Θεσσαλονίκη

Οδογραφίες: Οδός Ολύμπου, still loading… (μέρος 2ο)

Ένα μωσαϊκό, γραμμένο και ξαναγραμμένο από κάθε γενιά που πέρασε από εδώ. Οι ιστορίες έφυγαν. Ο δρόμος έμεινε.

Σοφία Δημουλά
οδογραφίες-οδός-ολύμπου-still-loading-μέρος-2ο-1468945
Σοφία Δημουλά

Από τη Μακεδονικής Αμύνης προς τα ανατολικά, εκεί όπου η σημερινή Ολύμπου είχε το όνομα του τεκέ Kurrahane (Σχολή αναγνώσεως του Κορανίου), αρχίζει ο αρχαιολογικός χώρος της Ρωμαϊκής Αγοράς της Θεσσαλονίκης (Forum), ο πυρήνας της οικονομικής, πολιτικής και πνευματικής ζωής της τότε πόλης. Στη σημερινή μορφή της η Αγορά δημιουργήθηκε στον 2ο – 3ο αιώνα μ.Χ. αντικαθιστώντας κάποια προγενεστέρη στον ίδιο χώρο.

Μετά την αποψίλωση της περιοχής που ακολούθησε την πυρκαγιά του 1917, ο χώρος παρέμενε άδειος, προοριζόμενος να στεγάσει τα Δικαστήρια και το Δημαρχιακό μέγαρο σύμφωνα με το σχέδιο Εμπράρ. Ωστόσο, για δεκαετίες αποτελούσε μια τεράστια αλάνα, ανεκμετάλλευτη και χέρσα, μια αμήχανη παύση στο αστικό τοπίο το οποίο είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται από τα πρώιμα μοντέρνα μεσοπολεμικά κτίρια που αναγείρονταν στους γύρω δρόμους. Χώρος παιχνιδιού, βόλτας αλλά και στάθμευσης οχημάτων και βοσκής υποζυγίων – όλα αυτά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Κάτω από το χώμα παρέμεναν θαμμένες οι αρχαιότητες για αιώνες, σιωπηλές αλλά επίμονες. Κατά την Κατοχή η πλατεία έγινε στρατόπεδο συγκέντρωσης Πολωνών αιχμαλώτων, τη δεκαετία του 1950 μετατράπηκε σε αφετηρίες λεωφορείων. «Πλατεία Σαχάρας» ήταν το άτυπο όνομά της για τους κατοίκους, ενδεικτικό της νωθρότητας και της έλλειψης περιεχομένου για δεκαετίες. Μέχρι που τη δεκαετία του 1960 άρχισαν οι εκσκαφές για την ανέγερση των Δικαστηρίων. Και οι σκαπάνες έφεραν στο φως έναν μεμονωμένο κίονα, ο οποίος ήταν το έναυσμα για την (τελικά) ανακήρυξη του χώρου ως Πλατεία Αρχαίας Αγοράς – με την πολύχρονη και επίμονη προσπάθεια του αρχαιολόγου Φώτη Πέτσα για την αποκατάσταση του χώρου. Η οριστικοποίηση δεν έγινε ούτε εύκολα ούτε γρήγορα, καθώς ολοκληρώθηκε δεκαετίες αργότερα, το 2009.

Μετά την ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου, ο μοναχικός κίονας παρέμεινε στη θέση που βρέθηκε, ως μια σιωπηλή υπόμνηση σεβασμού στην αρχική ιστορική αναστήλωση.

Ο χώρος της Ρωμαϊκής Αγοράς κατά την Κατοχή (Facebook group «Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης»)
Ο μοναχικός κίονας και οι ανασκαφές στη Ρωμαϊκή Αγορά κατά την δεκαετία του 1970 (Facebook group «Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης»)

Στη συνέχεια της Αγοράς, στη συμβολή Ολύμπου με Αγνώστου Στρατιώτου διασώζονται τμήματα ενός μνημειακού δημόσιου οικοδομήματος το οποίο ταυτίστηκε με την Βιβλιοθήκη της Θεσσαλονίκης κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους (2ος – 3ος αι. μ.Χ.).

Απέναντι από τη Ρωμαϊκή Αγορά υπάρχει το Πάρκο του Εργάτη το οποίο φιλοξενεί και το Μνημείο των πεσόντων εργατών, φιλοτεχνημένο από τον γλύπτη Άγγελο Βλάσση. Ζωντανεύει κάθε Πρωτομαγιά συγκεντρώνοντας στεφάνια τιμής και επετειακούς λόγους και ξεκουράζεται τον υπόλοιπο χρόνο. Δίπλα του ανεμίζουν οι σημαίες από το Εργατικοϋπαλληλικό Κέντρο Θεσσαλονίκης. Ιστορικός θεσμός το Εργατικό Κέντρο, ιδρύθηκε τον Μάιο του 1917, μόλις λίγους μήνες πριν την μεγάλη πυρκαγιά, στα χνάρια της ελληνοεβραϊκής Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας Φεντερασιόν που σημάδεψε την εργατική ιστορία της πόλης.

Οδογραφίες: Οδός Ολύμπου, still loading… – Δείτε ΕΔΩ το πρώτο μέρος του άρθρου

Αιώνες πριν την δράση της Φεντερασιόν, στον χώρο του πάρκου βρισκόταν το τζαμί και ο τεκές Fethiye (Φετχιέ, της Κατακτήσεως, της Νίκης). Το τζαμί προϋπήρχε ως εκκλησία, πιθανά του Αγίου Νέστορος. Ένα κτίσμα που άλλαζε ταυτότητα μαζί με την πόλη, όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη. Σύμφωνα με την οθωμανική παράδοση, κάθε φορά που ένας Σουλτάνος καταλάμβανε μια χριστιανική πόλη, έσπευδε να μετατρέψει την μεγαλύτερη εκκλησία σε τζαμί ως δείγμα ευγνωμοσύνης στον Αλλάχ, ονομάζοντάς Fethiye τζαμί, δηλ. «της κατακτήσεως» ή «της νίκης» – το τζαμί της αλώσεως. Στην ουσία, μνημεία μιας στιγμής που κάποιος λαός επικράτησε και κάποιος άλλος λαός όφειλε να το θυμάται. Το καθεστώς του ναού είναι λίγο ασαφές, καθώς πριν το 1430 πιθανώς να είχε ξαναγίνει τζαμί από τον Βαγιαζίτ Α’ το 1391 και μετά ξαναέγινε εκκλησία. Οπότε, όταν ήρθε η σειρά του κατακτητή Μουράτ του Β’, όφειλε να την ξανακάνει τζαμί γιατί ήταν αδιανόητο να παραμένει εκκλησία ένας χώρος που είχε ήδη αφιερωθεί στο Ισλάμ. Η λογική είναι σχεδόν νομική: ο χώρος έχει προηγούμενο. Δεν κατακτάς μόνο το κτίσμα – κατακτάς και την ιστορία του. Και η ιστορία ως γνωστόν, δεν κάνει πισωγυρίσματα αν δεν χυθεί αίμα ή μελάνι.

Ο ομώνυμος τεκές πιθανολογείται ότι ταυτίζεται με την Μονή του Τιμίου Προδρόμου που έγινε τεκές μετά την άλωση της Θεσσαλονίκης το 1430, αποτελώντας ίσως τον παλαιότερο της πόλης. Ένας χώρος που άλλαξε ένοικο, αλλά διατήρησε την ίδια ανάγκη για το θείο, μέσα από άλλες λέξεις και άλλες τελετουργίες. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912 το τζαμί δεν έγινε πάλι εκκλησία και, μοιραία, κάποια χρόνια μετά την πυρκαγιά του 1917 τα ίχνη του μαζί με τον τεκέ θάφτηκαν κάτω από την ανοικοδόμηση.

Στη θέση του ήσυχου πάρκου κάποτε διασταυρώνονταν κατακτήσεις, πίστεις και μεταμορφώσεις. Μετά, η πόλη προχώρησε, όπως πάντα.

Ο χότζας του τεκέ Φετχιέ (Facebook group «Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)

Τα κτίρια που βρίσκονται απέναντι από την Ρωμαϊκή Αγορά έχουν το πλεονέκτημα της απρόσκοπτης θέας στις αρχαιότητες αλλά και στην πόλη που εκτείνεται μέχρι την θάλασσα. Εκεί χτίστηκε το 1924 και λειτουργεί συνεχόμενα έκτοτε το ξενοδοχείο Ορεστιάς – Καστοριάς. Το κτίριο έχει κριθεί διατηρητέο από το 1990. Τα χρόνια του μεσοπολέμου διαφήμιζε «δωμάτια μηνιαίως εις οικoγενείας και υπαλλήλους με τιμάς συγκαταβατικάς». Μια διατύπωση που αποπνέει μια σχεδόν τρυφερή αίσθηση μέτρου και φιλοξενίας: εκεί όπου κάποτε υπήρχε η ιδέα της διαμονής, στην εποχή των AirBnb κυριαρχεί η λογική της εναλλαγής. Σήμερα, σαφέστατα η διατύπωση θα χρειαζόταν μια άχαρη επικαιροποίηση.

Το ξενοδοχείο Ορεστιάς – Καστοριάς

Διασταύρωση με Πλάτωνος, αριστερή πλευρά, προσωρινά στοιβαγμένα εμπορεύματα στο πεζοδρόμιο. Supermarket σε βολική τοποθεσία, γωνιακό, φωτεινό, άμεσα προσβάσιμο. Στην ίδια θέση που από το 1963 λειτουργούσε ο κινηματογράφος ΑΕΛΛΩ. Ταινίες Α’ προβολής, χωρητικότητας 486 θέσεων, διαφημίζοντας «μίαν από τας ωραιοτέρας αίθουσας της Θεσσαλονίκης και αρτιώτατον μηχανικόν εξοπλισμόν». Σχετικά απόκεντρος, περισσότερο σινεμά της γειτονιάς. Άντεξε ως τις αρχές της δεκαετίας του 1990 πριν παραχωρήσει τον χώρο σε σουπερμάρκετ – η γειτονιά είχε περισσότερες ανάγκες για άρτο παρά για θεάματα. Το καλάθι της νοικοκυράς κατατρόπωσε τη γοητεία της οθόνης.

Το οθωμανικό όνομα της Πλάτωνος ήταν Atik Mahkeme (παλαιού δικαστηρίου) ή Eski Mahkeme (καμένου δικαστηρίου). Πλάτωνος με Ολύμπου βρισκόταν τα Παλιά Οθωμανικά δικαστήρια, κοντά στο τζαμί Kasimiye (Άγιος Δημήτριος) και στο Κονάκι (μετέπειτα Διοικητήριο). Ένας κόμβος εξουσίας, με τη θρησκεία, τη διοίκηση και τη δικαιοσύνη να συγκατοικούν σε μια μικρή ακτίνα. Τα Οθωμανικά δικαστήρια είχαν πολύ δουλειά, καθώς το 1845 απασχολούνταν 12 δικαστικοί υπάλληλοι οι οποίοι διέμεναν στις γύρω περιοχές. Το δικαστικό μέγαρο κάποια στιγμή κάηκε αλλά το όνομα του δρόμου παρέμεινε να μνημονεύει τη θέση του για δεκαετίες.

Από το 1934 στην ίδια θέση χτίστηκε και λειτουργεί ανελλιπώς ως σήμερα το Πειραματικό Σχολείο, αποτελώντας έναν χώρο εκπαιδευτικής και παιδαγωγικής προβληματικής και έρευνας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Αρχιτέκτονας του κτιρίου ο Δημήτρης Πικιώνης, ιδρυτής ο Αλέξανδρος Δελμούζος, στον ίδιο χώρο: ο ένας επανασχεδίαζε τον ελληνικό χώρο, ο άλλος επανασχεδίαζε την ελληνική παιδεία.

Το κτίριο του Πειραματικού Σχολείου το 1938 (Facebook group «Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης»)

Από την διασταύρωση με Αγίας Σοφίας και ανατολικά, η οδός κατά τις δεκαετίες 1950 – 1960 αναφερόταν και ως Αγχιάλου, ενώ επί τουρκοκρατίας λεγόταν Kirmizi Bargir (κόκκινου αλόγου). Όπως συνήθως, το όνομα επιβίωσε σε αντίθεση με την επεξήγησή του, όπως και η Αγορά του πύργου (Kule carsi) που υπήρχε σε κείνο το σημείο – τα ονόματα έμειναν, οι ιστορίες τους χάθηκαν. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για το είδος της αγοράς αυτής, παρά μόνο η αναφορά ότι το 1828 υπήρχε βρύση της συντεχνίας των μπελδελτζήδων (βαφείς) στη συνοικία της Αγοράς του Πύργου (κουλέ τσαρσί). Η ύπαρξη νερού ήταν προαπαιτούμενο για τη βαφική τέχνη.

Κατά πάσα πιθανότητα, είναι η ίδια βρύση που διασώθηκε ως τον 20ο αι., καθώς σε φωτογραφίες των αρχών του 20ου αι. σε εκείνο το σημείο υπάρχει μια κρήνη διακοσμημένη με την εγχάρακτη μορφή ενός γρύπα (μυθικό φτερωτό ζώο με σώμα λιονταριού και κεφάλι αρπακτικού πουλιού). Ένα πλάσμα φτιαγμένο για να φυλάει, τοποθετημένο σε έναν χώρο που τελικά δεν φύλαξε σχεδόν τίποτα. Μπροστά από τη βρύση ήταν το στέκι ενός υπαίθριου παπουτσή ο οποίος εργαζόταν αδιάφορος για την ανάσα του γρύπα στην πλάτη του. Αργότερα ο γρύπας αφαιρέθηκε. Ο παπουτσής παρέμεινε και κρεμούσε τα παπούτσια του στη θέση του γρύπα. Το ανάγλυφο με τον γρύπα εκτιμάται ως έργο του 10ου – 11ου αι. κι ευτυχώς διασώθηκε και εκτίθεται στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού. Ο τσαγκάρης έφυγε, η βρύση ρήμαξε. Μια μικρή γωνιά της ιστορίας χάθηκε.

Κι όμως, δίπλα στη βρύση μια μυρωδιά της ιστορίας παραμένει πεισματικά: στη γωνία με Αγ. Σοφίας υπήρχε φούρνος, στην ίδια θέση επί δεκαετίες συνέχισε να υπάρχει φούρνος – και σήμερα πλέον υπάρχει αρτοζαχαροπλαστείο. Η μικροιστορία της πόλης: κάπου στη γειτονιά ψήνεται πάντα ψωμί. Η μνήμη παραμένει ως καθησυχαστική, ευχάριστη έκπληξη.

Η κρήνη με τον γρύπα στη διασταύρωση παλαιάς Αριστοτέλους (σημερινή Ολύμπου) και Αγ. Σοφίας. Δίπλα στην κρήνη υπάρχει φούρνος. Στα δεξιά διακρίνεται η μάντρα του Βουλγαρικού Γυμνασίου (Facebook group «Θεσσαλονίκη Χαμένη Πόλη»)
Η διασταύρωση Ολύμπου και Αγ. Σοφίας σήμερα. Στη θέση του φούρνου λειτουργεί αρτοζαχαροπλαστείο. Στα δεξιά διακρίνεται το 37ο δημοτικό σχολείο.

Απέναντι από την ιστορική θέση του φούρνου και την βρύση του γρύπα, στα δεξιά διακρίνεται ένας τοίχος. Είναι η περίφραξη του Βουλγάρικου Γυμνασίου Αρρένων (των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου) το οποίο ιδρύθηκε από την Βουλγαρική εξαρχία και λειτούργησε από το 1882 ως το 1913. Στη διάρκεια λειτουργίας του δίδαξαν 207 καθηγητές σε συνολικά 5.820 μαθητές, οι περισσότεροι εκ των οποίων προερχόταν από την ενδοχώρα της Μακεδονίας.

Ωστόσο, η ιστορία του σχολείου δεν γράφτηκε μόνο με κιμωλία. Λέγεται ότι αποτέλεσε προπύργιο των Βουλγάρων στις συμπλοκές κατά τον Β’ Βαλκανικό πόλεμο, καθώς είχαν δώσει τουφέκια στους μαθητές για να πυροβολούν από τα παράθυρα, τα οποία μετατράπηκαν σε πολεμίστρες. Μαθητές του σχολείου υπήρξαν και οι γνωστοί γεμιτζήδες (gemidzhii) ή βαρκάρηδες, οι οποίοι σημείωσαν εντυπωσιακή εξέλιξη, καθώς (μεταξύ άλλων) ανατίναξαν την Οθωμανική Τράπεζα τις ταραγμένες μέρες του 1903 – κάτι που προφανώς δεν είχε προβλεφθεί ως μελλοντική σταδιοδρομία αποφοίτων.

Το κτίριο μετά το υποχρεωτικό του κλείσιμο το 1913 λεηλατήθηκε, αργότερα στέγασε πρόσφυγες και τελικά καταστράφηκε πριν τη δεκαετία του 1930. Για τις επόμενες δεκαετίες παρέμεινε ως τοπόσημο η αλάνα του σχολείου, ο τοίχος της περίφραξης και η καγκελόπορτα. Στη θέση του στεγάζεται πλέον το 37ο δημοτικό σχολείο.

Το 2014 σε μια σεμνή τελετή παρουσία του Δημάρχου Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη και του Βούλγαρου Υπουργού Πολιτισμού τοποθετήθηκε αναμνηστική πλακέτα ως Δείκτης Μνήμης, που αναγράφει πως το σχολείο αυτό χτίστηκε εκεί όπου άλλοτε υπήρχε το βουλγάρικο σχολείο – για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι.

Το Βουλγαρικό Γυμνάσιο στις αρχές του 20ου αι. (Facebook group «Παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης»)

Αμέσως μετά το οικόπεδο του Βουλγάρικου Γυμνασίου, στη σημερινή γωνία με την Ιασωνίδου υπήρχε το μικρό τζαμί του Ali Pasa ή τζαμί Carsampa (τζαμί της Τετάρτης) το οποίο μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία μέχρι να έρθει η σειρά του να κατεδαφιστεί.

Στην απέναντι πλευρά του δρόμου, υπάρχει το θερινό σινεμά Alex από το 1968. Ένα από τα πρώτα θερινά σινεμά της Θεσσαλονίκης με ταινίες Α’ προβολής. Η χωρητικότητά του φτάνει τις 300 θέσεις. Διαθέτει καρέκλες σκηνοθέτη, διθέσια καναπεδάκια, λευκό χαλίκι στο δάπεδο, πράσινο τριγύρω και τα κλασικά σνακ του θερινού σινεμά. Μια ανάσα για τους σινεφίλ του κέντρου. Ο χώρος του κινηματογράφου έχει χαρακτηριστεί ως Μνημείο Νεότερου Πολιτισμού.

Το τέλος της σημερινής οδού βρισκόταν στην οθωμανική συνοικία Koca Kasim Pasa, γνωστή και ως Iki Lule (του τζαμιού με τους δυο κρουνούς), όπου το όνομα του δρόμου ήταν Turbe (Μαυσωλείου) και Iki Lule Cesmesi (βρύση των δύο κρουνών). Στη σημερινή θέση Ολύμπου με Ιασονίδου βρισκόταν το τζαμί του Koca Kasim Pasa (τζαμί Iki Lule), το οποίο πιθανώς να ήταν προηγουμένως η μονή της Παναγίας της Περιβλέπτου. Υπήρχε επίσης το μικρό νεκροταφείο του τζαμιού, ο τεκές του και τα ερείπια ενός σχολείου που είχε χτίσει ο Koca Kasim πασάς. Ένας πλήρης αστικός πυρήνας όπου η λατρεία, η μνήμη και η καθημερινότητα συνυπήρχαν χωρίς σαφή όρια. Η βρύση Iki Lule είναι μια από τις ωραιότερες οθωμανικές κρήνες. Στις φωτογραφίες αποτυπώνεται ιδιαίτερα εύγλωττα η καθημερινή ζωή της παλαιάς οδού Αριστοτέλους: ο τεράστιος πλάτανος, η μικρή πλατεία, το καλντερίμι, οι κάτοικοι και ο περιβάλλον χώρος που σήμερα φαντάζει τόσο απίθανα απλός.

Η παλαιά οδός Αριστοτέλους έφτανε περίπου ως την Αποστόλου Παύλου· το τελευταίο τμήμα της ανήκει πλέον στην Κωνσταντίνου Μελενίκου. Η σημερινή Ολύμπου σταματάει λίγο πριν, στην Αριανού. Από πάντα υπήρξε αγαπημένος δρόμος των φοιτητών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται: καφέ, μπαρ, μαγειρεία, η ζωή να ξεχειλίζει στο πεζοδρόμιο. Τις τελευταίες δεκαετίες προστέθηκε κι ένας αυξημένος αριθμός μεταναστών που δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της — όπως συνέβαινε έναν αιώνα πριν, με διαφορετική σύνθεση πληθυσμού. Φοιτητές, οικογένειες, μετανάστες, σε ανάμικτα, μεταβαλλόμενα ποσοστά. Δύο χιλιόμετρα ιστορικού παρελθόντος και ζωντανού παρόντος.

Από το δομημένο περιβάλλον που υπήρχε πριν από την πυρκαγιά έχουν επιβιώσει μόνο οι φωτογραφίες. Από τον Μεσοπόλεμο παραμένουν 15 διατηρητέα κτίρια — σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό βιωσιμότητας και στατικής επάρκειας. Κτίρια που αντιστάθηκαν στον χρόνο, στο σεισμό, στην αδιαφορία και άλλα που ενέδωσαν στην αστική τυποποίηση. Πολλά από αυτά έχουν πλέον μετατραπεί σε χώρους βραχυχρόνιας μίσθωσης — γιατί ο ζωντανός παλμός της cool οδού, αυτός ο παλμός που ανέδειξε την Ολύμπου στην 8η θέση παγκοσμίως, πρέπει να επαληθευτεί από τους επισκέπτες.

Η οδός Ολύμπου δεν είναι μόνο ένας δρόμος· είναι ένα μωσαϊκό, γραμμένο και ξαναγραμμένο από κάθε γενιά που πέρασε από εδώ. Οι ιστορίες έφυγαν. Ο δρόμος έμεινε.

Ανακαλύψτε τις υπόλοιπες στάσεις της στήλης Οδογραφίες πατώντας ΕΔΩ

Η παλαιά οδός Αριστοτέλους και η κρήνη Iki Lule (από το βιβλίο «Η Θεσσαλονίκη μέσα από τον φακό του Αριστοτέλη Ζάχου»)
Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα