Ξύπνησαν οι δικοί μας νεκροί
Η Πηνελόπη Πετσίνη γράφει για τη βία που τεκμηριώνεται και πολλαπλασιάζεται μέσα από την πράξη της φωτογράφησης
Λέξεις: Πηνελόπη Πετσίνη*
Στο Γερμανο-Ρωσικό Μουσείο στο Βερολίνο -στον χώρο όπου υπογράφηκε στις 9 Μαΐου 1945 η άνευ όρων παράδοση της ναζιστικής Γερμανίας- υπάρχει μια εκθεσιακή ενότητα με τίτλο “Η Φωτογραφία στον Πόλεμο”. Το επιμελητικό κείμενο υπενθυμίζει ότι η μνήμη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από την οπτική κληρονομιά της φωτογραφίας και του κινηματογράφου, ότι οι εικόνες αποτελούν σημαντικές μαρτυρίες αλλά είναι πάντοτε και ερμηνείες, και ότι για μια κριτική αποτίμηση είναι απαραίτητη η γνώση της προέλευσής τους.
Επισημαίνει επίσης κάτι λιγότερο προφανές αλλά καθοριστικό: το φωτογραφικό αρχείο του πολέμου είναι δομικά ανισομερές. Σοβιετικοί πολεμικοί ανταποκριτές, γερμανικές Προπαγανδιστικές Μονάδες και (κυρίως) περίπου ένα εκατομμύριο ερασιτέχνες φωτογραφοι στρατιώτες της Βέρμαχτ παρήγαγαν αμέτρητες εικόνες. Στην αντίπερα όχθη, αυστηρές απαγορεύσεις και έλλειψη εξοπλισμού εμπόδισαν μια αντίστοιχη παραγωγή.
Μεταφράζω πρόχειρα το επιμελητικό κείμενο:
“Η μνήμη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου έχει διαμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό από την οπτική κληρονομιά της φωτογραφίας και του κινηματογράφου. Οι εικόνες αυτές αποτελούν σημαντικές μαρτυρίες, αλλά είναι πάντοτε και ερμηνείες. Για μια κριτική αποτίμηση είναι επομένως απαραίτητη η γνώση της προέλευσης κάθε τεκμηρίου. Οι φωτογραφίες που παρουσιάζονται στην έκθεση προέρχονται από σοβιετικούς πολεμικούς ανταποκριτές, από μέλη των γερμανικών Προπαγανδιστικών Μονάδων (PK) και από ερασιτέχνες φωτογράφους ανάμεσα στους στρατιώτες της Βέρμαχτ. Οι επαγγελματίες φωτογράφοι είχαν και στις δύο πλευρές καθήκοντα προπαγάνδας. Παράλληλα, περίπου ένα εκατομμύριο στρατιώτες της Βέρμαχτ που φωτογράφιζαν άφησαν πίσω τους αμέτρητες «αναμνηστικές» εικόνες από τις πολεμικές τους εμπειρίες. Αυστηρές απαγορεύσεις και η έλλειψη φωτογραφικών μηχανών εμπόδισαν μια αντίστοιχη παραγωγή στην σοβιετική πλευρά.”
Δίπλα στο κείμενο εκτίθεται μια από τις πιο τρομακτικές εικόνες του πολέμου: στρατιώτες της Βέρμαχτ και των Ες-Ες παρακολουθούν και φωτογραφίζουν την εκτέλεση παρτιζάνων στη Σοβιετική Ένωση (1941–1942). Μετρά κανείς τουλάχιστον πέντε φωτογραφικές μηχανές στραμμένες προς το σώμα που εκτελείται. Η εκτέλεση είναι θέαμα. Και η βία τεκμηριώνεται και πολλαπλασιάζεται μέσα από την πράξη της φωτογράφησης. Φωτογραφίες-τρόπαια. Σε πόσα λευκώματα να κατέληξαν άραγε; Σε πόσα συρτάρια, σε πόσες οικογενειακές αφηγήσεις;
Οι εικόνες της Καισαριανής που, απ’ ό,τι φαίνεται, αποτυπώθηκαν από τον φακό της Βέρμαχτ, εντάσσονται σε αυτή τη δομή. Το βλέμμα που σώζει το ίχνος είναι το ίδιο που οργάνωσε τη βία.
Η μνήμη των μελλοθάνατων αγωνιστών μάς παραδίδεται μέσα από το οπτικό σύστημα του εκτελεστή. Το τεκμήριο είναι ταυτόχρονα μαρτυρία και εγγραφή κυριαρχίας. Όμως, όπως έδειξε η ιστορία της φωτογραφίας του νεκρού Τσε Γκεβάρα, το αρχικό καθεστώς παραγωγής δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με το τελικό καθεστώς νοήματος. Μια εικόνα που παράχθηκε ως επίδειξη ισχύος μπορεί να μετατραπεί σε εικόνα μαρτυρίου, σε σύμβολο αγώνα. Το νόημα μετατοπίζεται μέσα στον χρόνο, καθώς η συλλογική πρόσληψη την επανεγγράφει σε νέο πλαίσιο.
Το παρελθόν, γράφει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, εγείρει αξιώσεις, αξιώσεις που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν με φθηνό τίμημα. Κάθε γενιά έχει την ευθύνη να δικαιώσει -στο μέτρο του δυνατού- τους ηττημένους του παρελθόντος. Οι νεκροί δεν ζητούν μνημεία. Ζητούν δικαίωση. Μια δικαίωση που, για τον Μπένγιαμιν, απαιτεί ρήξη με την κανονικότητα της αδικίας και κριτική ρήξη με τον τρόπο που η ιστορία έχει ήδη γραφτεί -με το βλέμμα των νικητών, με τα αρχεία της εξουσίας, με την άνεση της μεταγενέστερης βεβαιότητας.
Προχτές ξύπνησαν οι δικοί μας νεκροί.
*Η Πηνελόπη Πετσίνη είναι φωτογράφος και διδάκτωρ των Τεχνών και των Ανθρωπιστικών Επιστημών με ειδίκευση στη φωτογραφία.
