Ένα παιδί κοιτά το μέλλον στο «σημείο μηδέν» της Θεσσαλονίκης
Ο δημιουργός του εντυπωσιακού mural, Θέμης Κωνσταντινόπουλος, κατά κόσμον Dem, μιλάει στην Parallaxi, για τη «Συνύπαρξη» της πολιτιστικής κληρονομιάς της πόλης υπό τη μορφή ενός αγοριού
Στο μέρος όπου άλλοτε δέσποζε η «Χρυσή Πύλη» της Θεσσαλονίκης, σήμερα υψώνονται γκρίζες πολυκατοικίες. Το περασμένο Σάββατο, μία από αυτές ξέφυγε από τη μουντάδα, όταν ο Θέμης Κωνσταντινόπουλος, κατά κόσμον Dem, χρησιμοποίησε την άχαρη, τσιμεντένια όψη της σαν έναν τεράστιο καμβά.
Τώρα, οι περαστικοί αλλά και οι κάτοικοι της πλατείας Δημοκρατίας, -πίσω από τις σκαλωσιές, που προσωρινά το κρύβουν- θα δουν ένα αγόρι. Εκείνο όμως, δεν πρόκειται να τους κοιτάξει, εκτός αν πάρουν τη μορφή κάποιου πουλιού ή αεροπλάνου. Το βλέμμα του είναι απασχολημένο να αναζητά ψηλά το μέλλον.
Στο «σημείο μηδέν» της πόλης, ο χρόνος συμπυκνώνεται στη ζωγραφισμένη μορφή ενός παιδιού. Εξ ου και η «Συνύπαρξη», το όνομα που φέρει η τοιχογραφία επί της οδού 26ης Οκτωβρίου.
Το αγόρι «αντιπροσωπεύει το παρόν, όποιου ζει εδώ. Κάθεται σε μία χαλαρή στάση, ενώ το ένα του χέρι στηρίζεται πάνω στη Χρυσή Πύλη, η οποία βρισκόταν στο σημείο. Κάπως έτσι, συνδέει το παρελθόν με το σήμερα, κοιτώντας πάντα στο μέλλον. Φαίνεται να σκέφτεται, να ονειροπολεί αυτά που έρχονται», επεξηγεί ο δημιουργός του έργου, τονίζοντας ότι τα παραπάνω στοιχεία συνθέτουν μια σχέση, την πολιτιστική κληρονομιά της Θεσσαλονίκης με το σήμερα.
Ο Θέμης Κωνσταντόπουλος ενισχύει τη θέση του παραθέτοντας το παράδειγμα των χρωμάτων που επέλεξε, τα οποία παραπέμπουν στα βυζαντινά ψηφιδωτά, αλλά και στο Θερμαϊκό. «Οπότε, όλα είναι εμπνευσμένα και έχουν δημιουργηθεί γύρω από τη Θεσσαλονίκη».
Το mural, το οποίο αναμένεται να ολοκληρωθεί τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου, είναι μια δωρεά της Τράπεζας Πειραιώς στο Δήμο Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο υπογραφής Μνημονίου Συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών, πριν ένα χρόνο, για την υλοποίηση δράσεων και παρεμβάσεων με στόχο την αναβάθμιση της καθημερινότητας και της ποιότητας ζωής των πολιτών.
«Ένα μεγάλο mural επηρεάζει πάρα πολύ αυτόν που το βλέπει κάθε μέρα. Εγώ που θα το κάνω, θα φύγω από εκεί, αλλά πάντα σκέφτομαι και τον κόσμο που περνάει από το σημείο για να πάει στη δουλειά του και μπορεί να του φτιάξει ή να του χαλάσει τη διάθεση. Το έχω στο μυαλό μου και αυτό, γιατί ουσιαστικά, όταν ένα έργο είναι σε δημόσιο χώρο είναι σαν να επιβάλλεις την τέχνη σου στον άλλον. Δεν θέλω να φτιάξω κάτι που θα φέρνει στο μυαλό κάτι αρνητικό», προσθέτει ο Θέμης Κωνσταντινόπουλος.
Τις τελευταίες ημέρες, ο Θέμης ισορροπεί σε σκαλωσιές, έχοντας μαζί του έναν φίλο του ο οποίος τον βοηθάει με το έργο. «Εύχομαι να έρχονται σύννεφα», λέει αστειευόμενος. «Είναι πάρα πολύ απαιτητικό το να κάνεις ένα κτίριο και ειδικά με τέτοιες θερμοκρασίες. Σίγουρα, δεν μπορεί να το κάνει ο καθένας εύκολα», τονίζει, αναφερόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργάζεται ένας καλλιτέχνης που δημιουργεί mural. «Η σκαλωσιά έχει και σωματική κούραση, οπότε είναι λίγο σαν να είσαι οικοδόμος, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να ζωγραφίζεις για να δώσεις και το αποτέλεσμα που χρειάζεται.
Από κοντά τα βλέπεις όλα τεράστια, μπορεί μετά να κατέβεις κάτω, να απομακρυνθείς και να δεις ότι δεν είναι τόσο μεγάλα αυτά που έβλεπες -ίσως και πιο μικρά. Σκέψου πως ένα χέρι μπορεί να πιάνει τρεις ορόφους. Εγώ δουλεύω κομμάτι-κομμάτι. Δεν μπορώ να το σκέφτομαι από την αρχή. Βάζουμε μικρούς στόχους κάθε μέρα και πάμε σαν εκτυπωτές, από πάνω προς τα κάτω», διευκρινίζει ο ίδιος.
Στο κέντρο της πόλης
Η νέα τοιχογραφία φιλοτεχνείται σε ένα συμβολικό τόπο για την πόλη, καθώς εκεί, από τον 1ο ή 2ο αιώνα μ.Χ. μέχρι και το 1874, που κατεδαφίστηκε, έστεκε η «Χρυσή Πύλη», γνωστή ως Πύλη του Βαρδαρίου ή Πύλη του Αξιού, η κεντρική είσοδος δηλαδή, της Θεσσαλονίκης στα ρωμαϊκά, βυζαντινά και οθωμανικά χρόνια.
Η πύλη ήταν κατασκευασμένη με λίθους διαφορετικών διαστάσεων, και αποτελούσε την κεντρικότερη με τη μεγαλύτερη χρήση. Από εκεί ξεκινούσε ο κύριος δρόμος της πόλης, Decumanus Maximus, όπου κατέληγε στην Κασσανδρεωτική Πύλη. Αυτοκράτορες, αξιωματούχοι και επίσημοι περνούσαν από αυτήν, όπως ακριβώς συνέβαινε και στην αντίστοιχη Χρυσή Πύλη που υπήρχε στην Κωνσταντινούπολη. Παράλληλα, στο σημείο λάμβαναν χώρα οι εορτασμοί της πόλης, όπως τα «Δημήτρια» προς τιμήν του προστάτη της πόλης.
Μάλιστα, έως το 1880 η τοποθεσία της ήταν αταυτοποίητη, μέχρι που αναγνωρίστηκε από τον Μιχαήλ Χατζηιωάννου ότι η πύλη του Βαρδάρη επρόκειτο ουσιαστικά για τη Χρυσή Πύλη.
Η πύλη κατεδαφίστηκε το 1874, καθώς από το 1868 είχε διαπλατυνθεί η κύρια οδός της πόλης στην οποία οδηγούσε και η είσοδος της πύλης ήταν μικρότερου μήκους και δημιουργούσε στενότητα. Τα ερείπια της χρησιμοποιήθηκαν ως πρώτες ύλες για την κατασκευή κτισμάτων στο λιμάνι της πόλης.
Ανάγκη για περισσότερο χρώμα στη Θεσσαλονίκη
Ο Θέμης Κωνσταντινόπουλος φιλοδοξεί το έργο του να αποτελέσει μια νέα αρχή για την τέχνη στους δημόσιους χώρους της Θεσσαλονίκης. «Είναι μια πόλη που πραγματικά χρειάζεται χρώμα και σε άλλα κτίρια. Υπάρχουν καλλιτέχνες και πολύ ταλαντούχοι οι οποίοι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν. Πετάω το μπαλάκι και στο δήμο, ώστε να ασχοληθεί πιο σοβαρά με το θέμα, να δώσει άδειες, να στηρίξει και να χρηματοδοτήσει τέτοιες πρωτοβουλίες. Θεωρώ, πως το vibe της πόλης ταιριάζει να έχει mural. Έχει τουρισμό, νέο κόσμο και οι δρόμοι χρειάζονται χρώμα, ζωή».





