Το τελος μιας σχεσης
Ο Μάνος Λαμπράκης γράφει για τη μοναξιά που βιώνει κάποιος όταν ο φόβος του χωρισμού είναι μεγαλύτερος από την ανάγκη για παρουσία
Πολλοί άνθρωποι φεύγουν από μια σχέση χωρίς να σηκωθούν από την καρέκλα.
Χωρίς να αλλάξουν σπίτι.
Χωρίς να πουν «τέλος».
Είναι ο τρόπος που δεν αντέχει την αλήθεια και γι’ αυτό την αντικαθιστά με σιωπή.
Μένεις, αλλά δεν είσαι. Συνεχίζεις, αλλά δεν επενδύεις. Κοιμάσαι δίπλα στον άλλον, αλλά η ψυχή σου έχει ήδη αρχίσει να περπατά μόνη της, αθόρυβα, χωρίς να κάνει θόρυβο για να μην την καταλάβουν.
Αυτό που ονομάζεται «σιωπηλή παραίτηση» δεν είναι μια κακή περίοδος ούτε μια φάση κόπωσης.
Είναι μια εσωτερική έξοδος χωρίς αποχαιρετισμό.
Δεν λέγεται «δεν σ’ αγαπώ», λέγεται «δεν αντέχω άλλο να ρισκάρω». Γιατί το να μιλήσεις, να ζητήσεις, να πεις «με πονάς», να παραδεχτείς ότι θες περισσότερα, σημαίνει ότι μπορεί να μη στα δώσουν. Και πολλοί άνθρωποι, μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο, προτιμούν να μικρύνουν τον εαυτό τους αντί να τον εκθέσουν.
Η σιωπηλή παραίτηση δεν ξεκινά από αδιαφορία.
Ξεκινά από ματαιωμένη επιθυμία.
Από εκείνο το σημείο που μίλησες και δεν ακούστηκες. Πλησίασες και βρήκες έναν τοίχο. Έδειξες ευαλωτότητα και συνάντησες ειρωνεία, αμηχανία ή απουσία.
Κι αντί να ξαναμιλήσεις, σωπαίνεις.
Αντί να ξαναδιεκδικήσεις, αποσύρεσαι. Όχι γιατί δεν θέλεις πια, αλλά γιατί το να θέλεις πονάει υπερβολικά.
Κι εδώ βρίσκεται κάτι σπαρακτικό: ο άνθρωπος δεν παραιτείται από τη σχέση… παραιτείται από τον εαυτό του μέσα στη σχέση.
Για να σωθεί από την εμπειρία της απόρριψης, ακρωτηριάζει την επιθυμία του. Την κάνει πιο ήσυχη, πιο βολική, πιο «λογική». Μέχρι που κάποια στιγμή δεν αναγνωρίζει πια τη φωνή του. Ζει, αλλά δεν ζητά. Μένει, αλλά δεν συναντά.
Γι’ αυτό και η σιωπηλή παραίτηση είναι πιο τραυματική από έναν καθαρό χωρισμό. Ο χωρισμός έχει λόγο. Έχει τέλος. Έχει πένθος.
Η σιωπηλή παραίτηση δεν έχει τίποτα από αυτά. Είναι ένα καθημερινό «όλα καλά» που δεν είναι καλά. Ένα «δεν τρέχει τίποτα» ενώ μέσα τρέχουν όλα. Ένα βλέμμα που δεν συναντά, ένα άγγιγμα που δεν φτάνει, μια σιωπή που δεν είναι ειρήνη αλλά εγκατάλειψη.
Και ο άλλος το νιώθει. Το νιώθει στο σώμα του. Στο στομάχι. Στο στήθος. Στη μοναξιά που δεν δικαιολογείται, αφού «είμαστε μαζί». Νιώθει ότι κάτι λείπει, αλλά δεν ξέρει τι. Γιατί δεν του είπαν ποτέ ότι αποσύρθηκαν.
Δεν του έδωσαν την αξιοπρέπεια της αλήθειας. Του έδωσαν μόνο την αμφιβολία: «μήπως φταίω εγώ; μήπως ζητάω πολλά; μήπως είμαι υπερβολικός;»
Οι σχέσεις δεν πεθαίνουν από τους καβγάδες. Πεθαίνουν όταν σταματούν οι καβγάδες.
Όταν δεν υπάρχει πια ένταση, όχι επειδή λύθηκαν τα προβλήματα, αλλά επειδή κανείς δεν πιστεύει ότι αξίζει να μιλήσει γι’ αυτά. Όταν η ησυχία δεν είναι γαλήνη, αλλά παραίτηση. Όταν η καθημερινότητα λειτουργεί, αλλά η καρδιά έχει κλείσει για λόγους αυτοπροστασίας.
Πολλοί άνθρωποι μπερδεύουν την αγάπη με την απουσία ταραχής.
Νομίζουν ότι μια «καλή σχέση» είναι αυτή που δεν αναστατώνει. Όμως η ζωντανή αγάπη αναστατώνει. Φέρνει στην επιφάνεια ελλείψεις, φόβους, παλιά τραύματα. Ζητά από εμάς να αντέξουμε την αλήθεια του άλλου και τη δική μας. Η σιωπηλή παραίτηση είναι η προσπάθεια να κρατήσουμε τη σχέση χωρίς να αντέξουμε αυτή την αλήθεια.
Αλλά σχέση χωρίς αλήθεια δεν είναι σχέση. Είναι συγκατοίκηση φόβου.
Και εδώ αρχίζει το πιο δύσκολο κομμάτι. Γιατί η σιωπηλή παραίτηση συχνά παρουσιάζεται ως ωριμότητα. Ως «δεν δίνω πια σημασία». Ως «έτσι είναι οι σχέσεις». Όχι. Είναι απλώς ένας πολιτισμένος τρόπος να μην πονάς με το τίμημα να μη ζεις. Είναι η απόφαση να μην περιμένεις τίποτα για να μην απογοητευτείς. Και αυτό μπορεί να σε κρατήσει ασφαλή, αλλά σε κρατά και νεκρό συναισθηματικά.
Κι όμως, υπάρχει ένας άλλος δρόμος. Όχι εύκολος. Όχι γρήγορος. Ένας δρόμος που δεν υπόσχεται ότι όλα θα σωθούν, αλλά ότι τίποτα δεν θα σωθεί χωρίς αλήθεια.
Η απόφαση να μη σωπάσεις μπροστά στον πόνο. Να μην αποσυρθείς για να προστατευτείς. Να μείνεις παρών, ακόμα κι αν τρέμεις.
Είναι η στάση που λέει: θα μιλήσω πριν παγώσω. Θα πω «πονάω» πριν πάψω να νιώθω. Θα ζητήσω πριν εξαφανιστώ. Όχι γιατί είμαι σίγουρος, αλλά γιατί χωρίς αλήθεια δεν υπάρχει ούτε αγάπη ούτε ελευθερία.
Είναι η αποδοχή ότι δεν ξέρω να αγαπώ τέλεια, αλλά δεν θέλω να αγαπώ ψεύτικα. Ότι φοβάμαι, αλλά δεν θέλω να ζήσω μισός.
Εκεί, στη συνάντηση της ευθύνης με την αλήθεια, μπορεί να σπάσει η σιωπηλή παραίτηση. Όχι με μεγάλες δηλώσεις, αλλά με μια πράξη σχεδόν ταπεινή: να μιλήσεις.
Να εκτεθείς.
Να ρισκάρεις ξανά. Να πεις αυτό που τόσο καιρό κατάπιες.
Να δώσεις στον άλλον την ευκαιρία να σε συναντήσει ή να σε χάσει έντιμα.
Το πιο τραγικό δεν είναι να τελειώσει μια σχέση. Το πιο τραγικό είναι να συνεχίζεται χωρίς ζωή. Να μένεις εκεί, αλλά να έχεις φύγει από καιρό. Και αυτό, όσο κι αν μοιάζει πιο ανώδυνο, είναι ο πιο βαθύς ακρωτηριασμός του ανθρώπου.
