Τα Παιδιά μετά τη Γυναικοκτονία
Τα παιδιά που επιβιώνουν δεν είναι «παράπλευρες απώλειες» ενός εγκλήματος. Είναι άμεσα θύματα μιας ακραίας μορφής βίας
Λέξεις: Μαριάννα Αναγνωστοπούλου
Εικόνα: unsplash
Όταν μια γυναίκα δολοφονείται από τον σύζυγο ή τον σύντροφό της, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στο έγκλημα, στον δράστη και στο θύμα.
Συχνά όμως παραμένουν αόρατα τα παιδιά που μένουν πίσω. Παιδιά που δεν χάνουν μόνο τη μητέρα τους, αλλά καλούνται να συνεχίσουν τη ζωή τους μετά από μια βαθιά ανατροπή της οικογενειακής, κοινωνικής και συναισθηματικής τους πραγματικότητας.
Η απώλεια ενός γονέα αποτελεί ιδιαίτερα δύσκολη εμπειρία για ένα παιδί, καθώς επηρεάζει τη συναισθηματική του ζωή, την καθημερινότητα, την αίσθηση ασφάλειας και τις σχέσεις του. Όταν, όμως, η απώλεια είναι βίαιη και συνδέεται με γεγονότα που εκτυλίσσονται μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, το πένθος γίνεται ακόμη πιο σύνθετο, επειδή διαταράσσονται οι δεσμοί, οι ρόλοι και οι βεβαιότητες της ζωής του παιδιού.
Μια ακραία μορφή τέτοιας απώλειας είναι η γυναικοκτονία, η οποία δεν στερεί μόνο τη ζωή μιας γυναίκας, αλλά μεταβάλλει ριζικά και τη ζωή των παιδιών της, κλονίζοντας την πεποίθησή τους ότι το σπίτι και οι κοντινές σχέσεις αποτελούν ασφαλή καταφύγια. Στις περιπτώσεις όπου δράστης είναι ο πατέρας, τα παιδιά στερούνται ουσιαστικά και τους δύο γονείς, αφού η μητέρα δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, ενώ ο πατέρας μπορεί να οδηγηθεί στη φυλακή, να θέσει τέλος στη ζωή του ή να απομακρυνθεί οριστικά.
Στην πραγματικότητα, πολλά από αυτά τα παιδιά βιώνουν μια «διπλή ορφάνια».
Χάνουν τη μητέρα τους ως θύμα της βίας και ταυτόχρονα χάνουν τον πατέρα τους ως διαθέσιμο γονέα, είτε επειδή βρίσκεται στη φυλακή, είτε επειδή αυτοκτόνησε, είτε επειδή απομακρύνεται οριστικά από τη ζωή τους.
Σύμφωνα με διεθνείς εκτιμήσεις, έως και 55.000 παιδιά κάθε χρόνο χάνουν έναν γονέα εξαιτίας ανθρωποκτονίας μεταξύ συντρόφων ή συζύγων, ενώ μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο υπολογίζεται ότι περίπου 3.300 παιδιά επηρεάζονται ετησίως από γυναικοκτονίες. Παρότι τα περιστατικά αυτά θεωρούνται σχετικά σπάνια, ο αριθμός των παιδιών που επηρεάζονται δεν είναι καθόλου αμελητέος και παραμένει σε μεγάλο βαθμό υποκαταγεγραμμένος.
Ένα πένθος σύνθετο
Το παιδί δεν καλείται μόνο να αποδεχθεί ότι η μητέρα του δεν θα επιστρέψει, αλλά και να κατανοήσει ότι η απουσία της συνδέεται με τις πράξεις ενός ανθρώπου τον οποίο ενδέχεται να αγαπούσε, να εμπιστευόταν και να είχε ανάγκη.
Δημιουργείται έτσι ένα δύσκολο συναισθηματικό τοπίο, όπου η θλίψη, ο φόβος, ο θυμός, η σύγχυση, η νοσταλγία και οι ενοχές μπορεί να συνυπάρχουν. Ανάλογα με την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο, μπορεί να εμφανιστούν εφιάλτες, άγχος αποχωρισμού, ευερεθιστότητα, δυσκολίες συγκέντρωσης, σωματικά ενοχλήματα ή αποφυγή προσώπων, χώρων και συζητήσεων που θυμίζουν το γεγονός (Alvis et al., 2023).
Για ορισμένα παιδιά, το τραύμα επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο επειδή υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της δολοφονίας ή των επακόλουθων γεγονότων. Άλλα ήταν εκείνα που κάλεσαν τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, βρέθηκαν αντιμέτωπα με τη σύλληψη του πατέρα ή έγιναν μάρτυρες της αυτοκτονίας του δράστη. Η έκθεση σε τέτοιες εμπειρίες συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης μετατραυματικού στρες και παρατεταμένου πένθους, ενώ επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο το παιδί αντιλαμβάνεται την ασφάλεια, τις σχέσεις και τον κόσμο γύρω του.
Ιδιαίτερα επώδυνη είναι και η συναισθηματική σύγκρουση που συχνά βιώνουν τα παιδιά αυτά. Από τη μία πλευρά θρηνούν τη μητέρα τους και από την άλλη καλούνται να διαχειριστούν τη σχέση τους με τον πατέρα, ο οποίος μπορεί να είναι ταυτόχρονα ο δράστης του εγκλήματος. Η συνύπαρξη αγάπης, θυμού, ενοχής, φόβου και σύγχυσης δημιουργεί ένα εξαιρετικά περίπλοκο ψυχολογικό φορτίο, το οποίο συχνά παραμένει αθέατο στους γύρω τους.
Η ανατροπή της καθημερινότητας και των σχέσεων
Η απώλεια της μητέρας συνοδεύεται συχνά από αιφνίδιες αλλαγές, καθώς το παιδί μπορεί να χρειαστεί να εγκαταλείψει το σπίτι του, να αλλάξει σχολείο, να ζήσει με συγγενείς ή σε άλλο πλαίσιο φροντίδας και, ορισμένες φορές, να αποχωριστεί τα αδέλφια του. Παράλληλα, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπο με δικαστικές διαδικασίες, οικογενειακές συγκρούσεις, κοινωνικό στιγματισμό και δημόσια έκθεση της υπόθεσης.
Ιδιαίτερα βαθιές μπορεί να είναι και οι δυσκολίες εμπιστοσύνης, αφού, όταν το πρόσωπο που όφειλε να προστατεύει το παιδί γίνεται εκείνο που προκαλεί τη βίαιη ανατροπή της ζωής του, κλονίζεται η πεποίθηση ότι οι κοντινές σχέσεις είναι ασφαλείς. Η βίαιη γονεϊκή απώλεια έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο ψυχικών δυσκολιών, κοινωνικής απομόνωσης και προβλημάτων στην εκπαιδευτική πορεία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλα τα παιδιά θα ακολουθήσουν την ίδια διαδρομή (Burrell et al., 2021).
Πέρα από την αρχική τραυματική εμπειρία, πολλά παιδιά έρχονται αντιμέτωπα με δευτερογενείς μορφές τραυματισμού. Η συνεχής προβολή της υπόθεσης στα μέσα ενημέρωσης, οι συζητήσεις στο κοινωνικό περιβάλλον, η δημοσιοποίηση προσωπικών στοιχείων και η επαναλαμβανόμενη έκθεση στις λεπτομέρειες του εγκλήματος μπορούν να αναζωπυρώνουν το τραύμα και να δυσχεραίνουν τη διαδικασία προσαρμογής και πένθους.
Η βιβλιογραφία δείχνει ότι τα παιδιά που επιβιώνουν γυναικοκτονιών μπορεί να εμφανίσουν ένα ευρύ φάσμα δυσκολιών: φόβο, άγχος, εφιάλτες, επαναβιώσεις του γεγονότος, συναισθηματική αποστασιοποίηση, αισθήματα ενοχής, προβλήματα ύπνου, δυσκολίες συγκέντρωσης και μαθησιακές δυσκολίες. Παράλληλα, συχνά αντιμετωπίζουν δυσκολίες στις σχέσεις εμπιστοσύνης, κοινωνική απόσυρση, στιγματισμό και δυσκολίες προσαρμογής στο σχολικό περιβάλλον. Σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφονται ακόμη και σωματικά συμπτώματα, όπως πονοκέφαλοι, στομαχόπονοι, διαταραχές της όρεξης ή άλλες ψυχοσωματικές εκδηλώσεις.
Τα αόρατα θύματα
Παρά τη σοβαρότητα των επιπτώσεων, τα παιδιά αυτά συχνά παραμένουν αόρατα στον δημόσιο λόγο. Τα παιδιά εμφανίζονται συχνά ως μια σύντομη αναφορά στο τέλος ενός ρεπορτάζ ή ως στοιχείο συναισθηματικής φόρτισης της είδησης, χωρίς να αναγνωρίζονται ως άμεσα θύματα με δικαιώματα, ανάγκες και μακροχρόνιες συνέπειες από το τραύμα που βίωσαν. Αυτή η αορατότητα δεν είναι μόνο επικοινωνιακό πρόβλημα. Επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται τις ανάγκες τους, τη διαμόρφωση πολιτικών προστασίας και την ανάπτυξη εξειδικευμένων παρεμβάσεων υποστήριξης.
Η ανάγκη για μακροχρόνια υποστήριξη
Η εξειδικευμένη ψυχολογική υποστήριξη μπορεί να βοηθήσει το παιδί να επεξεργαστεί το τραυματικό γεγονός, να αναγνωρίσει και να εκφράσει τα συναισθήματά του χωρίς φόβο ή ντροπή, ενώ παρεμβάσεις προσαρμοσμένες στο παρατεταμένο πένθος έχουν φανεί αποτελεσματικές στη μείωση συμπτωμάτων μετατραυματικού στρες, κατάθλιψης και έντονης θλίψης (Boelen et al., 2021).
Ωστόσο, η υποστήριξη αυτών των παιδιών δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις πρώτες εβδομάδες μετά το γεγονός. Οι ανάγκες τους συχνά εκτείνονται σε βάθος πολλών ετών και αφορούν την ψυχική υγεία, την εκπαίδευση, τη σταθερότητα της φροντίδας, την κοινωνική ένταξη και την οικονομική ασφάλεια. Απαιτείται επομένως μια ολιστική και μακροχρόνια προσέγγιση που θα συνδέει τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, την παιδική προστασία, το σχολείο, τη δικαιοσύνη και την κοινότητα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η στήριξη των συγγενών που αναλαμβάνουν τη φροντίδα των παιδιών, συχνότερα των παππούδων και των γιαγιάδων. Οι άνθρωποι αυτοί καλούνται συχνά να διαχειριστούν ταυτόχρονα το δικό τους πένθος για την απώλεια της κόρης τους και τις αυξημένες ανάγκες ενός παιδιού που έχει βιώσει ένα εξαιρετικά τραυματικό γεγονός. Κλείνοντας, το τραύμα μιας τέτοιας απώλειας δεν εξαφανίζεται με απλό ή γραμμικό τρόπο, μπορεί όμως να επουλωθεί και να ενσωματωθεί σταδιακά στη ζωή του παιδιού, όταν γύρω του υπάρχουν σταθερές σχέσεις, άνθρωποι που μπορούν να ακούσουν την ιστορία του χωρίς να το κρίνουν και ένα συνεπές δίκτυο φροντίδας που παραμένει παρόν όχι μόνο στις πρώτες ημέρες, αλλά και στα επόμενα χρόνια.
Τα παιδιά που επιβιώνουν μιας γυναικοκτονίας δεν είναι «παράπλευρες απώλειες» ενός εγκλήματος. Είναι άμεσα θύματα μιας ακραίας μορφής βίας και δικαιούνται να αναγνωρίζονται, να προστατεύονται και να υποστηρίζονται με τρόπο συστηματικό και μακροπρόθεσμο. Η πραγματική αντιμετώπιση της γυναικοκτονίας δεν ολοκληρώνεται με την καταδίκη του δράστη ολοκληρώνεται όταν η κοινωνία φροντίζει ουσιαστικά τα παιδιά που μένουν πίσω.
*Η Μαριάννα Αναγνωστοπούλου ψυχολόγος ΙΑΣΙΣ

Βιβλιογραφία
Alvis, L., Zhang, N., Sandler, I. N., & Kaplow, J. B. (2023). Developmental manifestations of grief in children and adolescents: Caregivers as key grief facilitators. Journal of Child & Adolescent Trauma, 16(2), 447–457.
Boelen, P. A., Lenferink, L. I. M., & Spuij, M. (2021). CBT for prolonged grief in children and adolescents: A randomized clinical trial. American Journal of Psychiatry, 178(4), 294–304.
Burrell, L. V., Mehlum, L., & Qin, P. (2021). Co-occurrence of psychosocial sequelae in bereaved offspring. Journal of Affective Disorders, 283, 325–328.



