Θεσσαλονίκη

Αξέχαστα φαγητά, θεϊκά γλυκά – Οι γεύσεις της Θεσσαλονίκης που μας λείπουν

Από τα θρυλικά σάντουιτς του Κοσμά, τα μπιφτέκια του Τάκη και τις πατάτες κομπλέ του Tifanny's μέχρι τα παγωτά της Ωραίας και τις τουλούμπες με καϊμάκι στο Κεφίρ

Ραφαήλ Γκαϊδατζής
αξέχαστα-φαγητά-θεϊκά-γλυκά-οι-γεύσε-929557
Ραφαήλ Γκαϊδατζής

Παραδέχομαι συνεχώς ότι οι καλύτεροι ρεπόρτερ είναι οι αναγνώστες. Αυτοί είναι πολλές φορές που με μια φωτογραφία, μια ανάρτηση, μια επισήμανση σου ανοίγουν τους ορίζοντες, σου παρακινούν να αναζητήσεις ακόμα περισσότερο ένα θέμα και να το αναδείξεις. Αυτό συνέβη και με την περίπτωση του συγκεκριμένου άρθρου. Μια ανάρτηση του Dimitris Psychoulas στo Facebook έγινε μέσα σε λίγες ώρες viral. Μέσα σε λίγες γραμμές κατάφερε να μας κάνει ένα νοσταλγικό ταξίδι στα παλιά φαγάδικα και ζαχαροπλαστεία της πόλης.

Σε πιάτα και γλυκά που μνημονεύονται μέχρι και σήμερα, σε θρυλικά στέκια, που μας έχουν λείψει. Ένα… χορταστικό αφιέρωμα, με αφορμή και την ανάρτηση των προηγούμενων ημερών, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι.

Από τα σαγανάκια του Ανάπηρου και τα θαλασσινά του Αδαλάκη, στον μύθο του Διονύσου και τα κουλούρια του Σπυριδάκη.

Καλή… απόλαυση.

Τα σαγανάκια του Ανάπηρου

Μπορεί ένα σαγανάκι να μνημονεύεται 50 χρόνια μετά; Και όμως στην περίπτωση του Ανάπηρου αυτό συμβαίνει. Τραπέζια στο μαγαζί ένα ή δύο. Οι περισσότεροι βολεύονταν στους πάγκους. Παλιοί θαμώνες θυμούνται νοσταλγικά: 

«Βρισκόταν στην κάτω μεριά της Σβώλου ανάμεσα στην Απελλού και την Π.Π.Πατρών. Εξωτερικά έμοιαζε περισσότερο με κανονικό κατάστημα (π.χ. υποδημάτων), αφού είχε κανονική, μεγάλη σε βάθος, βιτρίνα την οποία είχε διακοσμημένη με τον κλασσικό “μάγκα” του ούζου 12 σε διάφορα μεγέθη. Το μαγαζί μέσα, ήταν κλειστό δεν είχε κανένα παράθυρο, ενώ η επιφάνεια των τοίχων του ήταν ολότελα καλυμμένη με κολάζ από φωτογραφίες των τότε περιοδικών και κυρίως με σκαμπρόζικες σέξυ πόζες αστέρων της εποχής».

«Τσιπουράκι, λάχανο τουρσί, ελιές, ρέγγα καπνιστή, παστουρμάς, καυτερή πιπεριά κλπ. Η δε πελατεία ήταν 100% ανδρικός πληθυσμός. Γυναίκα δεν πατούσε ποτέ. Άλλωστε για να φτάσεις εκεί έπρεπε να περάσεις μπροστά από 2 οίκους ανοχής μέσα στο στενάκι».

Ο θρυλικός Κρικέλας

Γιαπράκια, τζιγεροσαρμάδες, γαριδοσαλάτα, σαλιγκάρια Κρήτης, λαχανοντολμάδες, φασιανός, σουτζουκάκια, στρείδια. Για κάποιους ο «καθεδρικός ναός του φαγητού» στη Θεσσαλονίκη. Ο Κρικέλας έγραψε τη δική του ιστορία στην πόλη και θα μνημονεύεται για χρόνια έχοντας ένα ξεχωριστό κομμάτι στα σαλονικιώτικα κιτάπια. 

Λειτούργησε για 70 χρόνια με θαμώνες μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής και διεθνούς καλλιτεχνικής σκηνής. Γιώργο Σεφέρη, την Μελίνα Μερκούρη και τον Ζιλ Ντασσέν, τη Ρίτα Χέιγουρθ, την Κατίνα Παξινού με τον Αλέξη Μινωτή, τον Ντέμη Ρούσσο, τη Ρίτα Χεϊγουορθ, τη Τζένη Καρέζη, τη Φει Ντάναγουεη, τον αστροναύτη Γιουρι Γκαγκάριν, τον Σαντιάγο Καλατράβα, το Μίκη Θεοδωράκη την Αλικη Βουγιουκλάκη με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ αλλά και σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο της Ελλάδας και του εξωτερικού, από τον Γεώργιο Παπανδρέου στη δεκαετία του ΄60 και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στα χρόνια του ΄70 όταν επισκέπτονταν την πόλη έως ξένους πρωθουπουργούς που δειπνούσαν εδώ φρουρούμενοι.

krikelas.jpg

Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη ο Κρικέλας ανέπτυξε μια τεράστια φιλία που γέννησε μάλιστα και μια κουμπαριά. Εκεί η Αλίκη συνήθιζε να κάνει θρυλικά τραπέζια και γλέντια και να καλεί όταν βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα ο Τομανάς εξιστορεί στο βιβλίο του για τις Ταβέρνες της παλιάς Θεσσαλονίκης, πως όταν τύχαινε και βρίσκονταν στην πόλη και η Αλίκη και ο Παπαμιχαήλ χωρισμένοι πια, δειπνούσαν σε ξεχωριστά σαλόνια του εστιατορίου. 

Ανάμεσα σε όσους απόλαυσαν τα πιάτα του ο αστροναύτης Γιούρι Γκαγκάριν που παρήγγειλε τα περίφημα σουτζουκάκια του.

Θυμηθείτε εδώ το αφιέρωμα της parallaxi σε ένα μαγαζί – θρύλο

Ωδή στα σάντουιτς του Κοσμά

Άλλο ένα φαγάδικο της δεκαετίας του 70′ που μένει αξέχαστο σε πολλούς Θεσσαλονικείς μέχρι και σήμερα. 

«Βρισκόταν στην Παύλου Μελά, λίγο πριν την Τσιμισκή, κολλητά στο ιστορικό ΠΡΟΠΟτζήδικο “Στάνταρ”. Είχε πιθανώς τα καλύτερα σουτζουκάκια στην πόλη και το all time classic ήταν σάντουιτς με ψωμάκι (πατημένο στην τοστιέρα απαραιτήτως, σουτζουκάκια και ρώσικη που την έφτιαχναν στο μαγαζί. Περνούσε από εκεί όλος ο καλός κόσμος του κέντρου και πολλοί μη Θεσσαλονικιοί, λόγω της καλής φήμης που είχε» γράφουν αυτοί που θυμούνται με νοσταλγία το μαγαζί.

Ο ιδιοκτήτης έφυγε από τη ζωή το 2013.

Τα θαλασσινά μπινελίκια του Αδαλάκη

«Μόδα έγινε και ο Αδαλάκης (Νεάπολη & Λιμάνι), όπου έπαιρνες πακέτο την ψαγμένη κουζίνα του και το ιδιαίτερο ταμπεραμέντο του» έγραφε ο Δημήτρης Ψυχούλας στην parallaxi, ενώ ο Δημήτρης Αντωνόπουλος στο athinorama τον Οκτώβριο του 2009 σημείωνε:

«Δυστυχώς, έκλεισε! Ολόκληρη Θεσσαλονίκη δεν κατάφερε να στηρίξει ένα από τα πιο cult μαγαζιά της και ο «Σωτήρης Αδαλάκης» στο λιμάνι είναι πια παρελθόν. Αυτός ο «τρελός πρίγκηψ των μεζέδων», ο ασυμβίβαστος με τη μετριότητα και τις συμβάσεις έπεσε θύμα ενός θεσσαλονικιώτικου πτωχοπροδρομισμού που δεν μπορεί να εκτιμήσει ένα μαγαζί με φανταστικά θαλασσινά, όπου ο λογαριασμός ξεπερνάει εκ των πραγμάτων τα € 20».

Κανείς μέχρι και σήμερα δεν ξεχνάει τους καλομαγειρεμένους του μεζέδες. Το καλαμάρι γεμιστό, τη ψητή μελιτζάνα με το βούτυρο, τον γαλέο με πράσο και πόσα ακόμα πιάτα που κατέστησαν τον Αδαλάκη ως ένα από τα μαγαζιά με την καλύτερη ψαροφαγία της πόλης.

Ο μύθος του Διόνυσου

Εάν κάποιος έγραφε βιβλίο για τη γαστρονομία της Θεσσαλονίκης, το στρογκανόφ του Διόνυσου θα έπρεπε να έχει ένα δικό του κεφάλαιο.

Ο Αιμίλιος Δαδούδης που μαγείρεψε για όλη την πόλη είχε μιλήσει στην parallaxi για τον γαστριμαργικό μύθο στο Πανόραμα.

«Ανοίξαμε το Διόνυσο του Πανοράματος 1975, περίπου άνοιξη-καλοκαίρι. Είχαμε μια κουζίνα με σπεσιαλιτέ ελληνικές και ευρωπαϊκές, και όλοι είχαν μάθει για το μαγαζί πριν ακόμα το ανοίξουμε. Τα Σάββατα είχαμε 180 κρατημένα τραπέζια. Το Πανόραμα έτυχε να το διαλέξουμε μαζί με το Στέλλιο Βούλγαρη και τον Αλέκο Παγκόπουλο που φτιάξαμε το Διόνυσο. Εγώ ήμουν ακόμα ανίδεος από μαγαζιά, ποτέ μου δεν το υπολόγιζα ότι ήταν μακριά από το κέντρο. Μου έλεγαν ότι δεν θα έρθει κανείς εδώ πάνω. Θα σας φάνε οι λύκοι. Κι όμως, 15 χρόνια δεν έβρισκες τραπέζι να κάτσεις. Στο εστιατόριο ήρθε ο Μιτεράν, ο Γκάλης έκανε τον γάμο του, η Μαρία Κάλας. Ο κόσμος μας ήξερε από το Mediteranne. Τα περισσότερα πράγματα που ήξερα να μαγειρεύω, τα έμαθα στον Διόνυσο των Αθηνών, ήταν το μεγαλύτερο σχολείο. Όλοι οι κουλτουριάριδες ό,τι καινούριο βγάζαμε το μαθαίνανε και τρέχανε σαν τρελοί να φάνε. Είχα ξεκινήσει τον δεύτερο-τρίτο χρόνο τα γαλλικά σαλιγκάρια, που τα είχα δει στο Hotel de Paris. Ερχόταν μέχρι και από την Αθήνα για να φάνε σαλιγκάρια. Η κουζίνα είναι απεριόριστη. Δεν έχει όρια. Στο μαγαζί ερχόταν οι πάντες. Εργοστασιάρχες, πολιτικοί, αθλητές, αλλά και κουλτουριάρηδες που ζητούσαν ότι άκουγαν δεξιά και αριστερά. Σατομβριάν, στρογγανόφ, σάλτσα μπερνέζ, ταρτάρ που δεν ήξεραν ότι ήταν ωμό και τρόμαζαν! Όπου ταξιδεύαμε στο εξωτερικό έπαιρνα ιδέες και βιβλία και εμπλούτιζα το μενού».

dionisos.jpg

Τα μπιφτέκια του Σουέζ

«Αλιεύουμε» από την ιστοσελίδα tavernoxoros.gr: «Βρισκόταν στο συνοικισμό Ουζεΐρ Μπέη που συνόρευε με τα Καραγάτσια. Βρισκόταν περίπου εκεί που είναι σήμερα η Μακεδονίας 58 και 60. Ιδιοκτήτης ήταν ο Απόστολος Τσαλδάρης (κάποια πηγή αναφέρει λανθασμένα Πάνος Τσαλδάρης). Κάποιοι αναφέρουν ότι το ονόμασε Σουέζ γιατί περνούσαν αυλάκια με νερό από τον κήπο της ταβέρνας όταν έβρεχε πολύ, κάποιοι επειδή το μαγαζί ήταν στενόμακρο και κάποιοι επειδή είχε κολλητά ένα μικρό στενό που οδηγούσε στην Σόλωνος».

Στα δύο μοναδικά σχόλια στην παραπάνω ανάρτηση, διαβάζουμε:

«Εἶχε δυό σειρές τραπέζια τό ἕνα πίσω ἀπό τό ἄλλο καί στή μέση ἕνας διάδρομος. Ἦταν σάν στρατιωτικό τόουλ. Ἡ γυναίκα του στήν ψησταριά κι ἐκεῖνος σερβίριζε μέχρι τίς 10. Ὕστερα ἔπιανε τό μπουζούκι καί τραγουδοῦσε κυρίως Θοδωράκη καί ἀντάρτικα».

soyez.jpg

«Μας θυμίζει τα φοιτητικά μας χρόνια, τα μπιφτέκια και το μπουζούκι που έπαιζε ο ταβερνιάρης 10 με 11 το βράδυ. Νομίζω ότι το έλεγαν Σουέζ γιατί ήταν μακρόστενα. Ωραία χρόνια!»

Tifanny’s: Τάισε γενιές Θεσσαλονικιών

Έχουμε και λέμε. Πατάτες κομπλέ, μπιφτέκι, μαγειρίτσα, αρνάκι φρικασέ, φάβα, ρεβυθοπουρές, αυγά αλά ρους, t-bone.

Στο πιο κεντρικό σημείο της Θεσσαλονίκης, στον πεζόδρομο της Ικτίνου, το Tiffany’s έγραψε τη δική του ιστορία από το 1970.

tifanis.jpg

«Έπειτα από 40 χρόνια λειτουργίας το TIFANNY’S RESTAURANT στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, στον πεζόδρομο της Ικτίνου, μένοντας πιστό στην παράδοση, μα και ακολουθώντας την εξέλιξη, έχει κάθε δικαίωμα να καμαρώνει για την άριστη ποιότητα των φαγητών του και την άψογη φιλοξενία του» έγραφε ο κατάλογος του menu του μαγαζιού το 2011.

Οι ΜΠΙΦΤΕΚΑΡΕΣ του Τάκη

Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μου επιτρέψετε να μην αντικειμενικός. Πώς μπορείς να είσαι άλλωστε όταν κλείνεις τα μάτια και νομίζεις ότι γεύεσαι μια μπουκιά από το σάντουιτς του Τάκη του Πόντιου με μπιφτέκι και πάπρικα, μελιτζανοσαλάτα, τυροκαυτερή, ρώσικη, ΟΤΙ ΤΡΑΒΑΕΙ Η ΟΡΕΞΗ ΣΟΥ. Ένα μαγαζί – θρύλος για την πόλη από το 1962 με την υπογραφή του Δημήτρη Καλούση και το υπέροχο προσωπικό πάντα με το χαμόγελο στα πρόσωπα τους. Το απόλυτο στέκι στη Βασιλίσσης Όλγας μέχρι και πριν λίγα χρόνια που έβαλε οριστικά λουκέτο, παρά το γεγονός ότι μεταφέρθηκε λίγα μέτρα πιο κάτω και από την απέναντι πλευρά του δρόμου. Και ποιος δεν έχει φάει στον Τάκη; Το μαγαζί που στις μεγάλες προεκλογικές συγκεντρώσεις -τις παλιές τις ορθόδοξες που βούλιαζε η πόλη- τη μία μέρα «ντυνόταν» στα γαλάζια, την άλλη στα πράσινα. Δεν έφευγες χωρίς να χορτάσεις. Μπιφτέκια, σουτζουκάκια, σαλάτες ήταν must στο τραπέζι. Τα μαγειρευτά του – θρύλος για φοιτητές που έδιναν το χαρτζιλίκι τους για να φάνε ένα πιάτο που θα ήταν πραγματικά μαμαδίστικο. Δεν μπορώ να γράψω άλλο. Όχι τόσο για τις γεύσεις που έρχονται στο στόμα λες και τώρα τρώω την πρώτη μπουκιά, αλλά για τα δάκρυα συγκίνησης και νοσταλγίας για τις στιγμές που περάσαμε στα τραπέζια του. 

takis.jpg

Τα σουτζουκάκια και η ρώσικη σαλάτα του Ρογκότη

Ένα μαγαζί του 1928 να μνημονεύεται μέχρι και σήμερα λέει τα πάντα. Ανεπανάληπτα για όσους πρόλαβαν τα σουτζουκάκια και τη ρώσικη σάλατα στου Ρογκότη, που συνοδεύονταν πάντα με μια μπύρα. Μπαμπάδες που… μυούσαν τα παιδιά τους, περνώντας τις αξεπέραστες γεύσεις από γενιά σε γενιά. Ένα μαγαζί που δικαιωματικά χαρακτηρίζεται από πολλούς ένα αλησμόνητο κομμάτι της γαστρονομικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης.

Το κουλούρι του Σπυριδάκη «βάλσαμο» για τους ξενύχτηδες

«Το αφράτο τραγανό σουσαμένιο κουλούρι της Ροτόντας από τον φούρνο του Σπυριδάκη -βάλσαμο για τους ξενύχτηδες- δεν υπάρχει πια. Η μνήμη όμως από τη μυρωδιά του ψημένου σουσαμιού παραμένει ζωντανή. Μοσχοβολούσε η γειτονιά τα ξημερώματα πριν ο ήλιος χαράξει από τους ξεφουρνισμένους ταβάδες με τα στρογγυλά τραγανά κουλούρια, που γίνονταν ανάρπαστα πριν οι μικροπωλητές ξεχυθούν στους δρόμους με την πραμάτεια» γράφει η Γιώτα Μυρτσιώτη στην Καθημερινή το 2006.

Είχε ο Ξενοφών τον καλύτερο γύρο της πόλης;

Αυτό ισχυρίζονται πολλοί από τους θαμώνες ενός ακόμα ιστορικού φαγάδικου της Θεσσαλονίκης. Μιλώντας φυσικά πάντα για τις προηγούμενες δεκαετίες και όχι για τα τελευταία χρόνια. 

«Θυμάμαι το ζύγισμα τού γύρου, πριν στριμωχτεί μέσα στο ψωμάκι (και όχι πίτα), κατά το παλαιό καθεστώς. Θυμάμαι τη… μαστιχωτής υφής μουστάρδα» διαβάζουμε σε νοσταλγικά σχόλια στο διαδίκτυο.

Τα μπιφτέκια στο Λιοπέσι έγραψαν τη δική τους ιστορία

Από το 1954 το Λιοπέσι στην πλατεία Ναυαρίνου τάισε γενιές και γενιές Θεσσαλονικιών. Ασυναγώνιστα μέχρι και σήμερα τα μπιφτεκάκια σχάρας της δεκαετίας του 70′ και 80′ που σύμφωνα με τα όσα διαβάζουμε σε διάφορα σχόλια στο διαδίκτυο φτιάχνονταν από κιμά 2/3 μόσχου και 1/3 χοιρινό ή αρνίσιο (ανάλογα την εποχή) και ψήνονταν στα κάρβουνα. Πολλοί είναι εκείνοι που μνημονεύουν και τους γίγαντες του.

Τα γιαπράκια του Λαδά

«Για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι παλαιότεροι: ταβέρνα «Λαδάς». Αμφιβάλλω αν υπάρχει Τριανδριώτης ή Θεσσαλονικιός καλύτερα που να μην έφαγε στον Λαδά. Υπέροχη θέα, αγιασμένος αέρας, ποιητική φύση. Η φωτογραφία ίσως να αδικεί την τοποθεσία δίπλα στο Νταμάρι στο σημερινό Θέατρο Γης. Κάηκε το 1998 και δεν λειτούργησε ξανά από τότε» έγραφε στην parallaxi πριν λίγα χρόνια ο Γιάννης Τσεσμετζής.

Όλοι στην πόλη μιλούσαν για τα παγωτά της Ωραίας

Την ιστορία της «Ωραίας», του καλύτερου για κάποιου παγωτού αναλύει με εξαιρετικό τρόπο το αφιέρωμα του Ηρακλή Λούφη στην ιστοσελίδα thesstoday.gr.

«Στη Θεσσαλονίκη το 1920 μία κυρία με το όνομα Πανωραία που το επώνυμό της δεν το γνωρίζουμε, ανοίγει στην οδό Κούσκουρα* 7, ένα εργαστήριο παρασκευής πρόβειων γιαουρτιών που παραδοσιακά ωρίμαζε μέσα σε μεταλλικές ντουλάπες. Οι πωλήσεις γίνονταν χονδρικά σε πλανόδιους γιαουρτσήδες που με τη σειρά τους συνήθως τις απογευματινές ώρες γυρνούσαν τις γειτονιές της πόλης διαλαλώντας το προς πώληση προϊόν.

Δεν άργησε η Πανωραία να μετατρέψει το εργαστήριο σε κατάστημα λιανικής πώλησης κρεμώντας στην πρόσοψή του μια επιγραφή η οποία έγραφε: “Παραδοσιακή πρόβεια γιαούρτη Η Ωραία”. Το 1963 μεγάλη και κουρασμένη γυναίκα πια η Πανωραία ή αλλιώς Ωραία, βάζει πωλητήριο στην είσοδο του μαγαζιού της και δεν άργησε να βρεθεί ο “μουστερής. Τάσο τον λέγανε δηλαδή.. Αναστάσιο Κατρανιά. Ο Τάσος λοιπόν αφού ξέφυγε από το μεροκάματο καμαρώνοντας ως νέος επιχειρηματίας, τοποθετεί τη δική του επιγραφή με το όνομά του. Κράτησε όμως τον τίτλο της παλαιάς ιδιοκτήτριας “Η Ωραία” που είχε καλή φήμη στην αγορά. Με τα εργαλεία – μηχανήματα της Πανωραίας και μαζί με την γυναίκα του Δόμνα ο Τάσος, για αρκετά χρόνια λειτούργησαν το γιαουρτσίδικο βάζοντας όμως και συσκευασμένο γάλα, πρωτοποριακό για την εποχή αφού ακόμα το γάλα διανέμονταν από τους παραγωγούς.

orea-650x838.jpg

Τα χρόνια πέρασαν και τα παιδιά του Τάσου και της Δόμνας ρίχνουν την ιδέα να φτιάξουν και παγωτό. Η ιδέα της παρασκευής παγωτού είχε τόσο μεγάλη επιτυχία που για σχεδόν τριάντα χρόνια όλοι στην πόλη μιλούσαν για τη νοστιμιά του και τη σπεσιαλιτέ που ήταν ο ντοντουρμάς, προϊόντα που από τη δεκαετία του ΄90 παράγονταν σε ιδιόκτητο εργοστάσιο εκτός πόλης. Η Ωραία τις δεκαετίες του ΄70 και ΄80 είχε γίνει στέκι και σημείο συνάντησης (μαζεύονταν εκεί τα “Τσινάρια”, οι “Ροκάδες” είχαν άλλα στέκια). Τη χρονιά του 2000 οι ιδιοκτήτες αποφάσισαν να κλείσουν την Ωραία και να ασχοληθούν με την παραγωγή παγωτού στο εργοστάσιο».

Γλυκό + Θεσσαλονίκη = Φλόκα

Μπουγάτσα, τρίγωνα Πανοράματος έχουν συνδυαστεί με τη Θεσσαλονίκη. Όμως οι καλοφαγάδες και οι λάτρεις των γλυκών θεωρούν ότι η πόλη θα έπρεπε να φημίζεται και για το αρμενοβίλ της. Τα ζαχαροπλαστεία της οικογένειας Φλόκα αποτέλεσαν όχι απλά στέκια αλλά τόπους συνάντησης της κοσμοπολίτικης κοινωνίας της πόλης, που αψηφώντας πολέμους, κακουχίες και δυσκολίες περνούσαν τα πρωϊνά ή τα βραδινά τους απολαμβάνοντας υψηλή ζαχαροπλαστική, φτιαγμένη από μια οικογένεια με καταγωγή την Ήπειρο και παράδοση στη γαλακτοκομία.

floka1.jpg

Στη Θεσσαλονίκη το ζαχαροπλαστείο της Τσιμισκή γίνεται το the place to be. Οι καλές οικογένειες της πόλης γοητεύονται από την εισαγωγή της ιδέας του self service που δοκιμάζεται για πρώτη φορά στην πόλη και απολαμβάνουν τα περίφημα γλυκά αλλά και το θεαθήναι του. Ηθοποιοί, καλλιτέχνες, παράγοντες, επαγγελματίες, πολιτικοί και περίεργοι που τους αρέσει να παρατηρούν τους επώνυμους βρίσκονται εκεί για να δουν και να τους δουν.

Τουλούμπα με καϊμάκι στο Κεφίρ

Όσοι το θυμούνται κάνουν λόγο για ένα μαγαζί 25 τ.μ στην Τσιμισκή που ήταν πασίγνωστό σε όλη τη Θεσσαλονίκη για το περίφημο κεφίρ του, αλλά και τα φρεσκότατα σιροπιαστά του, ιδιαίτερα την τουλούμπα με το καϊμάκι.

Η ιστοσελίδα tavernoxoros.gr φιλοξενεί το σχόλιο της Ευρυδίκης Παυλίδου, κόρης του Πέτρου Παυλίδη, του μεγαλύτερου από τα δύο αδέλφια.

«Το κατάστημα ξεκίνησε τη λειτουργία του πριν από τον Β’ Π. Πόλεμο, γύρω στα 1935, από τον παππού Ηλία Παυλίδη, που έφερε τη συνταγή από τον Καύκασο. Στην αρχή ήταν γαλακτο-χορτοφαγία (με τραπεζάκια), με παραγωγή κεφίρ, γιαουρτιού. Αργότερα έγινε γαλακτο-ζαχαροπλαστείο (επίσης με τραπεζάκια έξω), συνεχίζοντας την μονοπωλιακή (σε όλη την Ελλάδα) παραγωγή κεφίρ, και επιπλέον γιαουρτιού, βουτύρου, κρέμας, ρυζόγαλου, καθώς επίσης σιροπιαστών, παγωτού, τσουρεκιών, μπισκότων, κρεμ ρουαγιάλ, κλπ., όλα χειροποίητα στο εργαστήριο της εταιρίας που βρισκόταν στην περιοχή Μπότσαρη. 

Ο πατέρας μου και ο αρχιμάστορας του βρίσκονταν εκεί όλη μέρα, ο οδηγός πηγαινοέφερνε υλικά και παραγωγή στο μαγαζί το οποίο δούλευε κάθε μέρα μέχρι αργά το βράδυ. Το “ΠΙΝΕΤΕ ΚΕΦΙΡ, ΧΑΡΙΖΕΙ ΥΓΕΙΑ” ήταν το διαφημιστικό σλόγκαν του προϊόντος για το οποίο ορκίζονταν όσοι γνώριζαν περί υγιεινής διατροφής εκείνη την εποχή (άριστο προβιοτικό προϊόν). Διατίθετο είτε σε ποτήρι μίας μερίδας, είτε σε μπουκάλι ενός λίτρου ή δύο λίτρων.

Επειδή δεν παραγόταν πλέον έγινε άρση του μονοπωλίου (είχαν περάσει ήδη δέκα χρόνια δίχως παραγωγή) και έτσι ελευθερώθηκε το προϊόν ώστε να το παράγουν αρκετές εταιρίες. Επιτρέψτε μου να έχω άποψη επειδή γνωρίζω τη γεύση του. Κανένα από τα σημερινά κεφίρ δεν έχει τη πλούσια, πυκνή και ταυτόχρονα δροσερή και μεστή γεύση με εκείνο του “κεφίρ Παυλίδη”».

Είναι βέβαιο ότι αδικούμε και άλλα πολλά στέκια, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία που έχουν γράψει τη δική τους ιστορία στην γαστρονομική πορεία της Θεσσαλονίκης.

Πώς να μην αναφέρει κανείς έστω και επιγραμματικά, τα πεϊνιρλί του Ιορδάνη και της Έρση, τις σούπες στα Πράσινα Φανάρια, τη συκωταριά και τα αμελέτητα στου Βλάχου στο Τσινάρι, τις σαρδέλες, τις χοιρινές μπριζόλες, τα βραστά αυγά στη Χήρα στη Φλέμινγκ, την μπουγάτσα στη Δωδώνη, το εξοχικό στη Ψησταριά δίπλα στον Ευκλείδη, τις καραβίδες στα κάρβουνα στο Μπιρ Αλλάχ, τα καβούρια στη σκάλα της Περαίας, τα σουτζουκάκια του Μανώλη στην ίδια περιοχή, τον Λάκη στην πλατεία Σκρα που ήταν από τους πρώτους που έβαλε τις γαρίδες μέσα στο τηγάνι με ντομάτα και τυρί, τις πίτσες στο Τσάο, τα σουτζουκάκια του Βάγγου στις Σαράντα Εκκλησιές, το Λεπέν με τη σουπιά τη γεμιστή, και πολλά πολλά άλλα.

Προσθέτουμε και άλλες δικές σας αναμνήσεις που μας παραθέσατε σε σχόλια:

Το σάντουιτς του Βαυάρου με το σγουρό λουκάνικο στην Κάτω Τούμπα, τα τοστ του Βαγγέλη απέναντι από το Ράδιο Σίτι, τα σάντουιτς στην καντίνα του Μαύρου στη Γωγούση.

Άλλωστε το φαγητό είναι προσωπική υπόθεση και οι απόψεις είναι πάντα υποκειμενικές για το τι αρέσει στον καθένα και τι όχι.

Αντί επιλόγου, παραθέτουμε αυτούσια την ανάρτηση που αποτέλεσε και την αφορμή για το παραπάνω άρθρο.

Γράφει λοιπόν ο Dimitris Psychoulas

-Πεθύμησα τα σαγανάκια του Ανάπηρου. -Πεθύμησα τα κυνήγια του Κρικέλα. -Πεθύμησα το χουνκιάρ μπεγιέντι του Ολύμπος Νάουσα. -Πεθύμησα τα σάντουιτς του Κοσμά. -Πεθύμησα του Αδαλάκη τη δημιουργική παραξενιά. -Πεθύμησα τη ρετσίνα στο καπηλειό του Αντώνη στην Παύλου Μελά. -Πεθύμησα την πίσω αυλή της Κληματαριάς όταν ήταν στην Αγίας Σοφίας. -Πεθύμησα του Στρατή την πολύβουη αίθουσα. -Πεθύμησα του Βάγγου την κληματαριά. -Πεθύμησα μια βραδιά στον Τζότζο. -Πεθύμησα του Διόνυσου το στρογκανόφ. -Πεθύμησα του Μπιρ Αλλάχ τις καραβίδες στα κάρβουνα. -Πεθύμησα κεφτέδες και μπουζουκάκι στο Σουέζ. -Πεθύμησα το πιτόγυρο στο Φάληρο. -Πεθύμησα τις πατάτες κομπλέ του Τίφανις. -Πεθύμησα τα καβούρια στη σκάλα της Περαίας. -Πεθύμησα του Τάκη το μπιφτέκι. -Πεθύμησα της Ψησταριάς το εξοχικό. -Πεθύμησα του Ρογκότη τα σουτζουκάκια. -Πεθύμησα το πεϊνιρλί του Ιορδάνη. -Πεθύμησα τα κουλούρια του Σπυριδάκη στη Ροτόντα, τα χαράματα. -Πεθύμησα το Ανθέων μετά από ξενύχτι. -Πεθύμησα το λουκάνικο και τη μαύρη μπίρα στην Έκθεση. -Πεθύμησα τον γύρο που έψηνε στα κάρβουνα ο Ξενοφώντας. -Πεθύμησα γεύσεις και μαγαζιά της παλιάς Θεσσαλονίκης.

Όχι ότι τώρα δεν υπάρχουν σπουδαία μαγαζιά! Όχι ότι σήμερα δεν υπάρχουν υπέροχες γεύσεις!

Αλλά να, ο νους συχνά κάνει αυτά τα ταξίδια στα παλιά, αυτή τη βουτιά στις αναμνήσεις, όχι για να κάνει συγκρίσεις αλλά για να πει:

-Καλά είναι τώρα, αλλά καλά ήταν και τότε!