Το «Άγιο» Φως: Θαύμα ή απάτη;
Η πίστη είναι σεβαστή όταν είναι ελεύθερη και ειλικρινής· παύει να είναι σεβαστή όταν γίνεται εργαλείο χειραγώγησης, πολιτικής διαχείρισης και οικονομικού οφέλους
Λέξεις: Δρ. Άγγελος Ροδαφηνός
Κάθε Μεγάλο Σάββατο, μια φλόγα απογειώνεται από τα Ιεροσόλυμα και προσγειώνεται στην Αθήνα με τιμές αρχηγού κράτους. Στρατιωτικό αεροσκάφος, κόκκινα χαλιά, αγήματα, κάμερες. Μόνο που, όπως αποδείχθηκε, το «θαύμα» δεν κατεβαίνει από τον ουρανό – ανάβει με έναν αναπτήρα. Και κάπου εδώ, τελειώνει ο ρομαντισμός και αρχίζουν ο Ποινικός Κώδικας και η κοινή λογική.
Το γράφει η Βίβλος ή το εφηύραμε στην πορεία;
Πρώτη ερώτηση: υπάρχει έστω μία αναφορά στο Άγιο Φως στην Καινή Διαθήκη; Όχι. Καμία. Ούτε περιγραφή ετήσιου θαύματος, ούτε υπόσχεση επαναλαμβανόμενης «ουράνιας φλόγας» κάθε Μεγάλο Σάββατο.
Οι πρώτες αναφορές εμφανίζονται αιώνες μετά τα γεγονότα της Ανάστασης, περίπου από τον 9ο αιώνα και μετά. Δηλαδή, έχουμε μια παράδοση που γεννιέται 800 χρόνια αργότερα και στη συνέχεια πλασάρεται σαν διαχρονικό θαύμα. Αν αυτό εμφανιζόταν ως «νέα ιδέα» σήμερα, θα το λέγαμε θαύμα ή έξυπνο branding; Αξίζει να θυμόμαστε ότι ακόμη και η «ιερή» αεροπορική άφιξη είναι πολύ πρόσφατη επινόηση: το Άγιο Φως ήρθε πρώτη φορά αεροπορικά το 1988, με πρωτοβουλία ιδιώτη ταξιδιωτικού πράκτορα και όχι του κράτους ή κάποιας «αρχαίας παράδοσης».
Τελικά ανάβει μόνο του ή με αναπτήρα;
Το ερώτημα δεν είναι καινούργιο. Πέρυσι, με αφορμή τις δηλώσεις του σκευοφύλακα του Παναγίου Τάφου –«Εγώ το ανάβω… με έναν αναπτήρα, τι άλλο;»– και το βιβλίο «Λύτρωση – Περί του Αγίου Φωτός», γράψαμε ένα πρώτο άρθρο: όχι για την πίστη, αλλά για το προφανές γεγονός ότι η τελετή γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες και παρουσιάζεται ως θαύμα αυτό που είναι ανθρώπινη πράξη. Εκείνη η συζήτηση στηρίχθηκε ήδη σε δικαστικές αποφάσεις που έκριναν ότι ο ισχυρισμός «ανάβει με αναπτήρα και όχι θαυματουργικά» δεν είναι συκοφαντία, αλλά περιγραφή πραγματικότητας – άρα, η κοσμική Δικαιοσύνη δεν βρήκε κανένα αποδεικτικό ίχνος θαύματος, μόνο ανθρώπινη παρέμβαση.
Αυτό ήταν τότε.
Σήμερα, έχουμε κάτι βαρύτερο: μια νέα, ιστορική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, για πρώτη φορά, μπαίνει ρητά στην ουσία και –αφού «επισκόπησε αναλυτικώς τα αποδεικτικά στοιχεία»– καταλήγει ότι η αφή του λεγόμενου αγίου φωτός στα Ιεροσόλυμα «αποδεικνύεται ότι είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης παρέμβασης». Πρόκειται για την τελευταία σε μια σειρά δικών γύρω από το βιβλίο «Λύτρωση – Περί του Αγίου Φωτός» του Δ. Αλικάκου, όπου τα δικαστήρια κλήθηκαν να αποφανθούν για συκοφαντική δυσφήμηση· και, αντί να «τιμωρήσουν την βλασφημία», κατέγραψαν ουσιαστικά, με τη σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας, ότι θαύμα δεν αποδεικνύεται, ανθρώπινη ενέργεια αποδεικνύεται.
Κι όμως, παρά τις αποφάσεις, παρά τις ομολογίες, παρά τα ίδια τα πορίσματα της Δικαιοσύνης, η επίσημη εκκλησιαστική αφήγηση προσαρμόζεται μόνο στο επίπεδο της γλώσσας: ενώ παλαιότερα το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων το χαρακτήριζε ρητά «θαύμα, το οποίο δεν χωρά αμφισβήτηση», σήμερα αφαίρεσε τη λέξη από την ιστοσελίδα και πλέον μιλά για «φυσική φωτιά που καθαγιάζεται», χωρίς όμως να αλλάζει τίποτε στην ίδια την τελετή και στον τρόπο που, στην πράξη, βιώνεται από τους πιστούς ως υπερφυσικό γεγονός. Η τελετή του «Αγίου» φωτός εξακολουθεί, το κράτος συνεχίζει να το υποδέχεται με τιμές αρχηγού κράτους, και οι πολίτες –πιστοί και μη– να πληρώνουν τον λογαριασμό. Εκεί ακριβώς βρίσκεται το πραγματικό σκάνδαλο: όχι στο αν ανάβει με Bic, αλλά στο ότι, ενώ πλέον γνωρίζουμε πώς ανάβει και το ίδιο το Πατριαρχείο αποφεύγει πλέον να το ονομάσει θαύμα, η ίδια πρακτική συνεχίζεται σαν να ζούμε πριν από την απόφαση.
Πού τελειώνει το «ψέμα» και πού αρχίζει η «απάτη»;
Ένα ψέμα μπορεί να είναι μια στιγμιαία ανακρίβεια: «το φως ήρθε λίγο αργά». Μια απάτη, όμως, είναι κάτι άλλο: συστηματική, συνειδητή προσπάθεια να παραπλανήσεις με σκοπό το όφελος – οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό.
Όταν ξέρεις ότι κάτι ανάβει με αναπτήρα, αλλά επί δεκαετίες το παρουσίαζες ως ουράνιο θαύμα και ακόμη και σήμερα επιτρέπεις –μέσα από το τελετουργικό, τη φρασεολογία και τον τρόπο υποδοχής– να καλλιεργείται η εντύπωση υπερφυσικού γεγονότος, δεν μιλάμε πια για «ποιητική μεταφορά». Δύσκολα μπορεί κανείς να αποφύγει το συμπέρασμα ότι πρόκειται για μια οργανωμένη πρακτική που παραπλανά εκατομμύρια ανθρώπους και έχει σημαντικό οικονομικό και πολιτικό διακύβευμα. Κι εδώ εμφανίζεται μια ακόμη πιο ενοχλητική αντίφαση: η εντολή «ού ψευδομαρτυρήσεις» δεν είναι διακοσμητική. Αν η Εκκλησία γνωρίζει τον μηχανισμό και επί δεκαετίες αφήνει να παρουσιάζεται ως υπερφυσικό θαύμα, τότε παραβιάζει την ίδια τη δική της ηθική διδασκαλία.
Γιατί πληρώνει ο φορολογούμενος το «θαύμα»;
Από το 2002 και μετά, η μεταφορά του φωτός περνά οριστικά στα χέρια του ελληνικού Δημοσίου: ειδικές πτήσεις, διπλωματικές αποστολές, πλήρης κρατική σφραγίδα σε μια παράδοση που μέχρι τότε ήταν ιδιωτική πρωτοβουλία λίγων ανθρώπων.
Σε μια κοσμική δημοκρατία, η πίστη είναι προσωπική υπόθεση. Το Άγιο Φως όμως δεν έρχεται ως προσωπική υπόθεση – έρχεται με έξοδα του ελληνικού Δημοσίου. Στρατιωτικό αεροσκάφος, αποστολές, τελετές. Πληρώνουν όλοι: πιστοί, άθεοι, αγνωστικιστές, αλλόθρησκοι.
Τίθεται ένα απλό, σχεδόν παιδικό ερώτημα: αν ένα δρώμενο δεν αναφέρεται στη Βίβλο, δεν τεκμηριώνεται ως θαύμα και εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη θρησκευτική ομάδα, με ποιο δικαίωμα γίνεται μόνιμο έξοδο του κρατικού προϋπολογισμού; Η πολιτεία έχει καθήκον να προστατεύει τους πολίτες από πρακτικές που συνιστούν ή προσομοιάζουν σε απάτη – όχι να τις επιδοτεί.
«Μα είναι σύμβολο, είναι συναίσθημα – τι σε πειράζει;»
Πολλοί υπερασπίζονται το Άγιο Φως όχι ως γεγονός, αλλά ως συναίσθημα: «Δεν θέλω να απομυθοποιήσω κάτι που με συγκινεί». Απόλυτα θεμιτό. Ο καθένας έχει δικαίωμα να συγκινείται με όποιο σύμβολο θέλει.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν το προσωπικό συναίσθημα ντύνεται με μανδύα αντικειμενικής αλήθειας και καταλήγει να παράγει λογαριασμούς για όλους. Το να λες «ξέρω ότι δεν είναι θαύμα, αλλά με βοηθάει ψυχικά» είναι μια έντιμη στάση. Το να λες «είναι θαύμα, υποχρεωθείτε να το πληρώσετε» είναι απλώς κατάχρηση.
Τι θα γινόταν αν μια χρονιά δεν ερχόταν;
Ας φανταστούμε το ανείπωτο: δεν έρχεται Άγιο Φως (όπως παλιά). Κανένα αεροπλάνο, κανένα τιμητικό άγημα. Θα ακυρωθεί η Ανάσταση; Θα καταρρεύσει η πίστη; Ή απλώς θα ανάψουμε τα κεριά με έναν αναπτήρα – σαν αυτόν που χρησιμοποιείται στα Ιεροσόλυμα;
Αν η απάντηση είναι η τρίτη, τότε ίσως το πραγματικό θαύμα δεν είναι η φλόγα, αλλά η αντοχή μιας συλλογικής αυταπάτης. Μιας ιστορίας που επαναλαμβάνεται τόσο συχνά, ώστε κανείς δεν τολμά να ρωτήσει δυνατά: «Μα… γιατί το κάνουμε αυτό;».
Δεν είναι επίθεση στην πίστη, είναι άρνηση της κοροϊδίας
Εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διευκρίνιση: το ζήτημα δεν είναι αν κάποιος πιστεύει στον Χριστό, στην Ανάσταση ή σε θαύματα. Το πρόβλημα δεν είναι οι πιστοί, αλλά όσοι, γνωρίζοντας την αλήθεια για την τελετουργία, επιλέγουν να τη σερβίρουν ως υπερφυσικό γεγονός. Η πίστη είναι σεβαστή όταν είναι ελεύθερη και ειλικρινής· παύει να είναι σεβαστή όταν γίνεται εργαλείο χειραγώγησης, πολιτικής διαχείρισης και οικονομικού οφέλους.
Κι εδώ, η μπάλα περνάει στο γήπεδο των ίδιων των πιστών: αν αγαπούν πραγματικά την Εκκλησία τους, θα έπρεπε πρώτοι αυτοί να αγανακτήσουν που στο όνομά τους στήνονται τελετουργικές πρακτικές οι οποίες, μετά τα δικαστικά ευρήματα, δεν μπορούν πια να θεωρηθούν ειλικρινείς απέναντι στους πιστούς. Όποιος πιστεύει σε έναν Θεό αλήθειας δεν μπορεί να συμβιβάζεται με ένα σύστημα που συνειδητά τον κρατά στο σκοτάδι – ούτε να χειροκροτεί, από συνήθεια, εκεί όπου θα έπρεπε να διαμαρτύρεται.
Δεν είναι θέμα πίστης – είναι θέμα ειλικρίνειας.
Κανένα σοβαρό κράτος δεν ποινικοποιεί την πίστη. Οφείλει, όμως, να οριοθετεί την απάτη. Η Εκκλησία έχει κάθε δικαίωμα να διατηρεί τα σύμβολά της. Δεν έχει όμως κανένα δικαίωμα, όταν μια πράξη έχει κριθεί ως ανθρώπινη και η ίδια έχει αποσύρει επισήμως τον χαρακτηρισμό «θαύμα», να τη ντύνει τελετουργικά και επικοινωνιακά σαν υπερφυσικό γεγονός, ιδίως όταν αυτό συνεπάγεται οικονομικό και πολιτικό όφελος.
Αν κάτι είναι πράγματι «άγιο», δεν έχει να φοβηθεί την αλήθεια. Αν χρειάζεται κλειστές πόρτες, σκοτάδι και αναπτήρα, τότε το πρόβλημα δεν είναι ο σκεπτικισμός. Είναι ο κίνδυνος να εκλαμβάνεται ως κανονικότητα αυτό που, υπό το φως των ίδιων των στοιχείων, πλησιάζει την ψευδομαρτυρία.
* Το άρθρο δημιουργήθηκε σε συνεργασία με την ΑΙ. Ό,τι λάθος είναι της AI. Ό,τι έξυπνο, ανθρώπινο και χρήσιμο ανήκει στον Δρ Ροδαφηνό, που έκανε τις σωστές προτροπές, τη σωστή επεξεργασία, και τις σωστές ερωτήσεις.
Ο Δρ Άγγελος Ροδαφηνός είναι Καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και διδάσκει Νέες Τεχνολογίες. Σπούδασε και εργάστηκε σε 13 πανεπιστήμια στην Αμερική, Αυστραλία, Κύπρο και Ελλάδα.
Books: Idiots are invincible, Prince to frog and vice versa, Λογική και Παραλογική.
Online courses: AI tools for work, AI tools in education, Stress management, Λογική και Παραλογική.
