Parallax View

Συμφωνικό οδοιπορικό: Μεγαλειώδης Μπρούκνερ στο Αββαείο τού Έμπραχ!

Ο Γιώργος Μαρκογιαννόπουλος σχολιάζει τη συναυλία με την πολυαναμενόμενη εκτέλεση της Όγδοης Συμφωνίας (1887) τού μέγιστου Αυστριακού συνθέτη Άντον Μπρούκνερ

Parallaxi
συμφωνικό-οδοιπορικό-μεγαλειώδης-μπ-1369064
Parallaxi

Λέξεις: Γιώργος Μαρκογιαννόπουλος

Μία δίχως άλλο μεγαλειώδη συναυλία παρακολούθησαν όσοι είχαν την τύχη να βρεθούν στις 20.7.2025 στο Αββαείο τού Έμπραχ για την πολυαναμενόμενη εκτέλεση της Όγδοης Συμφωνίας (1887) τού μέγιστου Αυστριακού συνθέτη Άντον Μπρούκνερ από τον πολύπειρο Γερμανό αρχιμουσικό Γκερντ Σάλερ και την ορχήστρα του, την Φιλαρμόνια Φεστίβα. Αυτή η αξέχαστη συναυλία έλαβε χώρα στο πλαίσιο του Θερινού Μουσικού Φεστιβάλ τού Έμπραχ, που διοργανώνεται επί τριανταπέντε χρόνια με πρωτοβουλία τού μαέστρου Σάλερ στη μικρή αυτή πόλη της άνω Βαυαρίας, πλησίον της Νυρεμβέργης. Από τη Νυρεμβέργη, όπου καταφθάσαμε σιδηροδρομικώς από το Μόναχο, μάς παρέλαβαν και, μαζί με άλλους φανατικούς Μπρουκνέρειους, μας μετέφεραν οδικώς στο Αββαείο τού Έμπραχ, όπως το είχε άριστα προγραμματίσει ο συντονιστής τού Φεστιβάλ Δρ. Γενς Ρέντερ.

Κατά την άφιξή μας, το πρωί της Κυριακής, η υποδοχή που μας επιφύλαξαν -τόσο ο μαέστρος όσο και οι συνεργάτες του- υπήρξε θερμότατη: ευθύς μας ξενάγησαν και μας οδήγησαν στον χώρο τού μεγαλειώδους Αββαείου, που δεσπόζει στη μικρή πόλη ως ένα καλοδιατηρημένο αρχιτεκτονικό μεγαλούργημα του δέκατου τρίτου αιώνα. Εντυπωσιακός τόσο σε μέγεθος όσο και κομψότητα, ο καθεδρικός κοσμείται από υπέροχα γλυπτά, αγιογραφίες και ένα γιγάντιο βιτρό σε σχήμα ρόδου, το οποίο βρίσκεται όπισθεν ενός από τα -άκουσον- τρία εκκλησιαστικά όργανα που διαθέτει ο ναός! Στις δώδεκα το μεσημέρι, και κατόπιν μιας σύντομης περιήγησης, καθίσαμε για να ακούσουμε τη γενική πρόβα πριν τη συναυλία, κατά την οποία η Ορχήστρα υπό τον Σάλερ έπαιξε ολόκληρη τη Συμφωνία, παραλείποντας μόνο την επανάληψη του δεύτερου μέρους.

Η μαγική ατμόσφαιρα που δημιουργούσε η εκπληκτικής ποιότητας ακουστική τού χώρου, με την έντονη και παρατεταμένη αντήχηση, υπήρξε η πλέον κατάλληλη για να φιλοξενήσει μία προσεγμένη -όπως φάνηκε- ερμηνεία, γεννώντας προσδοκίες και προσμονή για την «επίσημη» δεύτερη (εντός μιας μέρας!) ακρόαση τού συμφωνικού αυτού αριστουργήματος. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι τόσο οι πρόβες όσο και η τελική συναυλία ηχογραφήθηκαν από ηχολήπτες της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, προκειμένου να κυκλοφορήσει σε δισκογράφημα (CD) η εκτέλεση αυτής της βερσιόν «1887» της Συμφωνίας αρ. 8 τού Μπρούκνερ, ολοκληρώνοντας έτσι έναν μαραθώνιο, που ξεκίνησε ο Γκερντ Σάλλερ, ηχογράφησης όλων των εκδοχών των Συμφωνιών τού Αυστριακού συνθέτη, με αφορμή τα διακόσια χρόνια από τη γέννησή του (1824-2024).

Όπως είναι γνωστό στους φίλους της μπρουκνέρειας δημιουργίας, ο κορυφαίος Αυστριακός συμφωνιστής είχε την τάση, υπό ποικίλες επιρροές, να αναθεωρεί και να τροποποιεί τακτικά τα έργα του, αφήνοντας έτσι διαφορετικές εκδοχές της ίδιας Συμφωνίας, οι οποίες έχουν έκτοτε αποτελέσει σημείο λατρείας, συζητήσεων αλλά και διαφωνιών μεταξύ των φανατικών μουσικόφιλων. Στα καθ’ ημάς, η γιγαντιαίας, κοσμικής σύλληψης Συμφωνία αρ.8 σε ντο ελάσσονα τού Άντον Μπρούκνερ διαθέτει δύο βερσιόν: την πρώιμη τού 1887 και τη δεύτερη, αισθητά πιο ραφιναρισμένη και τελειοποιημένη, τού 1890, η οποία είναι και αυτή που εκτελείται κατά κόρον στις συναυλιακές αίθουσες, για τον λόγο ακριβώς ότι θεωρείται δικαίως το τελικό προϊόν.

Η διάκριση μεταξύ των δύο εκδοχών είναι ευκρινής για έναν έμπειρο μουσικόφιλο, που έχει ακούσει εκάστη αρκετές φορές και μπορεί σχετικά εύκολα να εντοπίσει τις μικρές και τις μεγάλες διαφορές στα μέρη τού έργου, του οποίου πάντως και οι δύο εκδοχές -πέρα από όποιες προτιμήσεις- διατηρούν μία μοναδική γοητεία. Παρά, λοιπόν, την γενική επικράτηση της δεύτερης τελικής εκδοχής, διατηρούμε μεγάλη οικειότητα και με την σπανίως εκτελούμενη πρώτη εκδοχή τού 1887, καθώς είχαμε την τύχη να την ακούσουμε πέρυσι (15.9.2024), σε μία μνημειώδη συναυλία που έλαβε χώρα στο Αββαείο τού Royaumont, υπό τον Φιλίπ Ερβέγκ και την Ορχήστρα των Ηλυσίων Πεδίων σε όργανα εποχής! Έχουμε, λοιπόν, ένα πολύ καλό μέτρο σύγκρισης, εκτός από τις περιορισμένες ηχογραφήσεις, και από την ζωντανή ακρόαση της σπάνιας πρώτης εκδοχής, ένεκα της παρακολούθησης αυτής της σπουδαίας και πραγματικά αξέχαστης συναυλίας…

Προετοιμαζόμενοι, έτσι, για την παρακολούθηση μιας δεύτερης αξέχαστης συναυλίας και τη συλλογή μίας μοναδικής ακόμη εμπειρίας, προσήλθαμε στον ιερό χώρο, έπειτα από ένα σύντομο μεσημεριανό περίπατο, στις πέντε το απόγευμα για το μεγάλο γεγονός αυτής της -κατά έναν τρόπο- μεγάλης και ιδιαίτερης Κυριακής. Στο Αββαείο τού Έμπραχ προσέρχονταν αθρόα με αυτοκίνητα μελομανείς από τα γύρω χωριά και τις πόλεις, τη Νυρεμβέργη, ενδεδυμένοι με ωραία ρούχα, πολύχρωμες γραβάτες και τα χαρακτηριστικά πρασινωπά βαυαρικά σακάκια, με τα ιδιαίτερα πέτα και τα χρυσά κουμπιά. Φίλοι, επίσης, και συγγενείς τού μαέστρου Σάλλερ δημιουργούσαν γύρω από το Αββαείο μια ζεστή, φιλική και βαθιά οικογενειακή ατμόσφαιρα, ένα ευχάριστο κοινό που είχε έρθει για να απολαύσει την εκτέλεση του συμφωνικού μεγαλουργήματος τού Μπρούκνερ από τον Σάλερ και τη Φιλαρμόνια Φεστίβα.

Η ορχήστρα αυτή, την οποίαν ίδρυσε ο Γερμανός μαέστρος για τους σκοπούς τού φεστιβάλ, συνέρχεται ετησίως και απαρτίζεται από μέλη διαφόρων Γερμανικών ορχηστρών από βαυαρικές κυρίως πόλεις, όπως από τη Φιλαρμονική τού Μονάχου, αλλά και από βορειότερα, όπως το Βισμπάντεν. Αυτό σημαίνει ότι από τις τόσες ορχήστρες που υπάρχουν στη γερμανική επικράτεια προσέρχονται εκλεκτοί μουσικοί που έχουν τις δυνατότητες αλλά κυρίως την όρεξη να παίξουν τη μουσική τού Μπρούκνερ. Μετά από τις πολλές κουραστικές παρενθέσεις, βρήκαμε τη θέση μας στον χώρο τού ναού και καθίσαμε προ της σκηνής, σε κάποια πλάγια δρύινα έδρανα-στασίδια, αναμένοντας από καθέδρας (στην κυριολεξία!) την έναρξη της συναυλίας.

Την ευλαβική ησυχία σύντομα διέκοψαν οι πρώτες σκοτεινές νότες τού εναρκτήριου θέματος από τα έγχορδα, με εξαιρετικά παχύρευστο, χορταστικό ήχο από τα κόντρα-μπάσα και καλό συντονισμό μεταξύ των βιολιών. Οι καίριες παρεμβάσεις τού κόρνου όσο και των πράγματι διάφανων ξύλινων πνευστών της ορχήστρας πέτυχαν από την αρχή να δημιουργήσουν το απαιτούμενο ερεβώδες και μυστηριώδες κλίμα, σαν μια περιπλάνηση στα έγκατα της γης, που έπειτα κατασταλάζει σε κλιμακώσεις ηφαιστειακών εκρήξεων, με τις συγχορδίες των χάλκινων πνευστών, που τόσο ωραία και εκστατικά απέδωσαν. Η καλή πλαστικότητα στις βιόλες και τα βιολοντσέλα, που αποτύπωσαν γλαφυρά τις ατέρμονες περιπλανήσεις στη μορφοποίηση του πρώτου θέματος, συνοδεύτηκαν από τις εκφραστικά γλαφυρότατες και τεχνικά αρτιότατες απαντήσεις του κλαρινέτου και του όμποε.

Οι αινιγματικές αποκρίσεις των ξύλινων, με προεξάρχον το φλάουτο, ξεδίπλωσαν το μεγαλειώδες τρίτο θέμα: σαν ένας πελώριος καθεδρικός η αρχιτεκτονική του δομή, βασισμένη σε τρίηχα, παρουσιάστηκε πειστικά και -όπως πρέπει- αργόσυρτα από την ορχήστρα, ώστε να αναδειχθεί ευκρινώς αυτό το μεγαλοφυές τριγωνικό continuum των χάλκινων πνευστών. Η συμφωνική αφήγηση, την οποίαν όμορφα διαμόρφωνε ο Σάλλερ, οδήγησε σε απανωτές διονυσιακές, αλλά πάντα επιμελείς κλιμακώσεις, στις οποίες η συμμετοχή των τυμπάνων αποδείχθηκε κρίσιμη και απολύτως ικανοποιητική, προσδίδοντας έκτακτο και έντονο παλμό. Η τελική κορύφωση, προς την coda του πρώτου μέρους, αποδόθηκε σε όλο της το επικό μέγεθος: το ύστατο tutti αποτέλεσε πραγματική γιορτή πλοκής όλων των χρωμάτων της ορχήστρας, η οποία όμως ξαφνικά και μαεστρικά αποκόπηκε αφήνοντας μόνες τις τρομπέτες να σαλπίζουν ακάλυπτες σε fortissimo το ακόρντο τού θέματος, δημιουργώντας μία δίχως άλλο μυσταγωγική στιγμή!

Ο τυφώνας καταλαγιάζει με τη σύνοψη και επανέκθεση από τα έγχορδα τού αρχικού πρώτου θέματος, ακολουθώντας τη φόρμα της σονάτας και καταλήγοντας πάλι στο μυστηριώδες αυτό σημείο εκκίνησης. Το δεύτερο μέρος, ένα εκπληκτικό σκέρτσο, αποδόθηκε ευχάριστα αλλά πάντως όχι εξαιρετικά: το τέμπο που ακολουθήθηκε ήταν ως επί το πλείστον κλασικό, ασφαλές και αρκούντως ικανοποιητικό, εντούτοις η άρθρωση των εγχόρδων ήταν κάπως πλαδαρή και απουσίαζε η αναγκαία σπίθα, σπιρτάδα και ετοιμότητα για την απόδοση των τριών τετάρτων τού ρυθμού. Σίγουρα σε αυτό δεν βοήθησε και η ακουστική, η αντήχηση της οποίας είναι δίκοπο μαχαίρι, καθώς σε ορισμένα σημεία (ιδίως στα tutti) δημιουργούσε θολούρα αναφορικά με την ανάδειξη της δομής και της πλοκής των ορχηστρικών συνεισφορών. Παρά, όμως, την κάποια έλλειψη παλμού, οι τρομπέτες και τα τύμπανα διατήρησαν την καλή τους φόρμα, ώστε οι επιδόσεις τους να επισκιάσουν αυτές των υπολοίπων οργάνων, που ήσαν αποτραβηγμένα από την κεντρική δράση και απλώς ακολουθούσαν -δεν διαμόρφωναν- την κύρια δραματουργία. Το αντάτζιο, από την άλλη, ήχησε μεγαλόπνοο, με ωραίο φραζάρισμα και έντονα δραματικά πασάζ από τα έγχορδα, από τα οποία ο Σάλλερ εκμαίευσε ωραία χρώματα, συντονισμένη κίνηση και λυρική απόδοση των φωτοσκιάσεων της συμφωνικής γραφής. Οι αέρινες συνεισφορές της άρπας, ο καλός χειρισμός των δυναμικών από τα βιολιά, τα μελετημένα pianissimi, δημιουργούσαν όλα σε συνδυασμό ένα ειδυλλιακό ηχοτοπίο και μία αφήγηση, που έρεε σαν το γάργαρο νερό. Εδώ η ακουστική στάθηκε προς όφελος της ορχήστρας καθώς δεν καπέλωνε, αλλά ενίσχυε τον δραματικό και μεταφυσικό χαρακτήρα της μουσικής, συνεισφέροντας στη δημιουργία έντονα ατμοσφαιρικών εξάρσεων.

Μία από τις διαφορές που παρατηρούνται είναι ότι το ημίωρης διάρκειας αντάτζιο της βερσιόν τού 1887 περιλαμβάνει έξι κτυπήματα τού κυμβάλου, σε αντίθεση με τα μειωμένα σε δύο κτυπήματα της βερσιόν τού 1890, ενώ σημαντικές διαφορές παρατηρούνται και μεταξύ των εκδόσεων των επιμελητών Λέοπολντ Νόβακ και Ρόμπερτ Χάας. Το φινάλε «Feierlich, nicht schnell», που ανοίγει με το γνωστό κρεσέντο στα έγχορδα, ξεσπά σε ένα χορωδιακό χάλκινων πνευστών, το οποίο αποδόθηκε με τη δέουσα ενέργεια και με ωστικό παλμό από τα ραπίσματα των τυμπάνων, ανάμεσα στις σύντομες παύσεις. Ικανοποιητικά υπήρξαν και τα περάσματα του κλαρινέτου, το οποίο έτσι ξεχώρισε μεταξύ των διαρκών αναζητήσεων των βιολιών, που κάλπαζαν και κατεύθυναν, εδώ, υπό τον Σάλλερ τη συμφωνική αφήγηση, ιδίως στο εμβατηριακής υφής τρίτο θέμα τού φινάλε. Τα χάλκινα κεντάνε με τις συνεισφορές τους ένα ηχοχρωματικά οργιαστικό ακρόαμα, που χαρακτηρίζεται από τις διακυμάνσεις στις δυναμικές και τις διαρκείς εναλλαγές των διαθέσεων.

Η ορχήστρα, έχοντας υπερβεί την πρώτη κορυφή, βγαίνει στο ξέφωτο και επιχειρεί την τελική ανάβαση προς το συμφωνικό Έβερεστ: η επανάληψη του εναρκτήριου κρεσέντου οδηγεί σε ξεσπάσματα απύθμενης έντασης και διονυσιακής μέθης, με καίρια τη συνδρομή των τυμπάνων και των τρομπονιών, που με ακρίβεια -αλλά και συναισθηματική έξαρση- παιανίζουν το βασικό θέμα. Η θύελλα στιγμιαία καταλαγιάζει, με τα βιολιά και τα κόρνα να βρίσκονται, υπό τον υπόκωφο κτύπο των τυμπάνων, σε θέση ετοιμότητας ώστε να αναδυθούν σταδιακά από τα ήρεμα νερά, να περάσουν με αυξανόμενη ένταση τη στρατόσφαιρα, να αγγίξουν με την ύστατη κλιμακωτή ανάβαση τα αστέρια, και με το ξαφνικό, γοργό τελικό ακόρντο να σβήσουν στην αντήχηση τού ναού…

Το κοσμικό ταξίδι με θέρμη επιδοκίμασε και χειροκρότησε το ντόπιο κοινό, επευφημώντας τον μαέστρο Σάλλερ και όλα ξεχωριστά τα μέλη της υπέροχης ορχήστρας του. Τη συναυλία ακολούθησε ένα ωραίο τραπέζι στον μοναδικό ξενώνα που διαθέτει η πόλη, με τον μαέστρο Σάλλερ και πολλούς εκλεκτούς φίλους, να ανταλλάσσουμε απόψεις μέχρι αργά για τις διαφορετικές εκδοχές και ερμηνείες των συμφωνιών τού Μπρούκνερ, κι όχι μόνο…

*Ο  Γιώργος Μαρκογιαννόπουλος είναι Κριτικός μουσικής, μέλος ΕΕΘΜΚ

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα