Έρευνα Greenpeace: Γιατί τα ελληνικά σπίτια γίνονται «φούρνοι» τα καλοκαίρια

Περισσότερες από τις μισές κατοικίες στην Ελλάδα ανεβάζουν μεγάλες θερμοκρασίες τους θερινούς μήνες

Parallaxi
έρευνα-greenpeace-γιατί-τα-ελληνικά-σπίτια-γίν-1071735
Parallaxi
Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Δομικό χαρακτηριστικό του ελληνικού κτιριακού αποθέματος αποτελεί πλέον η θερινή ενεργειακή φτώχεια, καθώς έχει πάψει να αφορά μόνο τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.

Όπως προκύπτει από έρευνα πεδίου της Greenpeace και του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου, εκατομμύρια κατοικίες στην Ελλάδα κατασκευάστηκαν χωρίς επαρκή θερμική προστασία, αδυνατώντας να λειτουργήσουν ως ασφαλείς χώροι διαβίωσης κατά τη διάρκεια των ολοένα συχνότερων καυσώνων.

Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι στο δείγμα των κατοικιών από διάφορες περιοχές της χώρας που εξετάστηκαν προκειμένου να διαπιστωθούν οι συνθήκες διαβίωσης, καταγράφηκαν εσωτερικές θερμοκρασίες έως και 38 βαθμών Κελσίου, πολύ πάνω από το θερμικό όριο άνεσης των 25 βαθμών Κελσίου.

«Πάνω από τις μισές κατοικίες στη χώρα»

Όπως σημειώνεται στην έκθεση, «πάνω από τις μισές κατοικίες στη χώρα έχουν χτιστεί πριν από την εισαγωγή του Κανονισμού Θερμομόνωσης το 1979, ενώ σχεδόν το σύνολο του υφιστάμενου αποθέματος δεν αναμένεται να αντικατασταθεί τις επόμενες δεκαετίες».

Αυτό σημαίνει ότι «για τα επόμενα πολλά χρόνια, όταν οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης θα γίνονται ολοένα και πιο αισθητές, η καθημερινότητα των πολιτών θα συνεχίσει να εξαρτάται από κτίρια που δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες κλιματικές, ενεργειακές και κοινωνικές συνθήκες».

Κι αυτό συμβαίνει ενώ το ποσοστό των ελληνικών νοικοκυριών που ξοδεύει πάνω από το 40% του εισοδήματός του για να καλύψει το κόστος στέγασης (συμπεριλαμβάνονται λογαριασμοί κοινωφέλειας), είναι σχεδόν τετραπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Επιπτώσεις

Αναφορικά με τις επιπτώσεις της θερμικής καταπόνησης, στην έκθεση σημειώνεται πως μεταξύ άλλων μπορεί να αφορούν: αδυναμία ανάπαυσης και ύπνου, μειωμένη παραγωγικότητα, δυσκολία συγκέντρωσης, θερμική εξάντληση, θερμοπληξία και αφυδάτωση.

Επίσης, οι υψηλές θερμοκρασίες επιδεινώνουν καρδιαγγειακές και αναπνευστικές παθήσεις και υποκείμενα νοσήματα.

Άλλωστε, όπως σημειώνεται, «οι παλιές κατοικίες με ελάχιστη ή καθόλου μόνωση, παλιά κουφώματα και περιορισμένη σκίαση, είναι εντελώς εκτεθειμένες στις έντονες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας και, ως εκ τούτου, αδυνατούν να προσφέρουν σταθερό και δροσερό εσωτερικό περιβάλλον ακόμη και τις ώρες που η ζέστη έξω υποχωρεί. Πολλά νοικοκυριά που περιορίζουν τη χρήση κλιματισμού όχι από επιλογή αλλά από οικονομική δυσπραγία, καταλήγουν να προσαρμόζονται σε θερμοκρασίες που συχνά ξεπερνούν τα όρια άνεσης και υγιεινής διαβίωσης».

Πρόγραμμα «Εξοικονομώ»

Την τελευταία 15ετία, οι διαδοχικές εκδόσεις του προγράμματος «Εξοικονομώ», αποτελούν -θεωρητικά- το βασικό εργαλείο διαχείρισης της υπερθέρμανσης των κατοικιών. Παρότι όμως έχουν πραγματοποιηθεί παρεμβάσεις σε περισσότερες από 140.000 κατοικίες και αναμένεται να επεκταθούν σε επιπλέον 115.000 κατοικίες, η Greenpeace υπογραμμίζει πως «το μεγαλύτερο μέρος των παρεμβάσεων εξακολουθεί να αφορά σχετικά ρηχές ανακαινίσεις, με ανεπαρκή επίδραση στη θερμική συμπεριφορά του κελύφους και στην αντιμετώπιση των συνθηκών υπερθέρμανσης».

«3-8 βαθμοί Κελσίου πάνω από τα όρια άνεσης»

Προκειμένου να αναδείξει την έκταση της ενεργειακής φτώχειας στη χώρα, η Greenpeace επέλεξε ένα δείγμα 29 κατοικιών, κατανεμημένων σε έξι περιοχές, ώστε να καλύπτονται και οι τέσσερις κλιματικές ζώνες της Ελλάδας. Στο δείγμα περιλαμβάνονται διαμερίσματα πολυκατοικιών και μονοκατοικίες που κατασκευάστηκαν πριν και μετά την εφαρμογή του Κανονισμού Θερμομόνωσης Κατοικιών του 1979. Το 57,7% των κτισμάτων δεν έχει ανακαινιστεί, ενώ το 60% δεν έχει ενεργειακό πιστοποιητικό. Η εξέταση των κτισμάτων πραγματοποιήθηκε το 2025.

Στα κτίσματα εγκαταστάθηκαν μετρητικοί σταθμοί που κατέγραφαν θερμοκρασία, σχετική υγρασία, συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα και επίπεδα ήχου.

Σε όλες τις περιοχές του δείγματος, η γενική εικόνα είναι σαφής: «τα περισσότερα σπίτια περνούν μεγάλο μέρος του καλοκαιριού πάνω από το ανώτατο όριο θερμικής άνεσης των 25 βαθμών Κελσίου, με μέσες τιμές που συχνά κινούνται μεταξύ 28-31 βαθμών Κελσίου και μέγιστες που αγγίζουν ή και ξεπερνούν του 34-38 βαθμούς Κελσίου». Δηλαδή, ακόμη και στη «μέση» ημέρα του καλοκαιριού, καταγράφηκαν εσωτερικές θερμοκρασίες 3-8 βαθμών Κελσίου πάνω από τα όρια άνεσης.

Ειδικά σε ό,τι αφορά τις αμόνωτες κατοικίες, στην έκθεση αναγράφεται πως παρουσιάζουν «σχεδόν πλήρη ταύτιση με τις εξωτερικές διακυμάνσεις και συχνά δεν πέφτουν κάτω από τους 28-30 βαθμούς Κελσίου ούτε τη νύχτα, ιδίως κατά τους καύσωνες του Ιουλίου. Η περιορισμένη ή διστακτική χρήση κλιματισμού, λόγω κόστους, δεν αρκεί για να αντισταθμίσει την πλήρη απουσία θερμικής προστασίας, με αποτέλεσμα ένα περιβάλλον μόνιμης υπερθέρμανσης».

Άλλωστε, «ακόμη και σε νεότερα κτίρια, καταγράφονται περιπτώσεις όπου η θερμοκρασία δεν υποχωρεί ποτέ κάτω από τους 28 βαθμούς Κελσίου».

Θερμική δυσφορία στο 70%

Σημειώνεται πως το 70% των κατοίκων των αμόνωτων κατοικιών δήλωσε ότι η κατοικία είναι «πολύ ζεστή» ή «υπερθερμαίνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα», γεγονός που τους οδηγεί να κρατούν τα παντζούρια κλειστά για να περιορίσουν την είσοδο θερμότητας. Αντίστοιχο ποσοστό (περίπου 70%) αναφέρει ότι οι εσωτερικές συνθήκες προκαλούν θερμική δυσφορία. Το 28,6% βιώνει κυρίως σωματικά συμπτώματα (πονοκέφαλο, κόπωση), το 14,3% ψυχική επιβάρυνση, ενώ άλλο 28,6% δηλώνει συνδυασμό σωματικής και ψυχικής δυσφορίας.

Παρομοίως, η ποιότητα ύπνου επηρεάζεται σημαντικά, καθώς σχεδόν το 70% τη βαθμολόγησε κάτω από τη βάση.

Ποιότητα αέρα

Ένας ακόμη κρίσιμος δείκτης για την αξιολόγηση των συνθηκών διαβίωσης εντός των κατοικιών είναι η ποιότητα του αέρα στους εσωτερικούς χώρους, όπως αποτυπώνεται από τις συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα, κυρίως λόγω περιορισμού του φυσικού αερισμού.

Διεθνώς, συγκεντρώσεις πάνω από 1.000 ppm διοξειδίου του άνθρακα «θεωρείται ότι σχετίζονται με υποβάθμιση της αντιλαμβανόμενης ποιότητας αέρα και πιθανές επιπτώσεις στην άνεση των χρηστών».

Στο μεγαλύτερο μέρος των κατοικιών του δείγματος παρουσιάστηκαν μέτριες ή ελεγχόμενες συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα, όμως υπήρξαν και προβληματικές περιπτώσεις, «με τιμές που όχι μόνο υπερβαίνουν τα 1.000 ppm αλλά φτάνουν ή και ξεπερνούν τα 2.500 ppm…».

Υγρασία

Ένας επιπλέον κρίσιμος δείκτης είναι η σχετική υγρασία, καθώς σε υψηλές συγκεντρώσεις (>55%-60%) ενισχύσει την αίσθηση δυσφορίας στη ζέστη και επιβαρύνει την απόδοση των συστημάτων ψύξης.

Οι μεγαλύτερες προκλήσεις εντοπίζονται σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα. Στη Θεσσαλονίκη «οι αμόνωτες κατοικίες φτάνουν συχνά 61%-65%, ενώ στην Πάτρα η ήπια αναβαθμισμένη εμφανίζει μεγάλο εύρος (23-66%) που συνδέεται με περιορισμένο αερισμό». Οι κατοικίες σε Αθήνα, Λάρισα και Καλαμπάκα παρουσίασαν πιο ήπιες συνθήκες.

Θόρυβος

Καθοριστικός παράγοντας διαβίωσης σε εσωτερικούς χώρους αποτελεί και ο θόρυβος. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του ΠΟΥ, τα επίπεδα θορύβου στα υπνοδωμάτια δεν θα πρέπει να υπερβαίνουν τα 30 dB (A) για αδιάλειπτο θόρυβο και τα 45 Db (Α) για μεμονωμένα ηχητικά γεγονότα, ώστε να αποτρέπονται διαταραχές ύπνου.

Στην Αθήνα, «η παθητικά και η σημαντικά αναβαθμισμένη κατοικία διατηρούν μέσες τιμές κάτω από 40 dB, ενώ η ήπια καταγράφει σαφώς υψηλότερο θόρυβο (έως 60 Db). Στη Θεσσαλονίκη, οι αμόνωτες κατοικίες παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις και υψηλές αιχμές (έως 66 dB), που αντανακλούν περιορισμένη ηχομόνωση. Παρόμοια εικόνα παρατηρείται στη Λάρισα, όπου η αμόνωτη κατοικία φτάνει τα 71 dB».

Ήπιες παρεμβάσεις

Αναφορικά με τις κατοικίες που έχουν υποστεί ήπιες παρεμβάσεις, στην έκθεση σημειώνεται πως «εξακολουθούν να παρουσιάζουν θερμική συμπεριφορά πολύ κοντά στις αμόνωτες, με συχνές υπερβάσεις θερμοκρασιών, υγρασίας και διοξειδίου του άνθρακα». Ταυτόχρονα, «η χρήση ψύξης παραμένει περιορισμένη και συχνά αναποτελεσματική, καθώς το ανεπαρκώς αναβαθμισμένο κέλυφος δεν συγκρατεί τη δροσιά, με αποτέλεσμα τη γρήγορη επαναφορά των υψηλών θερμοκρασιών εντός των σπιτιών».

Προτάσεις πολιτικής

Σύμφωνα με την Greenpeace, τα ευρήματα της έρευνας αποδεικνύουν ότι η υπερθέρμανση αποτελεί πλέον ένα διαρθρωτικό πρόβλημα του κτιριακού αποθέματος, το οποίο επηρεάζει νοικοκυριά όλων των εισοδηματικών ομάδων και όλων των τύπων κατοικίας».

Σε αυτό το πλαίσιο η Greenpeace προτείνει μεταξύ άλλων στοχευμένη μείωση ρυθμιζόμενων χρεώσεων (ΔΕΔΔΗΕ, ΥΚΩ, ΕΤΜΕΑΡ) και δημοτικών τελών για τους θερινούς μήνες, ώστε να μειώνεται το “πάγιο” κόστος που δεν επηρεάζεται από τη ζώνη τιμολόγησης, διερεύνηση δυνατότητας εφαρμογής μηχανισμού έκτακτης σταθεροποίησης της λιανικής τιμής ρεύματος σε περιόδους καύσωνα και θερινό “Επίδομα Ψύξης”, κατά το πρότυπο του επιδόματος θέρμανσης.

Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση των συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας (σε κλίμακα κτιρίου και δικτύων), ώστε να αξιοποιείται το μεσημεριανό πλεόνασμα παραγωγής από ΑΠΕ και να μειώνεται το κόστος ψύξης τις απογευματινές ώρες και η προστασία από διακοπή ηλεκτροδότησης σε συνθήκες υπερθέρμανσης.

Συστήνεται επίσης η αναμόρφωση του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου για την ενεργειακή απόδοση κτιρίων (ΚΕΝΑΚ), ώστε να αντιμετωπίζει την υπερθέρμανση καθώς και η προώθηση ριζικών και ολοκληρωμένων ανακαινίσεων.

Πηγή: ieidiseis

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα