο αντέχεται ένας εαυτός που δεν μοιράζεται; Και τότε, σχεδόν αμήχανα, εμφανίζεται η σκέψη της οικογένειας. Όχι ως ιδανικό. Όχι ως υποχρέωση. Αλλά ως βάρος που δεν φεύγει εύκολα από το τραπέζι. Η οικογένεια δεν είναι απάντηση. Είναι ερώτημα με σάρκα. Σε βάζει μπροστά σε κάτι που δεν λειτουργεί με βάση τη βούλησή σου. Σε φέρνει αντιμέτωπο με την επανάληψη, τη φθορά, τη συγχώρηση, τη μικρή καθημερινή αποτυχία. Δεν σε δικαιώνει. Σε δοκιμάζει. Και γι’ αυτό την αποφεύγουν. Γιατί απαιτεί παραμονή. Και η παραμονή είναι αντίθετη με τον τρόπο που έχουμε μάθει να υπάρχουμε: πάντα έτοιμοι να φύγουμε, πάντα με μια έξοδο κινδύνου ανοιχτή. Η οικογένεια, σε όποια μορφή, δεν είναι καταφύγιο. Είναι σχολείο απώλειας και συνέχειας μαζί. Σε μαθαίνει ότι ο χρόνος δεν είναι ατομικός. Ότι η ζωή δεν είναι μόνο δική σου. Ότι η ελευθερία χωρίς δεσμό καταλήγει κενή. Και εδώ, σιωπηλά, μπαίνει η θεολογία. Όχι ως λόγος περί Θεού, αλλά ως λόγος περί ορίου. Περί προσώπου. Περί σχέσης που δεν εξαντλείται στη χρησιμότητα. Η θεολογία, όταν δεν γίνεται εξουσία, είναι μνήμη ότι ο άνθρωπος δεν είναι πράγμα. Και αυτή η μνήμη είναι επικίνδυνη. Γιατί αντιστέκεται σε κάθε σύστημα που θέλει να σε κάνει διαχειρίσιμο. Ο θάνατος, τέλος, δεν έρχεται σαν απειλή. Έρχεται σαν έλεγχος. Ό,τι δεν αντέχει να σταθεί μπροστά του, είναι ήδη ψέμα. Ό,τι φοβάται να τον σκεφτεί, ζει ήδη συρρικνωμένο. Δεν σου γράφω για να σου πω πώς να ζήσεις. Σου γράφω γιατί δεν αντέχω έναν κόσμο γεμάτο ανθρώπους που έζησαν χωρίς να εμπλακούν πραγματικά. Αν κάτι μείνει από αυτή την επιστολή, ας είναι μόνο αυτό: η ζωή δεν ζητά εξυπνάδα, ζητά παρουσία. Δεν ζητά ταχύτητα, ζητά βάρος. Δεν ζητά να την περάσεις, ζητά να τη σηκώσεις. Και αυτό δεν γίνεται χωρίς ρωγμές. Ούτε χωρίς αγάπη. Ούτε χωρίς χρόνο.
*Εικόνα pexels
