Δημήτρης Μουγκός στην Parallaxi: Tα 24 καρέ το δευτερόλεπτο, θέλουν πολλές ζωές
Ο φωτογράφος πίσω από την μπάρα του ΛΕΞ «Μήτσο τράβα κάνα δυο φωτογραφίες» μιλά για το λεύκωμά του, την πορεία του και τη σχέση του με τη Θεσσαλονίκη
Εικόνες: Στέφανος Κεσίδης, Esp+ teacher
«Δε θέλω να φοβάσαι όταν νυχτώνει, τα κοράκια δεν κατέβηκαν, ακόμη κωλοδάχτυλα κι άλλες χειρονομίες, Μήτσο τράβα κάνα 2 φωτογραφίες»
Αυτούς τους στίχους ακούσαμε για πρώτη φορά τον Μάιο του 2016 στο τραγούδι «Korakia» του ΛΕΞ και οι περισσότεροι αναρωτηθήκαμε ποιος είναι αυτός ο «Μήτσος». Ένα τραγούδι που συγκαταλέγεται στο άλμπουμ 2ΧΧΧ και όποτε ο στίχος αυτός ακουστεί σε συναυλία, το κοινό το ραπάρει κάθε φορά και με περισσότερη ενέργεια.
Πίσω από την μπάρα αυτή, κρύβεται ο φωτογράφος Δημήτρης Μουγκός, που σήμερα – 10 χρόνια μετά τη κυκλοφορία του κομματιού – έχει τραβήξει τον ΛΕΞ παραπάνω από «κάνα δυο φωτογραφίες».
Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1984 με ένα υπόβαθρο ταυτισμένο με τις γραφικές τέχνες σπούδασε φωτογραφία στη Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών και Πολιτισμού στην Αθήνα και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Goldsmiths College του Λονδίνου.
Ο ίδιος είναι μέλος της MOUGOS Image & Communication, που αντικείμενό της είναι η φωτογραφία, η οπτική επικοινωνία και οι γραφικές τέχνες και από το 2012 ζει και εργάζεται στην πόλη του.
Η δουλειά του Δημήτρη δεν περιορίζεται σε ένα μόνο είδος ή έναν μόνο καλλιτέχνη. Από τα live και τις συναυλίες, μέχρι τη street photography και τα εμπορικά projects, ο φακός του καταγράφει την πόλη, τους ανθρώπους και τις στιγμές που συχνά περνάνε απαρατήρητες.
Σε μια εποχή όπου η εικόνα είναι παντού, η ματιά του ξεχωρίζει για την προσωπική της σφραγίδα, η οποία έχει δημιουργηθεί μέσα από χρόνια παρατήρησης, πειραματισμού και συνεργασιών που ξεπερνούν το «ένα καρέ μόνο».
Σε αυτή τη συζήτηση, ο Δημήτρης Μουγκός μιλά για την γενικότερη φωτογραφική του δραστηριότητα, την εμπορική – και όχι μόνο – φωτογραφία, τις συνεργασίες του με καλλιτέχνες όπως ο ΛΕΞ και άλλα.
Σε ένα φιλικό καφέ, στην οδό Ολύμπου, μου μίλησε αρχικά για το ιστορικό τυπογραφείο του πατέρα του, όπου μεγάλωσε και απέκτησε όλα τα ερεθίσματα για να φτάσει ως εδώ.
«Έχω γυρίσει από σχολείο στο τυπογραφείο του πατέρα μου και πέτυχα τον Αγγελάκα», μου εξηγεί αναπολώντας τις παιδικές του στιγμές και αφηγείται ιστορικές στιγμές για τα πρώτα του βήματα στη φωτογραφία, αλλά και πως κατάλαβε ότι είναι αυτό που του αρέσει.

«Μεγάλωσα μέσα στο δισκάδικο του συγχωρεμένου Γιώργου Τσακαλίδη. Το μαγαζί συνεργαζόταν με τον «Μύλο,» οπότε πήγαινα και έβλεπα συναυλίες, ήταν πολύ κοινός τόπος για αρκετό κόσμο, είχα την τύχη να μεγαλώσω σε αυτό το πλαίσιο.
Κάποια στιγμή – εγώ ήθελα να μπω στη σχολή καλών τεχνών, ο πατέρας μου όχι, ήθελε να γίνω αρχιτέκτονας, δεν τα κατάφερα με τα μαθήματα κλπ και τη δεύτερη φορά που έδωσα πανελλήνιες δήλωσα το τμήμα φωτογραφίας.
Τότε ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη φωτογραφία, οι σπουδές ήταν καθοριστικές γι’ αυτό. Πάντα είχα μια αγάπη για τον κινηματογράφο άλλωστε ο πατέρας μου και ο θείος μου είχαν συνεργασίες με το Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης και ουσιαστικά μετά τη σχολή ξεκίνησα να φωτογραφίζω επίσημα».
Το στούντιο που εργάζεται σήμερα ο Δημήτρης κρατάει μια ιστορία χρόνων από τον παππού του ο οποίος ήταν τυπογράφος. Με τις δεκαετίες να περνάνε το μαγαζί μεταμορφώθηκε και εξελίχθηκε στον υπάρχοντα χώρο
«Το μαγαζί δεν είναι ακριβώς αυτό που ξεκίνησε αλλά εξελίχθηκε σε κάτι διαφορετικό… Το μαγαζί αρχικά ήταν στη Βασιλέως Ηρακλείου του παππού μου ο οποίος ήταν βιβλιοδέτης. Κάποια στιγμή μπήκε στην εκτύπωση αφού πήρε ένα πιεστήριο, άλλαξε τον χώρο και πήγε στη Σβώλου. Από τότε είμαστε στο ίδιο αδιέξοδο από τα τέλη του ’60. Λόγω των ασχολιών του καθενός, έφτασε στη σημερινή του μορφή».

Τώρα πώς λειτουργεί η φάση στο στούντιο;
«Παράλληλα συστεγάζεται ένας εκδοτικός οίκος που βγήκε το λεύκωμα στην πρώτη του έκδοση, οπότε έχουμε κρατήσει στοιχεία και λογική μαγαζιού τυπογραφείου. Άνθρωποι και καλλιτέχνες που θέλουν να κάνουν καταλόγους μας συμβουλεύονται, μιλάμε και βλέπουμε τα υλικά τους, υπάρχει το κομμάτι της επιμέλειας βιβλίου».
Το στούντιό του έχει περάσει πολλές μορφές και αρκετές δεκαετίες αφήνοντας το αποτύπωμά του στην πόλη. Τον ρωτάω εάν σκέφτεται την παρακαταθήκη που μπορεί να αφήσει στην επόμενη γενιά αλλά ο ίδιος δεν έχει στο μυαλό του κάτι συγκεκριμένο…
«Θα φανεί στο τέλος τι άφησα πίσω μου»
«Εγώ δε σκέφτομαι τι μπορεί να αφήσω για μετά… νομίζω πως είναι κάτι το οποίο καταλαβαίνουν οι επόμενοι. Θα φανεί στο τέλος τι άφησα πίσω μου. Το θέμα είναι σίγουρα πως οι δικοί μου, μου άφησαν κάτι μεγάλο και σημαντικό. Προσωπικά ελπίζω να αφήσω κάτι αντίστοιχο».
Το «Βίλμα: Το τελευταίο αντίο» έκανε πρεμιέρα στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και φέρνει την σκηνοθετική υπογραφή του Κώστα Μπακιρτζή και του Κωστή Σταμούλη. Ο Δημήτρης Μουγκός κατέγραψε και βοήθησε στη δημιουργία του ντοκιμαντέρ με αποκαλυπτικά πλάνα που αποτελούν πλέον ιστορικά ντοκουμέντα για έναν χώρο που έκλεισε, και μαζί του, έφυγε μια εποχή…
Ανέφερε πως γνώρισε πρόσφατα τον συνεργάτη του Κώστα Μπακιρτζή, ενώ τον ίδιο τον Κώστα τον ξέρει από πολύ παλιά, «πριν καν γεννηθεί» σχεδόν οικογενειακά, εξηγώντας ότι οι πατέρες τους είναι κουμπάροι.
«Γνωρίζω τη μουσική του Κώστα και τη σχέση του με τον κινηματογράφο και το πιάνο του. Είμαστε οικογένεια, δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω αλλιώς».
Σημείωσε ότι η ιδέα ξεκίνησε από τον Μπακιρτζή, ο οποίος περνούσε χρόνο στο Βίλμα κυρίως βραδινές ώρες, αλλά και σε άλλα σημεία της πόλης. Όπως μετέφερε, «έχει μια ευαισθησία», κάτι που φάνηκε και από την επιθυμία του να καταγράψει τον χώρο πριν κλείσει.
Περιέγραψε πως αρχικά δεν υπήρχε πρόθεση για ντοκιμαντέρ: «Μου είπε να πάμε να τραβήξουμε κάποια πλάνα γιατί κλείνει» και πως ο ίδιος, αντιλαμβανόμενος τον ρομαντισμό της ιδέας, του απάντησε «είμαι μέσα σε ό,τι χρειαστείς».
Στη συνέχεια εξήγησε ότι ο Μπακιρτζής άρχισε να βρίσκει πρόσωπα για συνεντεύξεις και σιγά σιγά το project άρχισε να παίρνει μορφή, μέχρι που κατέληξε σε ένα ολοκληρωμένο ντοκιμαντέρ. Όπως είπε, όταν πληρούσε πλέον τις προδιαγραφές, «τα παιδιά αποφάσισαν να το στείλουν στο Φεστιβάλ και χάρηκα πολύ γι’ αυτό».
Κατέληξε τονίζοντας πως το σημαντικότερο είναι ότι πρόκειται για μια μοναδική καταγραφή ενός χώρου που δεν υπάρχει πια, λέγοντας πως «είναι ένα ντοκουμέντο, ένα αρχείο», αφού το Βίλμα έχει ήδη κλείσει και στο σημείο έχουν ξεκινήσει εργασίες.
Έχοντας συμβάλει στο ντοκιμαντέρ με φωτογραφίες και βίντεο τον ρωτάω τι τον εξιτάρει περισσότερο
«Τα 24 καρέ το δευτερόλεπτο θέλουν πολλές ζωές»
Γιατί φωτογραφία και όχι βίντεο;
«Αν μου ζητήσει κάποιος κάτι, θα το κάνω», τονίζοντας ότι στο παρελθόν έχει δουλέψει και σε βίντεο κλιπ. Εξήγησε ότι όταν αποφάσισε να ασχοληθεί επαγγελματικά, συνειδητοποίησε πως «αυτό που ξέρω να κάνω καλύτερα είναι η φωτογραφία», τονίζοντας πως η στατική εικόνα τον εκφράζει περισσότερο.
Σε ό,τι αφορά το τι τον έκανε να «κολλήσει» με τη φωτογραφία, ανέφερε πως ήταν το αντικείμενο των σπουδών του και πως ήδη από τότε αντιλαμβανόταν το βάθος της, λέγοντας ότι «η φωτογραφία θέλει μια ζωή για να τη σπουδάσεις. Tα 24 καρέ το δευτερόλεπτο θέλουν πολλές ζωές», δείχνοντας τη αγάπη του για τη φωτογραφία.
Τέλος, εξήγησε πως από μικρός ένιωθε ότι πρόκειται για έναν διαφορετικό κόσμο, σημειώνοντας σε πρώτο πρόσωπο ότι «το να κλείνουμε ένα πράγμα σε ένα κάδρο – όπως στη ζωγραφική ή στο σινεμά – είναι κάτι μαγικό».
Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και της τεχνολογίας πως αποκτά κάποιος την δική του οπτική ταυτότητα είναι; Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι αυτό;
«Το μέσο θα παραμείνει αυτό που είναι, η τεχνολογία απλώς παίζει το ρόλο της σε αυτό το κομμάτι. Εγώ θεωρώ πως η ΤΝ είναι ένα εργαλείο, δε νομίζω πως πρέπει να είμαστε απόλυτοι και τρομαγμένοι ότι τάχα μου θα καταστραφεί ο κόσμος. Χρειάζεται αισιοδοξία.
Όσον αφορά τα νεότερα παιδιά που μπαίνουν στο χώρο, σίγουρα ο κάθε ένας βρίσκει τον τρόπο του και τη λειτουργία του. Ο κάθε ένας είναι ξεχωριστός. Αυτό που θα ήθελα απλώς να δω είναι ένα slow pace, δηλαδή να σκεφτόμαστε πριν δράσουμε.
Αυτό είναι κάτι που η σημερινή εποχή μας έχει μεταφέρει και αυτό μας έχει καταπιεί, ότι πρέπει όλα να τα κάνουμε γρήγορα και πολλές φορές έτσι δε σκεφτόμαστε πριν κάνουμε κάτι. Το να παίρνει κάποιος τον χρόνο του είναι το παν».
Αυτό είναι το κόλπο στη φωτογραφία;
«Έχοντας έρθει σε επαφή με κόσμο, εντυπωσιαζόμαστε με πράγματα που είναι λίγο επουσιώδη. Θα ήθελα να παίρνουμε λίγο χώρο και χρόνο γιατί μετά μπαίνει ο κάθε ένας στο κανάλι του και απλά τρέχει χωρίς να καταλαβαίνει τι κάνει. Λίγη παραπάνω σκέψη».
Έχοντας καταφέρει να επιβιώσει στη Θεσσαλονίκη της κρίσης, ο Δημήτρης εξηγεί τις δυσκολίες για τους νέους φωτογράφους και πως τα πράγματα δεν… έχουν αλλάξει και πολύ από τα νιάτα του
«Είπα στην κυρία που είχε το φούρνο ότι πέρασα στο τμήμα φωτογραφίας, γέλασε και μου είπε “κάναμε το χόμπι επάγγελμα”».
«Το να επιβιώσεις ως φωτογράφος δεν ήταν ποτέ εύκολο, έχει τις ίδιες δυσκολίες που έχει ένας ελεύθερος επαγγελματίας σε οποιονδήποτε τομέα. Ο χώρος της εικόνας ήταν πάντοτε ένας ιδιαίτερος χώρος, δεν ήταν ποτέ εύκολος.
Θυμάμαι ότι όταν πέρασα στη σχολή, πήγα σε έναν φούρνο δίπλα στο τυπογραφείο και όταν είπα στην κυρία Ελένη που είχε το φούρνο ότι πέρασα στο τμήμα φωτογραφίας γέλασε και μου είπε «κάναμε το χόμπι επάγγελμα»… αυτή ήταν η αντίληψη του κόσμου τότε. Ίσως να υπάρχει και τώρα αυτό».
Γελώντας με αυτό το σκηνικό τον ρωτάω πως είχε αντιδράσει τότε και πως θα αντιδρούσε τώρα εάν άκουγε κάποιον να το λέει αυτό σε έναν νέο φωτογράφο
Πώς αντέδρασες σε αυτό;
«Ήμουν μικρός τότε και εννοείται πως εκνευρίστηκα…»
Αν ακούσεις τώρα κάποιον να το λέει αυτό θα αντιδράσεις;
«Ε δε νομίζω γιατί μετά θα γίνω αγενής. Είναι ένα πολύ κακοπροαίρετο σχόλιο και το μόνο πράγμα που δε θέλω σίγουρα, είναι να βάζουν φρένα στους νέους. Αυτό για μένα είναι πολύ κακό».
Οι συνεργασίες με τον ΛΕΞ, «την παρέα» και την όλη φάση της ραπ σκηνής
Μίλησε μου λίγο για τη φάση σας και την παρέα. Με τον ΛΕΞ πώς ξεκίνησε η συνεργασία;
«Εμείς όλοι είμαστε φίλοι από το γυμνάσιο. Με τον Κωστή (σ.σ Dof) ήμασταν στην ιδία τάξη από την πρώτη γυμνασίου. Τότε δεν ξέραμε τι θα γίνουμε. Ούτε εγώ ήξερα εάν θα γίνω φωτογράφος, ούτε ο Κωστής ότι θα γίνει παραγωγός και ούτε ο ΛΕΞ ότι θα γίνει ράπερ. Εγώ τουλάχιστον δεν ήξερα σίγουρα, ήμασταν παιδιά.
Σε βάθος χρόνου αυτή η σχέση εξελίχθηκε σε μια φιλία και συνεχίζουμε να είμαστε παρέα. Μέσα σε αυτήν την παρέα ό,τι θέλαμε να κάνουμε το κάναμε μεταξύ μας. Εγώ έτυχε να είμαι φωτογράφος. Από τότε που τα παιδιά ήταν στα Βόρεια Αστέρια έχω φωτογραφίες. Μετά ο κάθε ένας πήρε το δρόμο του αλλά δε χαθήκαμε ποτέ.
Εγώ συγκατοικούσα και με τον Κωστή από τον πρώτο δίσκο του ΛΕΞ μέχρι το δεύτερο. Έτσι ήμουν κοντά στα πράγματα. Πηγαίναμε μαζί στο στούντιο, ήξερα τι γίνεται. Στο ίδιο σπίτι μέναμε…
Στη χαρακτηριστική φράση «Μήτσο τράβα κάνα δυο φωτογραφίες», τον ρωτώ ποιο είναι το background πίσω από την μπάρα.
«Πολύ τιμητικό»
Απάντησε πως δεν είχε ιδέα ότι θα υπάρξει αυτή η αναφορά, λέγοντας: «δεν ήξερα τίποτα, δεν είχα ενημερωθεί για κάτι, δε μου είχε πει κάτι ο Αλέξης». Όπως εξήγησε, το έμαθε εκ των υστέρων από τον Dof, προσθέτοντας πως «όταν μου το είπε ο Κωστής, συγκινήθηκα ρε συ».
Τόνισε ότι τέτοιου είδους αναφορές έχουν ιδιαίτερη συναισθηματική αξία, λέγοντας πως «είναι συγκινητικό να γίνεται μια τέτοια αναφορά», ενώ υπογράμμισε ότι αυτό αποτελεί και μέρος της κουλτούρας της ραπ, όπου είναι σημαντικό να δίνεις credits στους ανθρώπους της παρέας και του crew. «Όλο αυτό είναι πάρα πολύ τιμητικό».

Στη συνέχεια, τον ρώτησα εάν αυτή η φράση είναι πλέον ένας στίχος-κατατεθέν.
Απάντησε πως όταν ήταν φοιτητές, παρόμοιες αναφορές ακουγόντουσαν κυρίως σε λαϊκά τραγούδια, λέγοντας σε πρώτο πρόσωπο: «Μας τραγουδούσαν “φωτογράφε όλη την τέχνη σου να βάλεις” ή, ξέρω ‘γω, “τράβα μια φωτογραφία αυτήν την ώρα που στα μάτια με κοιτάζει”».
Σημείωσε όμως ότι εξαιτίας της ειλικρίνειας και της επιτυχίας του ΛΕΞ, η φράση απέκτησε διαφορετικό νόημα και κύρος.
Όπως σχολίασε, αυτό αντικατοπτρίζει «τον τρόπο που αλλάζουν οι εποχές τα πράγματα», κάτι που βρίσκει πολύ ενδιαφέρον.
Εσύ ταυτίζεσαι με το Τέχνη για Κολλημένους;
«Έχω την εντύπωση ότι όλοι και όλα τα πράγματα για να μπορέσουν να έχουν μια πορεία και κατεύθυνση πρέπει να λειτουργούν εμμονικά. Σε πολλά σημεία ταυτίζομαι και εγώ – ή τουλάχιστον ταυτιζόμουν – νομίζω πως χρειάζεται να έχεις ένα στοιχείο εμμονής για να λειτουργήσουν τα πράγματα. Αυτό μπορεί να έρχεται κόντρα με την πραγματικότητα αλλά εσύ πρέπει να κυνηγάς τον στόχο σου».
Το λεύκωμα «Κάνα δυο φωτογραφίες»
Ποια ήταν η αφορμή για τη δημιουργία του λευκώματος;
«Ήθελα να βγουν οι εικόνες από τον σκληρό δίσκο. Μιλώντας ως φωτογράφος, η εικόνα μια εικόνα ολοκληρώνεται στο χαρτί. Μια φωτογραφία σε μια οθόνη είναι ανολοκλήρωτη». Τόνισε πως ένιωσε ότι το project, που κράτησε πολλά χρόνια, χρειαζόταν αυτή την ολοκλήρωση.
Σχετικά με τη διάρκεια του έργου, ανέφερε ότι ξεκίνησε το 2014 με τον πρώτο δίσκο του ΛΕΞ και ολοκληρώθηκε με την παρουσίαση του τρίτου στο Λονδίνο, δηλαδή σχεδόν μια δεκαετία. «Ο σκοπός μου ήταν να μείνει μια ιστορία που. Αν για παράδειγμα κοπεί το ρεύμα, να μείνει κάτι χειροπιαστό».
Τόνισε ότι για εκείνον το σημαντικότερο είναι «το να έχεις στα χέρια σου ένα απτό πράγμα που λέει μια ιστορία».
*Το λεύκωμα: https://kanadyofotografies.mougos.eu/
Αντίκτυπος και παρουσίαση
Σχετικά με τις εκθέσεις, σημείωσε πως η ανταπόκριση του κόσμου υπήρξε εμφανής, τόσο στη παρουσίαση του βιβλίου στο Μουσείο Φωτογραφίας όσο και στις εκθέσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Τόνισε όμως ότι το πιο σημαντικό είναι πως «ο καθένας μέσω του δικού του μέσου προσπαθεί να επικοινωνήσει το μήνυμα του».
Τέλος, υπογράμμισε τη σημασία της συμμετοχής των παιδιών της κουλτούρας, λέγοντας ότι «το γεγονός ότι ήρθαν παιδιά στην έκθεση φωτογραφίας με αφορμή μια μουσική κουλτούρα για εμένα είναι πολύ σημαντικό και ουσιώδες».
Έχοντας φωτογραφίσει σε δεκάδες live τον ρωτάω τι θα ήθελε να τραβήξει εάν είχε τη δυνατότητα για ένα μονάχα κλικ.
Κλικ σε μουσικό, κοινό, ή ό,τι μείνει πίσω;
«Από τις πιο ενδιαφέρουσες εικόνες που έχω τραβήξει είναι το αποτέλεσμα του κοινού που αφήνει, αλλά αν κρατούσα μια φωτογραφία από ένα live ίσως ήταν οι αντιδράσεις και οι εκφράσεις του κόσμου.
Έχω μια φωτογραφία που αγαπάω πολύ. Απεικoνίζει το κοινό σε ένα live στο Ιβανώφειο. Η σύνδεση του χώρου, της μουσικής και του κόσμου είναι κάτι μαγικό. Είτε το live έχει 60.000 κόσμο είτε 100 άτομα. Αυτό που συμβαίνει εκεί μέσα είναι κάτι μοναδικό. Το ενδιαφέρον είναι πως υπάρχει κάτι μοναδικό σε κάθε live».
Ο Δημήτρης ασχολείται επίσης και με την εμπορική φωτογραφία
Τι διαφορές βλέπεις μεταξύ της προσωπικής / καλλιτεχνικής σου δουλειάς και της εμπορικής φωτογραφίας;
«Ξεκλειδώσεις το πώς είναι να φωτογραφίζεις ανθρώπους. Στην αρχή θεωρούσα τον εαυτό μου παρεμβατικό και απέφευγα να φωτογραφίζω στο δρόμο για να μην προκαλώ αμηχανία, αλλά πλέον βρήκα τον τρόπο για να το κάνω».
Αναφέρθηκε σε ένα project για τη ψυχική υγεία, όπου φωτογράφισε 30 πρόσωπα από το χώρο του τραγουδιού μέσα στο στούντιο, τονίζοντας ότι ήταν καλλιτεχνικό έργο και όχι εμπορικό.
Υπογράμμισε πως η δουλειά στο στούντιο δεν περιορίζεται απαραίτητα σε ανθρώπους, αλλά μπορεί να αφορά χώρους ή προϊόντα, και ότι «το αποτέλεσμα πρέπει να είναι άρτιο και να είσαι εντάξει με τους συνεργάτες-πελάτες».
Κατέληξε λέγοντας ότι οι δύο δρόμοι – προσωπική και εμπορική φωτογραφία – συναντιούνται και τους αντιμετωπίζει «με την ίδια αγάπη».
*Η καμπάνια https://www.epapsy.gr/milaphotocampaign/
Υπάρχουν συμβιβασμοί που πρέπει να κάνεις σε ένα εμπορικό project;
«Αυτό εξαρτάται από το ποια δουλειά θα προκύψει. Εγώ προσπαθώ να είμαι τυπικός και να υπάρχει ευγένεια. Δε μου έχει συμβεί κάτι που να χρειάζεται κάποιον έξτρα χειρισμό».
Τι συμβουλή θα έδινες σε κάποιον νέο φωτογράφο που θέλει να μπει στον χώρο της εμπορικής – και όχι μόνο – φωτογραφίας στην Ελλάδα;
«Το μόνο που θα έλεγα είναι πως η ενασχόληση με τη φωτογραφία είναι κάτι ξεχωριστό. Σου μαθαίνει να σκέφτεσαι, να βλέπεις και να βρίσκεις παντού κάτι ενδιαφέρον. Αυτό που θα του έδινα ως συμβουλή είναι να σκέφτεται περισσότερο ό,τι κάνει και να μην βιάζεται, χρειάζεται μια δομή».
Κλείνοντας και έχοντας περπατήσει την Ολύμπου φτάνουμε στο σημείο όπου έγιναν επεισόδια στην πορεία για τα Τέμπη στις 28 Φεβρουαρίου
Ποια είναι η άποψή σου για τους φωτορεπόρτερ και την αντιμετώπιση που δέχονται από τους αστυνομικούς;
«Τι να πω… όταν ένας άνθρωπος κάνει τη δουλειά του και το κράτος τον αντιμετωπίζει με αυτόν τον τρόπο είναι απαράδεκτο. Να δουλεύουν και να τους πετάνε κρότου λάμψης, τι να πω πραγματικά…».
Mougos.eu: https://www.instagram.com/mougos.eu/
DImitris Mougos: https://www.instagram.com/dimitrismougosphoto/









