The Opera! Arias for an Eclipse: «Δυστυχώς, μου άρεσε»
Το σκηνοθετικό ντουέτο της ταινίας, ο Πάολο Τζεπ Κούτσο και Νταβίντ Λίβερμορ, αντεπεξήλθε στην πρόκληση
Ήλπιζα στη σταδιοδρομία μου ως κριτικός κινηματογράφου να αποκτούσα κάποτε φήμη ως μια αδυσώπητη και αμείλικτη φιγούρα που, οπλισμένη με πένα πιο κοφτερή από ξίφος, θα κατέρριπτε κάθε λογής φεστιβαλικές δηθενιές. Δυστυχώς, το “The Opera! Arias For An Eclipse” μου άρεσε.
Ωστόσο, η προσωπική μου αδυναμία σε στυλιζαρισμένα ψηφιακά εφέ επ’ουδενί δεν συνεπάγεται καλή ταινία, καθώς το “Opera!” αποτελεί αλλοπρόσαλλο καλλιτεχνικό “πειραματισμό” που, στην προσπάθειά του να ανατρέψει και να συνομιλήσει μετακειμενικά με τα έργα όπερας που δίχως λεπτότητα αραδιάζει, επιδιώκοντας να φτιάξει ένα υβριδικό έργο το οποίο μπορεί μονάχα ως “jukebox όπερα” να χαρακτηριστεί, καταλήγει ασαφές ως προς την ιστορία που ήθελε να παρουσιάσει.
Πρόκειται για μεταφορά του κλασικού μύθου του Ορφέα, ο οποίος, μετά το θάνατο της αγαπημένης του Ευριδίκης, ταξιδεύει στον Κάτω Κόσμο για να ξανασμίξει μαζί της· μιλάμε για μια αφήγηση τόσο απλή και αρχετυπική, ούτως ώστε να χρειάζεται ιδιαίτερα αυτάρεσκη σκηνοθεσία για να κατακρεουργηθεί.
Ευτυχώς, το σκηνοθετικό ντουέτο της ταινίας, ο Πάολο Τζεπ Κούτσο και Νταβίντ Λίβερμορ, αντεπεξήλθε στην πρόκληση, καθώς, πλην των καθιερωμένων “γουστόζικων” ευρημάτων που στοιχειώνουν όλες τις μοντέρνες μεταφορές μύθων, π.χ. ο εκμοντερνισμός του αφηγηματικού χωροχρόνου, η αξιοποίηση εύκολων κλισέ όπως η αναπαράσταση του υποσυνείδητου ως μαύρη άβυσσος ή το σκάκι με το Θάνατο (εκτός του “Seventh Seal”, οι σκηνοθέτες δυστυχώς είδαν και το “Matrix”) και η σωρεία αχρείαστων προσθηκών και χαρακτήρων όπως οι δύο υπεύθυνες του ξενοδοχείου του Κάτω Κόσμου, η Ελπίδα που φοράει σχολικό φούτερ (αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι τα κοστούμια της ταινίας φέρουν την υπογραφή του οίκου του Dolce Gabbana), και ο Βινσάν Κασσέλ ως ασχολίαστος Χάρος-ταξιτζής, πρωτοτυπούν στην “τολμηρή” μεταφορά τους με το να διαπλέκουν τον μύθο με τα 20 πιο γνωστά κομμάτια κλασικής όπερας που ακόμη και ένας μη υποψιασμένος θεατής θα αναγνωρίσει.
Θα περίμενε κανείς ότι μια μεταφορά του μύθου του Ορφέα θα αξιοποιούσε όπερες όπως ο “L’Orfeo” του Μοντεβέρντι, αλλά εδώ διακρίνεται η έλλειψη εμπιστοσύνης σας στο όραμα των auteur Κούτσο και Λίβερμορ, καθώς δίνεται προτεραιότητα σε ρεπερτόριο Βέρντι, Πουτσίνι, Βιβάλντι και, το αγαπημένο μου κλασικό κομμάτι, το “The Power of Love” των Frankie Goes to Hollywood, με ικανοποιητικές ερμηνείες των αριών από τους κατά τα λοιπά ανίκανους υποκριτικά οπερατικούς τραγουδιστές Βαλεντίνο Μπούζα (Ορφέας) και Μαριάμ Μπαττιστέλι (Ευρυδίκη).
Η ταινία ισχυρίζεται ότι πραγματεύεται διάφορες εκφάνσεις της αγάπης σε όλη την ιστορία της όπερας με αυτή της την επιλογή, και επιχειρείται στο τέλος μια ανατροπή που, για ορισμένους θεατές, θα επανανοηματοδοτήσει τις ασυνάρτητες σεκάνς της υπόλοιπης ταινίας. Δικαίωμά τους, αλλά θα με συγχωρέσουν αν αλλάξω πεζοδρόμιο αν τους πετύχω στο δρόμο.
Η φιλοδοξία της ταινίας διακρίνεται πιο εύκολα στο αισθητικό και σκηνοθετικό σκέλος, καθώς ο Κούτσο, εκκολαπτόμενος σκηνοθέτης μουσικών βίντεο, και ο Λίβερμορ, έμπειρος σε παραστάσεις όπερας, επιστρατεύουν όλο το προσεκτικά διαμορφωμένο καλλιτεχνικό τους κριτήριο, την τεχνική δεξιοτεχνία του ικανότατου φωτογράφου τους Γκάρεθ Μούντεν, και την εσκεμμένη επιτήδευση των ψηφιακών εφέ (βασικός λόγος που η ταινία εντέλει με κέρδισε) για να παρουσιάσουν με μπαρόκ φαντασμαγορία μια, επί της ουσίας, φτωχή από πλευράς σύλληψης θεατρική παράσταση.
Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι τέτοιου είδους αβαν-γκαρντ πειραματισμοί προϋποθέτουν πληρότητα καλλιτεχνικού οράματος και μαεστρία επί του είδους, και τα δύο εκ των οποίων απουσιάζουν από το “Opera!”, ενώ μια παρόμοια σκηνοθετική προσέγγιση στο “Titus” της Τζούλι Τέυμορ είχε απογειώσει εκείνη την ταινία, καθώς το κείμενο την υποστήριζε.
Στην περίπτωση του “Opera!”, ωστόσο, δεν κρύβεται κάποια πιο σύνθετη σκέψη πέραν του ρηχού αισθητισμού μερικών σεκάνς μουσικών βίντεο σε συνεργασία με τον Dolce Gabbana, με συνέπεια όλοι οι εξαιρετικοί φωτισμοί και οι συχνές εκφάνσεις καθηλωτικής εικονοποιίας του Μούντεν να μην μπορούν να αλλάξουν το λυπηρό γεγονός ότι το θέμα που τόσο όμορφα αιχμαλωτίζει ο φακός του καταλήγει ως ένα μάλλον τραγελαφικό κοκτέιλ του “Last Year At Marienbad” του Ρενέ και του εξίσου ακαταλόγιστου “Megalopolis” του Κόπολα.
Κι όμως, μιλώντας ως ένας από τους ελάχιστους που απόλαυσαν το “Megalopolis”, δεν διστάζω να προτείνω το “Opera!” είτε σε κάποιον λάτρη όπερας που έχει διάθεση για βιντεοκλίπ, είτε στο θεατή που αποζητά την καλύτερη “κατά λάθος” κωμωδία μετά το περσινό “Madame Web”.
Από την άλλη, η βαθύτερη ουσία, την οποία επίσης αναζητούν εν ματαίω όσοι δύσμοιροι εξακολουθούν να διαβαίνουν τις πόρτες των φεστιβαλικών προβολών, είναι σαν τη μυθολογική Ευριδίκη· αν γυρίσετε να την κοιτάξετε, θα εξαφανιστεί.