Κωνσταντίνος Αλειφέρης: Ο φωτογράφος από την Πέλλα που ξεχώρισε σε Τόκιο, Νέα Υόρκη και την ιταλική Vogue
Ο ίδιος μιλά στην Parallaxi για το ταξίδι του στον κόσμο της φωτογραφίας, τις καλλιτεχνικές δυσκολίες στην Ελλάδα και τις παγκόσμιες διακρίσεις του
Ο Κωνσταντίνος Αλειφέρης από μικρό παιδί στιγμή αποτύπωνε στιγμές στην κάμερα. Μέσα από την τέχνη της φωτογραφίας, κατάφερε το όνομά του να ταξιδέψει από την ορεινή Πέλλα, μέχρι τη Βουδαπέστη, το Τόκιο και τη Νέα Υόρκη.
Με τις μοναδικές δικές του πινελιές σε ύφος, φως και χρώματα, σε πορτρέτα και στιγμιότυπα τοπίων, ο Κωνσταντίνος αποτυπώνει τη δική του ματιά στιγμών, μέσα από τον φακό του.
Το ταξίδι του Κωνσταντίνου με τη φωτογραφία ξεκίνησε από μικρή ηλικία, όταν στο νηπιαγωγείο, ο πατέρας του άρχισε να του δίνει στα χέρια την φωτογραφική του μηχανή.
«Χρησιμοποιούσε μια φωτογραφική με φιλμ για να αποθανατίσει τις εκδρομές μας και εμένα στο εκάστοτε τοπίο ως αναμνηστικό. Τότε, προσπάθησε να με μυήσει στην φωτογραφία. Με την πάροδο των χρόνων είχα μάθει πλέον τη διαδικασία και την χρησιμοποιούσα και εγώ, με αγαπημένο μου θέμα τα τρένα.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά, ένα ταξίδι με τρένο σε όλο το μήκος της γραμμής της Πελοποννήσου, όπου δημιούργησα και ένα δικό μου φωτογραφικό πορτφόλιο, χωρίς να ξέρω τότε καν αυτόν τον τρόπο οργάνωσης και παρουσίασης φυσικά. Στα εφηβικά έτη άλλαξαν οι προτεραιότητες και η φωτογραφική ενασχόληση περιορίστηκε αρκετά. Αργότερα, ως τελειόφοιτος λυκείου πλέον και σκεπτόμενος τον επαγγελματικό μου προσανατολισμό, άρχισα ξανά να ασχολούμαι ενεργότερα και με πιο ώριμη ματιά με τη φωτογραφία, αγοράζοντας την πρώτη μου επαγγελματική μηχανή στο 3ο μου έτος ως φοιτητής και διαβάζοντας για την ιστορία της φωτογραφίας και την χρήση της μηχανής».

Η επαγγελματική στροφή στον κόσμο της φωτογραφίας έγινε τα τελευταία χρόνια, όταν και ξεκίνησε να ασχολείται με τον τομέα του γάμου και της βάφτισης, με εικόνες που έχουν πλέον διακριθεί παγκοσμίως.

Αν έπρεπε να διαλέξει το αγαπημένο του πράγμα για να αποτυπώσει στην οθόνη, θα ξεχώριζε το πορτρέτο και τη φωτογράφηση τοπίων.
«Στο πορτρέτο με γοητεύει η μοναδική σύνδεση που δημιουργείται κάθε φορά με το εκάστοτε πρόσωπο, η επικοινωνία με τον φωτογραφιζόμενο και η οπτικοποίηση των συναισθημάτων που περιβάλλουν την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και αντικατοπτρίζουν εν μέρη και τη σχέση που δημιουργείται στο σετ ανάμεσά μας», εξηγεί ο ίδιος και αναλύει:
«Ειδικότερα στη φωτογράφιση γάμου και βάπτισης, ειδικό βάρος δίνει και η γνώση του πώς καταγράφεις μια σημαντική στιγμή για τη ζωή των ανθρώπων και είσαι μέρος της ιστορίας τους.
Όσον αφορά το τοπίο, με ενθουσιάζει αρχικά η απουσία απόλυτης σκηνοθετικής παρέμβασης στο θέμα και η τυχαιότητα που καλείσαι να αντιμετωπίσεις ως παρατηρητής. Ταυτόχρονα όμως, σου επιτρέπει να προσθέσεις και εσύ τις πινελιές σου και να εκφραστείς χρησιμοποιώντας το, αλλάζοντας ακόμη και την ατμόσφαιρα που συναντάς κατά την λήψη του».

Πηγή έμπνευσης για τον Κωνσταντίνο αποτελεί οτιδήποτε ζωντανεύει τη φαντασία του.
Η ζωή και οι υπαρξιακές αναζητήσεις, μια ιστορία της διπλανής πόρτας, μια κοινωνική αδικία ή ένα φαινόμενο της εποχής, μια συναισθηματική σχέση και η δυναμική της που θα τον παρακινήσει να την οπτικοποιήσει με τη δική του αισθητική, μια αραιή νέφωση που θα δημιουργήσει έναν ιδιαίτερο φωτισμό σε ένα τοπίο και θα το κάνει να φαίνεται σαν να βγήκε από πίνακα του Ντα Βίντσι.
«Η έμπνευση επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη δική μας ψυχολογία και καθημερινότητα. Αφήνω λοιπόν πολλές φορές την φωτογραφία να έρθει σε μένα και την ψυχολογία μου να επηρεάσει την οπτική μου, παρά να προσπαθήσω να ελέγξω τα πάντα από το μηδέν ή να χρησιμοποιήσω επιστημονική μεθοδολογία στην τέχνη για αναπαραγωγή πανομοιότυπων εικόνων», λέει ο ίδιος.


Τα στιγμιότυπά του έχουν διακριθεί σε μεγάλους διαγωνισμούς φωτογραφίας του εξωτερικού, αναμετρούμενος με επαγγελματίες του χώρου από όλο τον κόσμο.
Μεταξύ άλλων, έλαβε την 8η μεγάλη διάκριση τα τελευταία 2 χρόνια, κερδίζοντας 3 ασημένια βραβεία στα Διεθνή Βραβεία Φωτογραφίας της Νέας Υόρκης για το 2025.
Έχει διακριθεί με χρυσά βραβεία στο Διεθνή Διαγωνισμό Φωτογραφίας της Βουδαπέστης, honorable mentions σε Διεθνή Διαγωνισμό στο Τόκιο αλλά και με 2 δεύτερες θέσεις στα Διεθνή Βραβεία Φωτογραφίας 2023, τον 2ο μεγαλύτερο διαγωνισμό φωτογραφίας στον κόσμο.

Η δουλειά του χαίρει της εκτίμησης της Ιταλικής Vogue με 36 δημοσιεύσεις τα τελευταία 4 χρόνια στην επίσημη σελίδα της, ενώ για το 2025, έλαβε 9 χρυσά βραβεία στα Ευρωπαϊκά Βραβεία Φωτογραφίας, ένα Ασημένιο βραβείο στο Τόκιο, ένα Χάλκινο βραβείο στον Διαγωνισμό της Βουδαπέστης.

Ο ίδιος ενώ νιώθει μεγάλο ενθουσιασμό για τις διακρίσεις του, παρατηρεί πως πολλές φορές πιάνει τον εαυτό του να μη νιώθει την περηφάνεια που θα έπρεπε τηρουμένων των αναλογιών, ανεβάζοντας διαρκώς τον πήχη:
«Αυτό το αποδίδω κυρίως στην κοινωνική πίεση που μας ασκείται για προσωπική και επαγγελματική εξέλιξη και την επίδραση των social media που αναμφίβολα κάνουν τη χαρά μας να διαρκεί λιγότερο, περιμένοντας το επόμενο story μας. Την αυριανή μέρα με μια νέα επιτυχία μας για να λάβουμε την αποδοχή που πρέπει, ειδάλλως έχουμε ξεχαστεί από το virality της επόμενης ημέρας.
Όσον αφορά την οπτική μου στα πράγματα ή τον χαρακτήρα μου, σίγουρα δεν άλλαξε κάτι δραματικά. Περισσότερο θα έλεγα πως παρατήρησα από ένα νέο πρίσμα τις ανθρώπινες σχέσεις και τις αντιδράσεις του περιβάλλοντος και του κοινού, όταν σε βλέπουν να πετυχαίνεις συνεχώς κάποιους επαγγελματικούς σου στόχους και να χαίρεις της αναγνώρισης επειδή το έργο σου το αξίζει και όχι λόγω διαπροσωπικών σου σχέσεων. Αυτό σίγουρα μου έδωσε κάποια μαθήματα που μέχρι τώρα απλώς τα άκουγα ως ακροατής αλλά δεν έτυχε να γίνω κοινωνός τους», όπως εξηγεί.


Ο Κωνσταντίνος ένιωσε νωρίς την πίεση μετά από τις μεγάλες διακρίσεις στο εξωτερικό να αποδείξει ότι οι πρώτες επιτυχίες δεν ήταν απλά ένα «πυροτέχνημα»:
«Από την άλλη η συνεχής αναγνώριση με διαφορετικές εικόνες κάθε χρόνο, σε διάφορες κατηγορίες και στους μεγαλύτερους φωτογραφικούς διαγωνισμούς του κόσμου, μου έδωσε την αυτοπεποίθηση που απαιτείται για να φύγει το άγχος της αναγνώρισης, τουλάχιστον ως προς την ικανότητα παραγωγής ποιοτικών εικόνων με ουσία και καλλιτεχνική επάρκεια».
Στη Θεσσαλονίκη, του αρέσει να φωτογραφίζει στιγμές κατά τη διάρκεια του ηλιοβασιλέματος στην παλιά και Νέα παραλία, αλλά και στιγμιότυπα από τη διοργάνωση OPEN HOUSE.

«Τα χρώματα που βλέπει το μάτι μου ανάλογα την εποχή ή τις συνθήκες, η παρουσία των ανθρώπων εκεί σε κινήσεις ‘’long shot’’ που αλληλεπιδρούν και δίνουν ζωή στο τοπίο της πόλης.
Το Οpen House Thessaloniki είναι μια μεγάλη αρχιτεκτονική γιορτή για την πόλη και η φωτογραφική αποτύπωση της ταυτόχρονης επαφής του πολιτισμού, των ανθρώπων και της φωτογραφικής αποτύπωσης τους με την αρχιτεκτονική, δημιουργεί στιγμιότυπα που αξίζουν ιδιαίτερης μνείας και προβολής.



Τέλος στη συγκεκριμένη πόλη θα έλεγα πως με ιντριγκάρει περισσότερο φωτογραφικά το φωτορεπορτάζ. Έχει ζωή και χαρακτήρα ως αστικό τοπίο η Θεσσαλονίκη και περιόδους που ο παλμός είναι δυνατός. Εκείνες τις ημέρες μου αρέσει να περπατώ από την Βασιλίσσης Όλγας και τα ιδιαίτερα κτίρια της μέχρι το Λιμάνι, με την κάμερα στο χέρι και να αποθανατίζω οτιδήποτε τραβήξει την προσοχή μου».

Ως ανερχόμενος καλλιτέχνης που προσπαθεί να επιβιώσει στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος θεωρεί πως «σε καμία περίπτωση η ιδιότητα αυτή δεν προσομοιάζει πλέον τον θαυμασμό που έφερνε το άκουσμά της στο παρελθόν»:
«Θεωρώ πως η δημοφιλία καθορίζει περισσότερο το επίπεδο αναγνώρισης παρά η καθεαυτού αξία και μετουσίωση της δημιουργίας στην τέχνη δυστυχώς. Δεν θέλω να είμαι μηδενιστικός, αλλά στις νεότερες ηλικίες το παρατηρώ όλο και περισσότερο.
Ίσως είναι και μια απόρροια της έλλειψης ρομαντισμού στις μέρες μας και ταυτόχρονα της κατάστασης που άλλαξε στη χώρα μας από το 2011 και έπειτα. Θεωρώ πως άλλαξαν αρκετά οι προτεραιότητες και ο βιοπορισμός έχει σκεπάσει την τέρψη της τέχνης σε μεγάλο βαθμό. Προσωπικά η τοπική κοινωνία άργησε να με αποδεχτεί ως καλλιτέχνη και η κατάσταση άλλαξε με τις αλλεπάλληλες διακρίσεις στο εξωτερικό και κυρίως με τις πρώτες συνεντεύξεις σε διαδικτυακές εφημερίδες.
Το κάθε επάγγελμα έχει τις δικές του δυσκολίες και δε θα έβαζα την φωτογραφία σε κάποια ξεχωριστή λίστα. Κάνοντας αυτό που αγαπάς για να επιβιώσεις, ίσως σε βοηθάει περισσότερο να απολαύσεις αυτό που κάνεις και να μην τ0 βλέπεις ως δουλειά», καταλήγει ο ίδιος.




