Parallax View

Τα «Τραγούδια των εξόριστων της Λέρου 1967-1971» και ο Κυριάκος (Κούλης) Υψηλάντης

Λίγες σκέψεις μετά από την συνάντηση-συζήτηση με τον Κυριάκο Υψηλάντη, με αφορμή τη μνήμη μιας δικτατορίας και την κυκλοφορία των τραγουδιών σε βιβλίο-cd (2026)

Γιάννης Τσολακίδης
τα-τραγούδια-των-εξόριστων-της-λέρου-19-1465135
Γιάννης Τσολακίδης

Δεν τον λύγισε ο χρόνος. (Δεν τον λύγισαν ποτέ…). Ψηλός κι ευθυτενής. Ευγενής, συνεπής και σεμνός, προσέρχεται στη συμφωνημένη συνάντησή μας. Ο Κυριάκος, ο Κούλης, όπως τον φωνάζουν οι φίλοι, Υψηλάντης… Μόνο μετά, καθώς συζητάμε, κάποιες στιγμές, η φωνή κομπιάζει, το βλέμμα θέλει να ξεφύγει, να κοιτάξει επάνω και τα μάτια δακρύζουν. Ιδίως στη θύμηση του Χαλκίδη.

Παρατηρώ τα μάτια, αυτά τα λένε όλα… Πότε λυπούνται, πότε νοσταλγούν, πότε φωτίζονται, δεν θυμώνουν, όλα τα δείχνουν τα μάτια και, μέσα από μια σιωπηλή συμφωνία ότι ταιριάζουν οι ματιές μας, έγινε κι η συζήτηση…

Κρύβω όσο μπορώ, το δέος και τη δική μου συγκίνηση, που συνομιλώ και καταγράφω τα λόγια του… Οι μνήμες από μια δικτατορία, όσο και να περνούν χρόνια, δεν ξεχνιούνται κι ούτε πρέπει να ξεχνιούνται.

Για να μας υπενθυμίζουν πόσο πολύτιμο, ανεκτίμητο είναι το δημοκρατικό πολίτευμα αλλά και πόσο οφείλουμε να το προστατεύουμε και να το υπερασπιζόμαστε ιδίως αν κινδυνεύει να αποκτήσει χαρακτηριστικά καθεστωτικά. Και παρεκκλίνει σε αυταρχικές συμπεριφορές, αδικαιολόγητες νομικά απαγορεύσεις, συλλήψεις, παράνομες κρατήσεις και προφυλακίσεις, συστηματικές διώξεις, παρακολουθήσεις πολιτικών αντιπάλων, περιορισμό/ φίμωση της ελευθερίας έκφρασης, λογοκρισία ή/και έλεγχο των ΜΜΕ.

Είναι πολλά τα 59 χρόνια από την επιβολή της τελευταίας δικτατορίας στη χώρα μας, ευτυχώς… 52 αδιάλειπτα της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας.

Όχι για να ξεχάσουμε. Για θυμόμαστε και να ακολουθούμε Δρόμους Παλιούς που δε χαλάνε, δε χορταριάζουν ευτυχώς, ποτέ…

Η Μνήμη οξύνει τη σκέψη, και κυρίως αφυπνίζει, προκαλεί συνειδήσεις, για το ότι το σημερινό οικοδόμημα ελευθεριών και δικαιωμάτων οφείλεται σε τεράστιο μέρος στον αγώνα συνανθρώπων μας, στα δίσεκτα σκοτεινά χρόνια να υπερασπιστούν με την αντίστασή τους, ιδέες και για μια καλύτερη κοινωνία, ζωή με ίσα δικαιώματα στην εργασία και τον πλούτο, ίσες ευκαιρίες στη μόρφωση, για ισονομία, ισοπολιτεία, ελευθερία…

Οι «Δρόμοι Παλιοί» είναι αυτοί που βάδισαν οι ήρωες της περιπέτειας αυτών των τραγουδιών. Που δεν διεκδικούν δάφνες (ούτε καν τις …τελευταία κακόφημες πικροδάφνες!) καλλιτεχνικής αξίας. Παρ’ όλο που θα μπορούσαμε να τα δούμε κι έτσι, με ωραία, «τίμια» ζεϊμπέκικα,  νησιώτικους μπάλους, εμβατήρια και χασαποσέρβικα, λαμβάνοντας υπόψιν την εποχή που γράφονταν, τέλη δεκαετίας ’60. Ποια ήταν δηλαδή τα μουσικά ρεύματα, οι ήχοι, τα ακούσματα τότε.

Διεκδικούν απλά, επάξια το μερίδιό τους στην ιστορία της ακατάβλητης ανθρώπινης ανάγκης να κάνει τον «πόνο της χαρά», να σπείρει ελπίδα κι αισιοδοξία πάνω στη πέτρα, να γράψει λόγια και νότες με πεντάγραμμο το συρματόπλεγμα…

Ποια είναι όμως η ιστορία αυτών των τραγουδιών; Και του ανθρώπου που τα διέσωσε;

Η ιστορία ξεκινά από το μακρινό 1967. Τότε, λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα, στις 28 Απρίλη παραδίδεται για σύλληψη ο Κυριάκος Υψηλάντης. Φοιτητής του Φυσικού τμήματος του Α.Π.Θ. Νέο παιδί ακόμη, έχει γίνει στέλεχος της νεολαίας Λαμπράκη, γνωρίζεται και συνδέεται με στενή, συντροφική κι αλησμόνητη φιλία με τον δολοφονημένο από τη χούντα, Σεπτέμβρη του ’67, Γιάννη Χαλκίδη. Με τον οποίο πηγαίνουν σε εργοστάσια και τόπους δουλειάς, ιδίως όταν αλλάζουν οι βάρδιες, για να μοιράζουν ενημέρωση κι ελπίδες, για το μεροκάματο, τα δικαιώματά τους, τα συνδικάτα. Όταν γίνεται το πραξικόπημα, διαφεύγουν τη σύλληψη, αλλά τελικά ο ίδιος παραδίδεται λίγες μέρες αργότερα. Γιατί;

Ο τρόπος για να παραδοθεί ήταν το μήνυμα-εκβιασμός στην οικογένειά του «ή συλλαμβάνουμε τον ανήμπορο, ασθενή πατέρα του, ή τον ίδιο» Τι μοιραία επανάληψη, ιδέα για τραγωδία! Οι δικές του μνήμες ξεκινούν από το 1949… Παίρνουν τους γονείς του για εξορία, στέλνουν μήνυμα, «μη μείνει μόνο το παιδί, στείλτε το μαζί μας» πάει κι αυτός 6χρονος…εξορία!  Η πρώτη του εξορία.

1967, 28 Απρίλη κα φυλακίζεται στο Επταπύργιο. Μεταφέρεται στη Γυάρο, μετά ακολουθούν μετακινήσεις σε Λακκί, Γιάρο, Ωρωπό, πάλι Γυάρο, πάλι Λακκί, Παρθένι, τέλος Κύθηρα από όπου αποφυλακίζεται το 1971. Συλλαμβάνεται ξανά Φεβρουάριο του 1974 για διανομή του παράνομου «Ριζοσπάστη» μαζί με άλλους συναγωνιστές του και μετά από άγριο ξυλοδαρμό φυλακίζεται στις φυλακές Διαβατών, από εκεί βγαίνει με την πτώση της χούντας… Εν ολίγοις  στα 7 χρόνια της δικτατορίας, περνά τα 5 περίπου σε φυλακή και εξορία!…

Ενδιάμεσα λοιπόν, βρίσκεται στη Λέρο κι εκεί συναντιούνται οι Χρήστος Λουρεντζής, Νίκος Δαμίγος κι ο ίδιος, ανάμεσα σε εκατοντάδες ακόμη πολιτικούς εξόριστους. Εκεί, στο Λακκί έγραψαν και μελοποίησαν 16 τραγούδια που ηχογραφήθηκαν αργότερα, παράνομα στο Παρθένι, τέλη 1970- αρχές 1971, σε κασετόφωνο που τους έστειλε κρυφά ο επίσης κρατούμενος τότε Χαρίλαος Φλωράκης.

Στις ηχογραφήσεις εκείνες, δεν υπάρχει το ακορντεόν του, το όργανο που έμαθε να παίζει ο Υψηλάντης. Στο χειρόγραφο σημείωμα- γράμμα του Νίκου Δαμίγου υπάρχει η εξήγηση. Κρατούσε «τσίλιες» για να μην καταλάβουν οι φύλακες τί γινόταν. Κι όταν περνά ο φρουρός, διακόπτεται η ηχογράφηση!!!

Οι πρώτες αυτές ηχογραφήσεις σε κασέτα, έμελλαν να γίνουν το υλικό για μελλοντικές, αρκετά χρόνια αργότερα, παρουσιάσεις με διοργάνωση του ΣΦΕΑ (και πρωτοβουλίες κυρίως του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη μαζί με τον Υψηλάντη), συναυλίες σε Βαφοπούλειο, Αίθουσα Τελετών του ΑΠΘ, με μουσικούς πολλοί από τους οποίους συμμετέχουν στην τελευταία έκδοση, που τα οφείλει, πέρα από τους «παλαιούς» του ΣΦΕΑ, Υψηλάντη και Μηταφίδη, στην επιμέλεια παραγωγής των Νικόλα Καραγκούνη, Γιάννη Μαυρίδη, Δημήτρη Μυστακίδη.

Από εκείνες τις «επανεκτελέσεις» από το Βαφοπούλειο του 2011, κατόπιν από το ΑΠΘ, έπεσε το σπέρμα για να εκδοθεί αυτό το υλικό σε μια συγκεντρωμένη σύγχρονη μορφή. Οι πρώτοι συμμετέχοντες Δημήτρης Μυστακίδης και Παύλος Παφρανίδης, μαζί με τον Νικόλα Καραγκούνη περνούν στις νέες ηχογραφήσεις. Στο studio Cue του σπουδαίου ηχολήπτη Γιάννη Μαυρίδη.

Και προκύπτει, χρόνο με το χρόνο αυτό το αποτέλεσμα, με τη συμμετοχή συνολικά 15 ερμηνευτών, της Χορωδίας Λέρου, της χορωδίας studio και 11-12 μουσικών!

Όλοι οι τραγουδιστές κι οι μουσικοί, όλοι οι συντελεστές της ηχογράφησης αυτού του τελευταίου τόσο ωραίου, δείγματος τιμής και σεβασμού, δίσκου, συμμετείχαν αφιλοκερδώς.

Τον ρωτώ, αν μετανιώνει, καμιά φορά, για όσα στερήθηκε, «ούτε μια φορά» απαντά. Μου αφήνει το cd, αφήνει κι άλλα, για το ραδιόφωνο, για συναδέλφους για … να υπάρχει. Αποχαιρετιόμαστε και παίρνει το λεωφορείο της γραμμής για το σπίτι, να συναντήσει την υπέροχη οικογένεια του, που στάθηκε πάντα στο πλευρό του…

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα