Οι φωτιές που σημάδεψαν τη Θεσσαλονίκη – 40 χρόνια περιβαλλοντικών καταστροφών που η πόλη δε θυμάται όσο θα έπρεπε
Η μνήμη του καπνού: Από την Jet Oil και το Σέιχ Σου στη Σίνδο και το Ωραιόκαστρο
Υπάρχουν ημέρες που στον ορίζοντα της Θεσσαλονίκης απλώνεται ένα μαύρο ή γκρι πέπλο που προέρχεται από την ανατολική και δυτική πλευρά της πόλης, ταξιδεύει με τον άνεμο και καταλήγει να γίνει μέρος της καθημερινότητας μας.
Κάποιοι κλείνουν τα παράθυρα, άλλοι κοιτούν από τα μπαλκόνια τους και σχεδόν όλοι κάνουμε την ίδια ερώτηση.
Τι καίγεται πάλι;
Η πρόσφατη πυρκαγιά στο Ωραιόκαστρο δεν είναι κάτι καινούργιο. Ήταν απλώς το τελευταίο (μέχρι το επόμενο) περιστατικό σε ένα φαινόμενο που επαναλαμβάνεται εδώ και δεκαετίες.
Αν κοιτάξει κανείς τις τελευταίες δεκαετίες θα δει ότι η πόλη έχει έρθει αρκετές φορές αντιμέτωπη με μια πύρινη κρίση.
Η μεγάλη φωτιά στην Jet Oil που έκαιγε επτά ημέρες και τρομοκράτησε τη Θεσσαλονίκη
Το ημερολόγιο έδειχνε 24 Φεβρουαρίου του 1986.
Στον τερματικό σταθμό αποθήκευσης υγρών καυσίμων της JETOIL στο Καλοχώρι, υπάρχουν αποθηκευμένοι 65.000 τόνοι αργού πετρελαίου, 55.000 τόνοι βενζίνης και 100 τόνοι νάφθας.

Από κοντά και οι εγκαταστάσεις των Ελληνικών Διυλιστηρίων με άλλες 500.000 τόνους. Ξαφνικά στις δύο το μεσημέρι, στη δεξαμενή με τον αριθμό 1, το πετρέλαιο που βρίσκεται στο έδαφος σκόρπιο παίρνει φωτιά κατά τη διάρκεια μιας οξυγονοκόλλησης. Τα ελλιπή μέτρα ασφαλείας δεν προλαβαίνουν το κακό.

Η φωτιά γενικεύεται. Οκτώ από τις δώδεκα συνολικά δεξαμενές θα αρπάξουν φωτιά τις επόμενες επτά ημέρες που η πόλη βλέπει τις τεράστιες φλόγες και τον μαύρο καπνό να καλύπτουν τον ορίζοντα της. Η πιο μεγάλη έκρηξη είναι αυτή της νύχτας 27 προς 28 Φεβρουαρίου στη δεξαμενή 8. Περίπου τα μεσάνυχτα. Ο κόσμος βρίσκεται στα πάρκα και τις πλατείες και παρακολουθεί τον ουρανό.

Από την Κατερίνη μέχρι τη Χαλκιδική ο ουρανός γίνεται μαύρος. Εικοσιπέντε άνθρωποι θα οδηγηθούν στα νοσοκομεία με τραυματισμούς και δηλητηριάσεις. Έκτος από το πετρέλαιο καίγονται τα πάντα στο πέρασμα της φωτιάς. Κτίρια, δεξαμενές, οχήματα. Η πόλη έχει τότε 800 χιλιάδες κατοίκους ευτυχώς ο αέρας που γύρισε προστάτευσε την Θεσσαλονίκη και από τύχη η φωτιά δεν επεκτάθηκε στις γειτονικές δεξαμενές πετρελαιοειδών και υγραερίου ή στη δεξαμενή αμμωνίας της ΣΙΓΚ.
Το ελληνικό κράτος ζητά τη συνδρομή γειτονικών χωρών. Γιουγκοσλάβοι πυροσβέστες σπεύδουν σε βοήθεια. Οι καταστροφές στη διάρκεια της μιας εβδομάδας που κράτησε η φωτιά φτάνουν τα 22 εκατομμύρια δολάρια ή τα 3,5 δις δρασμές της εποχής όπως είναι ο επίσημος απολογισμός. Όμως αυτό που θα ακολουθήσει με τη μόλυνση των καλλιεργειών και το υδροφόρου ορίζοντα της πόλης και της ευρύτερης περιοχής δεν θα το μάθουμε ποτέ στις αληθινές του διαστάσεις.

Εικόνα: Στράτος Καλαφάτης
Μετά το ατύχημα τα μέτρα ασφαλείας αυξάνονται σε όλες τις εγκαταστάσεις της χώρας. Το πάθημα γίνεται εν μέρει μάθημα.
Κανείς δεν μπορεί να πει με ακρίβεια ποιες ήταν οι επιπτώσεις στην υγεία των κατοίκων αυτής της πόλης.
Σέιχ Σου 1997: Όταν κάηκε ο πνεύμονας της πόλης
Στις 7 Ιουλίου του 1997 ξέσπασε η πυρκαγιά στον πνεύµονα της Θεσσαλονίκης, στο Σέιχ Σου και απανθρακώθηκαν συνολικά 15.000 στρέµµατα. Η πυρκαγιά του 1997, είχε κατακάψει πάνω από το 50% της συνολικής έκτασης του Κέδρινου Λόφου.
Το πρώτο τηλεφώνημα για την πυρκαγιά έγινε στην Πυροσβεστική Υπηρεσία στις 6 Ιουλίου, την ώρα πάνω-κάτω, κατά την οποία ξέσπασε και η εν εξελίξει πυρκαγιά, δηλαδή στις 15.35. Στα 24ωρα που ακολούθησαν, η πυρκαγιά προκάλεσε μεγάλη οικολογική καταστροφή στη Θεσσαλονίκη, η οποία ήταν τότε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης.

Την ώρα που ξέσπασε η φωτιά, το θερμόμετρο έδειχνε 39 βαθμούς Κελσίου, οι άνεμοι έπνεαν νοτιοδυτικοί, εντάσεως 5 μποφόρ και η Θεσσαλονίκη έμοιαζε με έρημη πόλη, καθώς μεγάλο μέρος των κατοίκων απουσίαζαν για καλοκαιρινές διακοπές. Λίγα λεπτά μετά το προειδοποιητικό τηλεφώνημα, στις 15.50, απογειώθηκε αεροπλάνο της Αερολέσχης Θεσσαλονίκης, που εντόπισε τέσσερις εστίες.
«Η ζωογόνα οροσειρά νέκρωσε πια. Το πράσινο έγινε γκρίζο. Στάχτη και αποκαΐδια. Θλίψη και βουβή αγανάκτηση ένιωσαν οι Θεσσαλονικείς όταν είδαν από τα μπαλκόνια του σπιτιού τους τις φλόγες να αγκαλιάζουν περιμετρικά τον πράσινο λόφο.

Και όλοι ανακάλεσαν στη μνήμη τους προσωπικές στιγμές. Το Σειχ Σου στέγασε τους έρωτές τους. Έγινε το καταφύγιο των ραντεβού. Τόπος αναψυχής και περιπάτου, θέση για την πανοραμική θέα και τα ηλιοβασιλέματα. Όαση δροσιάς. Ξεκούραση το ανηφόρισμα για το Θέατρο Δάσους. Χώρος απλησίαστος στα τέλη της δεκαετίας του 50′ από τα δύο εγκλήματα που ταυτίστηκαν με τον «Δράκο του Σέιχ Σου» αναφέρει η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ σε άρθρο της στις 8 Ιουλίου.
Ας δούμε το χρονικό της μεγάλης καταστροφής όπως καταγράφηκε σε αφιέρωμα στην ΤV100
Κυριακή 6 Ιουλίου 1997, 3.35 το μεσημέρι. Καταγράφεται το πρώτο τηλεφώνημα στην Πυροσβεστική Yπηρεσία: «Πυκνός καπνός στο δάσος του Σέιχ Σου». Ενημερώνεται η Δασική Yπηρεσία. Θερμοκρασία 39 βαθμοί Kελσίου. Άνεμοι νοτιοδυτικοί 5 μποφόρ. Η Θεσσαλονίκη έμοιαζε με έρημη πόλη, καθώς μεγάλο μέρος των κατοίκων απουσίαζαν για καλοκαιρινές διακοπές.
Μέσα σε δυο ώρες η φωτιά εξαπλώθηκε, φτάνοντας σε απόσταση περίπου 150 μέτρων από το ξενοδοχείο «Φιλίππειον». Μισή ώρα αργότερα οι φλόγες έφτασαν στο Ρετζίκι, τυλίγοντας τρία σπίτια κι ένα κατάστημα. Γύρω στις 7 το βράδυ, σημειώθηκε ηλεκτρικό μπλακ άουτ, καθώς η φωτιά είχε φτάσει στον υποσταθμό της ΔΕΗ στο Σέιχ Σου.
Το πρώτο πυροσβεστικό αεροπλάνο κατέφτασε με καθυστέρηση στη Θεσσαλονίκη, μαζί με δυνάμεις πυροσβεστών από άλλους νομούς.
Την ίδια στιγμή, στους δρόμους επικρατούσε μποτιλιάρισμα, λόγω της επιστροφής των εκδρομέων από τις κοντινές παραλίες. Η Τροχαία κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να κρατήσει τους δρόμους ανοιχτούς, ώστε να κινούνται τα πυροσβεστικά οχήματα. Τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο “Ξενοκράτης”.
Δευτέρα 7 Ιουλίου. Αν και όλα έδειχναν η φωτιά είχε αρχίσει να κοπάζει, σήμανε ξανά συναγερμός για αναζωπύρωση εστιών στο “Φιλίππειον” και το Πανόραμα. Εκκενώθηκαν μια παιδική κατασκήνωση και το Ίδρυμα Κωφάλαλων Παιδιών, ενώ στις 3 το μεσημέρι κάτοικοι του Ελαιώνα εκκένωσαν την περιοχή. Λίγες ώρες μετά οι πυροσβεστικές δυνάμεις, κατάφεραν να θέσουν τη φωτιά υπό έλεγχο και τελικά να τη σβήσουν.
Ο απολογισμός τραγικός. Οι πύρινες φλόγες κατέκαψαν σε δύο ημέρες πάνω από το 50% της συνολικής έκτασης του Κεδρινού Λόφου. Στις φλόγες παραδόθηκαν 16.500 στρέμματα από το σύνολο των 29.790 του δάσους.
Η εμπειρία του 1997 μας θυμίζει ότι θα πρέπει πάντα να βρισκόμαστε πάντα σε εγρήγορση.
«Φούντωσε η οργή για το έγκλημα στο Σέιχ Σου»
Η εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» γράφει στις 8 Ιουλίου
ΕΚΡΗΞΗ οργής από φορείς και κατοίκους για την εγκατάλειψη της πόλης στην πύρινη λαίλαπα προκάλεσε χθες δεύτερη μέρα της ανεξέλεγκτης καταστροφικής πυρκαγιάς η συνεχιζόμενη ολιγωρία των Αρχών στην αντιμετώπιση της φωτιάς, που εξακολουθούσε έως αργά το βράδυ να κατακαίει δασικές εκτάσεις και να απειλεί από απόσταση αναπνοής κτίρια και σπίτια.
Ελπίδες ότι η πυρκαγιά τίθεται υπό έλεγχο και δεν αντιμετωπίζουν πλέον άμεσο κίνδυνο οι κατοικημένες περιοχές διαφάνηκαν το βράδυ, με τη μείωση της έντασης των ανέμων γεγονός που επέτρεψε στα πυροσβεστικά αεροσκάφη αλλά και στις επίγειες δυνάμεις να συνεχίσουν απρόσκοπτα το έργο της κατάσβεσης.
Σοβαρές ευθύνες για μεγάλες καθυστερήσεις και έλλειψη συντονισμού στο έργο της κατάσβεσης επιρρίπτουν στον κυβερνητικό μηχανισμό εκπρόσωποι κομμάτων, φορέων και απλοί πολίτες της Θεσσαλονίκης.
Είναι χαρακτηριστική του μεγέθους της οικολογικής καταστροφής η δήλωση εκπροσώπου οικολογικής οργάνωσης πως «οι δύο επόμενες γενιές δεν θα γνωρίσουν δάσος στη Θεσσαλονίκη»!
Σύμφωνα με τις πρώτες επίσημες εκτιμήσεις, έως χθες το βράδυ είχε καταστραφεί το 40% και πλέον του μοναδικού πνεύμονα ζωής της πόλης, με την αποτέφρωση περισσότερων από 12.000 στρεμμάτων δασικής έκτασης.
Τεράστιες είναι και οι οικονομικές καταστροφές που προκάλεσε η πυρκαγιά, καθώς παρά τις διαβεβαιώσεις των επίσημων Αρχών, σύμφωνα με τις οποίες κανένα οίκημα δεν έχει υποστεί ζημιές, περισσότερα από 10 κτίσματα (αγροικίες, αποθήκες, βιοτεχνικοί χώροι), αλλά και πυλώνες της ΔΕΗ, κολώνες και εναέρια καλώδια καταστράφηκαν από την πύρινη λαίλαπα.

Ευθύνες από κυβερνητικούς και μη παράγοντες αναζητεί και η Δικαιοσύνη, με τη διενέργεια έρευνας που διέταξε χθες η Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης για τον εντοπισμό των ηθικών αλλά και των φυσικών αυτουργών (εμπρηστών) της καταστροφικής πυρκαγιάς.
Από την πλευρά τους οι εκπρόσωποι της Πολιτείας (υπουργός, νομάρχης, κ.ά.) αποφεύγουν να δώσουν σαφείς εξηγήσεις για την ολιγωρία της επέμβασης, ενώ διαβεβαιώνουν πως «ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο του καμένου δάσους δεν πρόκειται να οικοπεδοποιηθεί».
Στο μεταξύ, στον υπουργό Γεωργίας Στέφανο Τζουμάκα επιρρίπτει ευθύνες το Πανελλήνιο Δίκτυο Περιβαλλοντικών Οργανώσεων, επειδή «επιμένει να καταθέσει στη Βουλή νομοσχέδιο με το οποίο νομιμοποιείται η καταπάτηση των δασών».
ΜΕΧΡΙ αργά χθες το απόγευμα, το κύριο μέτωπο της μεγάλης πυρκαγιάς ήταν στην περιοχή του Πανοράματος, όπου και είχαν «ρίξει» όλο το βάρος τους οι δυνάμεις πυρόσβεσης. Η φωτιά μαινόταν στην περιοχή των Ελαιώνων, μεταξύ του ξενοδοχείου «Νεφέλη» και του Σέιχ Σου και στην περιοχή της Ιερής Μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Υπό έλεγχο βρίσκονταν τα μέτωπα στην περιοχή της Μαλακόπης, στο Ρετζίκι, την Εξοχή, το Ασβεστοχώρι και τον οικισμό των Κωνσταντινουπολιτών στην Άνω Τούμπα.
Χιλιάδες κάτοικοι του Πανοράματος εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, αφού η πυρκαγιά παρέμενε ανεξέλεγκτη, λόγω των ισχυρών ανέμων που σε «πείσμα» των τελευταίων ημερών του καύσωνα έπνεαν όλη την ημέρα χθες, με ένταση μέχρι και οκτώ Μποφόρ.
Πυκνά σύννεφα καπνού κάλυπταν ολόκληρη την έκταση του Πανοράματος και οι κάτοικοι σε αρκετές περιπτώσεις έτρεχαν αλαφιασμένοι, φορώντας μαντίλια στα πρόσωπά τους, για να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους ή να τα σώσουν από τις πύρινες εστίες που συνεχώς αναζωπυρώνονταν.
Οι χιλιάδες εστίες της μεγάλης φωτιάς, που για περισσότερες από 24 ώρες κατέστρεψε χιλιάδες στρέμματα δάσους του μοναδικού πράσινου πνεύμονα της συμπρωτεύουσας, αναζωπυρώνονταν συνεχώς, λόγω της φοράς των ισχυρών ανέμων που συνεχώς άλλαζε, με αποτέλεσμα να προκαλεί τον αποσυντονισμό στις από ξηρά αλλά και από αέρα δυνάμεις πυρόσβεσης.
Δεκάδες σπίτια του Πανοράματος ήρθαν αντιμέτωπα με τις φλόγες, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι ιδιοκτήτες τους, με ό,τι μέσον έβρισκαν, προσπαθούσαν να απομακρύνουν τον κίνδυνο της καταστροφής.
Άμεσο κίνδυνο διέτρεξε το μοναστήρι Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον δρόμο Πανοράματος Χορτιάτη, το οποίο εκκενώθηκε, όπως και για προληπτικούς λόγους εκκενώθηκαν η σχολή κωφαλάλων του Πανοράματος, το Χαρίσειο γηροκομείο Άνω Τούμπας και το ξενοδοχείο «Νεφέλη» του Πανοράματος.
Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις των Αρχών, καταστράφηκαν περίπου 10.000 στρέμματα (το 40% του δάσους του Σέιχ Σου).
Τα κατεστραμμένα σπίτια, οι αποθήκες, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις, οι εγκαταστάσεις της ΔΕΗ, καθώς και η καταστροφή της χλωρίδας και της πανίδας του Σέιχ Σου συνθέτουν τη μεγάλη καταστροφή.
Στις 7 χθες το πρωί, αμέσως μετά την απογείωση των πέντε πυροσβεστικών αεροσκαφών, η κατάσταση φαινόταν ότι σύντομα θα τεθεί υπό έλεγχο.
Οι ισχυροί άνεμοι, ωστόσο, αποσυντόνισαν το έργο των δυνάμεων πυρόσβεσης και οι πύρινες εστίες, που συνεχώς αναζωπυρώνονταν, δημιούργησαν το εφιαλτικό σκηνικό της δεύτερης ημέρας της μεγάλης φωτιάς.
ΣΤΙΣ ΔΥΣΜΕΝΕΙΣ καιρικές συνθήκες, αλλά και στο γεγονός ότι μέσα σε λίγες ώρες εκδηλώθηκαν ταυτόχρονα δεκάδες πυρκαγιές σε διάφορα σημεία της χώρας, αποδίδουν οι νομαρχιακές αρχές της Θεσσαλονίκης τη μεγάλη καταστροφική πυρκαγιά στο περιαστικό δάσος.
Ο νομάρχης Θεσσαλονίκης, ερωτηθείς για ποιο λόγο τα πυροσβεστικά αεροσκάφη επενέβησαν με καθυστέρηση τρεισήμισι περίπου ωρών, υποστήριξε ότι την ώρα εκείνη βρίσκονταν σε εξέλιξη μεγάλες φωτιές στην Ήπειρο και στη Δυτική Μακεδονία.
«Είναι γνωστό ότι τα πυροσβεστικά αεροσκάφη που διαθέτουμε δεν επαρκούν. Ακόμη κι αν υπήρχαν τα δύο αεροσκάφη τύπου Κάναντερ στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, είναι σίγουρο ότι την ώρα που ξέσπασε η φωτιά δεν θα ήταν εκεί, αφού είχαμε ταυτόχρονα πολλές φωτιές», δήλωσε ο νομάρχης Θεσσαλονίκης.
Επίσης, «η φωτιά θα είχε τεθεί υπό πλήρη έλεγχο μέχρι χθες το μεσημέρι, αν δεν σημειωνόταν η ξαφνική μεταβολή στον καιρό με ενίσχυση των βορείων ανέμων μέχρι και 8 Μποφόρ με αποτέλεσμα να αναζωπυρωθεί η φωτιά σε όλα τα μέτωπα».
Ο νομάρχης Θεσσαλονίκης, ερωτηθείς για το πώς σχολιάζει τις διαβεβαιώσεις που έδιναν όλες οι αρμόδιες υπηρεσίες μέχρι χθες (ότι δηλαδή το Σέιχ Σου δεν κινδυνεύει από φωτιά, αφού υπάρχει σχέδιο άμεσης επέμβασης), υποστήριξε ότι οι εμπρηστές, αλλά και οι δυσμενείς συγκυρίες ανέτρεψαν όλα τα δεδομένα που ίσχυαν μέχρι το απόγευμα της περασμένης Κυριακής.
«Το δάσος φυλασσόταν και από δασοφύλακες και από δασοπυροσβέστες. Όμως οι εμπρηστές εκμεταλλεύτηκαν τις καιρικές συνθήκες και χτύπησαν ταυτόχρονα σε πολλά σημεία», δήλωσε.
Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ όαση πρασίνου της Θεσσαλονίκης, το Σέιχ Σου, που κατακάηκε από χέρια εμπρηστών, ήταν το μεγαλύτερο τεχνητό δάσος της χώρας, αφού το μεγαλύτερο τμήμα των 30.000 στρεμμάτων φυτεύτηκε τα τελευταία 60 χρόνια.
Πρωτοπόρος της αναδάσωσης του Σέιχ Σου, από το 1929, όταν άρχισε η προσπάθεια αναδάσωσης, ήταν ο τότε δασάρχης και αργότερα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Αντώνης Γεωργόπουλος. Η Δασική Υπηρεσία, αλλά και ομάδες σχολείων, σωματείων και πολιτών, κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα θελκτικό δάσος, με πλούσια χλωρίδα, κυρίως με πεύκα, αλλά και κυπαρίσσια, πλατάνια και λεύκες. Παρά το χαρακτηρισμό του ως αισθητικού δάσους και την κήρυξή του, το 1973, ως αναδασωτέας έκτασης 30.000 στρ., ασκήθηκαν μεγάλες πιέσεις τα τελευταία χρόνια για περιορισμό των ορίων αναδάσωσης και για οικοπεδοποιήσεις.
Βασική απειλή για το δάσος, πέρα από τους εμπρηστές, ήταν η αντιφατική νομοθετική προστασία του και η προσπάθεια ιδιοκτητών γεωργικών εκτάσεων του Σέιχ Σου να αναγνωριστούν οι ιδιοκτησίες τους.
Στη σημαντική απόφαση 1157 του 1990, για την προστασία του Σέιχ Σου, της νομάρχου Μίνας Ξηροτύρη, που απαγόρευε οποιαδήποτε ανοικοδόμηση στα όρια του δάσους, αντέδρασαν 2.000 περίπου ιδιοκτήτες, που προσέφυγαν στα δικαστήρια διεκδικώντας συνολική έκταση 14.000 στρεμμάτων. Οι διαπιστωμένες ιδιοκτησίες μέσα στο δάσος φθάνουν τα χίλια στρέμματα.
Πρόσφατα, ο υφυπουργός Γεωργίας Βασίλης Γερανίδης ζήτησε από τις αρμόδιες υπηρεσίες να καταγράψουν τις ιδιοκτησίες μέσα στο Σέιχ Σου, προκειμένου να ανταλλαγούν με άλλες δημόσιες εκτάσεις, στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης. Τη διαδικασία καταγραφής των εκτάσεων και η ολοκλήρωσή της, ώστε να αναγνωριστεί το Σέιχ Σου ως δημόσιο δάσος, διέκοψε η μεγάλη πυρκαγιά.
Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – Πολιτιστική Πρωτεύουσα αρνήθηκε για μια μέρα τον τίτλο της. Ο Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας αποφάσισε να αναβάλει όλες τις προγραμματισμένες για χθες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις σε ένδειξη συμπαράστασης για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης που αντιμετωπίζει η πόλη.
Έτσι, εκτός από το Θέατρο Τέχνης, που ανέβαλε για δεύτερη μέρα χθες την προγραμματισμένη παράσταση των «Ορνίθων» στο Θέατρο Δάσους (σε απόσταση αναπνοής από τις φλόγες που κατακαίουν το μοναδικό δάσος της πόλης), ο Οργανισμός Πολιτιστικής Πρωτεύουσας ματαίωσε χθες και τις προγραμματισμένες στο χώρο του λιμανιού εκδηλώσεις της «Βαλκανικής πλατείας».
ΕΥΘΥΝΕΣ για ενδεχόμενη ολιγωρία των αρμόδιων αρχών στη μεγάλη καταστροφική φωτιά στο περιαστικό δάσος Σέιχ Σου της Θεσσαλονίκης αναζητούν οι δικαστικές αρχές, ενώ στην Εισαγγελία κατατέθηκαν χθες και μηνύσεις ιδιωτών κατά παντός υπευθύνου που καταγγέλλουν αμέλεια των κρατικών αρχών.
Η Εισαγγελία ζητεί να ερευνηθεί για ποιο λόγο το απόγευμα της Κυριακής μόλις ξέσπασε η πυρκαγιά σε πέντε διαφορετικές εστίες τα πυροσβεστικά αεροσκάφη επενέβησαν με καθυστέρηση τρεισήμισι περίπου ωρών.
Εκτός απ’ αυτό, ο εισαγγελέας Θεσσαλονίκης ζητεί να ερευνηθεί αν θα έπρεπε να βρίσκονται στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης από τις αρχές του καλοκαιριού πυροσβεστικά αεροσκάφη σε μόνιμη βάση.
Στο μεταξύ, δύο δικηγόροι από τη Θεσσαλονίκη υπέβαλαν χθες το μεσημέρι στον εισαγγελέα υπηρεσίας κ. Α. Δημόπουλο μηνυτήριες αναφορές, με τις οποίες ζητούν να καταλογιστούν τυχόν ποινικές ευθύνες εις βάρος εκπροσώπων κρατικών υπηρεσιών, που είναι αρμόδιοι για την πυρόσβεση.
«ΚΑΤΗΓΟΡΩ»
Ευθύνες για μεγάλες καθυστερήσεις στην κινητοποίηση των δυνάμεων πυρόσβεσης επέρριψε στις αρμόδιες αρχές και την κυβέρνηση ο πρόεδρος της Ν.Δ. Κώστας Καραμανλής, που επισκέφθηκε χθες την καμένη περιοχή του Σέιχ Σου.
Ο πρόεδρος της Ν.Δ. δήλωσε ότι «η προστασία των δασών είναι εθνική υπόθεση» και συμπλήρωσε πως στην περίπτωση του Σέιχ Σου «φάνηκε η ανεπάρκεια και η αναποτελεσματικότητα του κράτους, σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια».
*Με ανακοίνωσή της η Κομματική Οργάνωση Θεσσαλονίκης του ΚΚΕ καλεί τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης να κηρύξει άμεσα και χωρίς εξαιρέσεις ως αναδασωτέες τις καμένες εκτάσεις του δάσους του Σέιχ Σου.
* Στον τόπο της μεγάλης πυρκαγιάς βρέθηκε χθες και ο πρόεδρος της Πολιτικής Άνοιξης Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος κατηγόρησε για αδράνεια και αποσυντονισμό τον κρατικό μηχανισμό.
ΟΙ ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ
«Όταν η πόλη πενθεί μπροστά στις φλόγες και τις στάχτες που κατακαίουν το πανέμορφο δάσος του Σέιχ Σου, δεν έχουν νόημα δηλώσεις και υποκριτικές ανακοινώσεις των υπευθύνων», υπογραμμίζει η Ένωση Πολιτών Θεσσαλονίκης, η οποία σε πρόσφατη συνέντευξη μαζί με άλλες οικολογικές οργανώσεις υποδείκνυε αυτούς που ενθαρρύνουν τους εμπρηστές.
«Η πολιτεία όφειλε να βρει λύση στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του Σέιχ Σου, ώστε να σταματήσουν οι πιέσεις των ιδιοκτητών γης στο περιαστικό δάσος και να παραμείνει το Σέιχ Σου δημόσιο δάσος υπό απόλυτη προστασία», υπογράμμισε στα «ΝΕΑ» ο αντιπρόεδρος του Οργανισμού Ρυθμιστικόυ Θεσσαλονίκης, Γιάννης Τζήκας.
ΣΗΜΕΡΑ το πρωί συνεδριάζει η Επιτροπή Διαχείρισης Κρίσεων, υπό τον υπουργό Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης Αλέξανδρο Παπαδόπουλο, για να συζητηθεί το θέμα της αντιμετώπισης των πυρκαγιών.
Εξάλλου, σήμερα το μεσημέρι, κλιμάκιο υπουργών μεταβαίνει στη Θεσσαλονίκη, για να εξετάσει την κατάσταση που προέκυψε από την πυρκαγιά στο Σέιχ Σου.
Έργα και επεμβάσεις για τεχνητή αναδάσωση
Ένα χρόνο αμέσως μετά την πυρκαγιά του 1997 έγιναν σημαντικές επεμβάσεις από τη Διεύθυνση Αναδασώσεων και το Δασαρχείο Θεσσαλονίκης για να προστατευτεί το έδαφος που φιλοξενούσε το δάσος από τη διάβρωση και η πόλη από πλημμύρες. Τα αντιπλημμυρικά έργα, όπως τοποθέτηση κορμοπλεγμάτων και κορμοδεμάτων, καθώς και η φύτευση περίπου 500.000 φυτών διαφόρων ειδών έδωσαν την πρώτη ελπίδα ότι το δάσος αρχίσει να ξαναζωντανεύει. Την επόμενη χρονιά, σύμφωνα με τη Διεύθυνση Αναδασώσεων, έγιναν περιποιήσεις, δηλαδή βοτάνισμα και σκάλισμα, σε λιγότερα από τα μισά φυτεμένα φυτά και φυτεύτηκαν επιπλέον 32.000 νέα. Ανάμεσα στα δέντρα που φυτεύτηκαν και τις δυο φορές ήταν πεύκη, χαλέπιος και τραχεία, ακακία, δρυς, δύο είδη κέδρου, κουτσουπιά και δύο είδη σφενδάμου. Φυτεύτηκαν θάμνοι, όπως σπάρτο, αγγελική και πικροδάφνη.
Το 2003 αναγνωρίστηκε η ανάγκη να γίνουν ολοκληρωμένες και στοχευμένες επεμβάσεις για τη διαχείριση του δάσους, και έτσι προέκυψε το έργο “Προστασία και Αναβάθμιση του Περιαστικού Δάσους Θεσσαλονίκης (Σέιχ Σου)”. Το έργο περιλάμβανε 11 παρεμβάσεις που αναλύονται σε 15 υποέργα. Την υλοποίηση των επιμέρους έργων ανέλαβαν η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Θεσσαλονίκης και η Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων Θεσσαλονίκης. Το έργο συντόνιζε η Διεύθυνση Σχεδιασμού και Ανάπτυξης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.
Τον Αύγουστο του 2011 ξυπνάνε μνήμες από τη φωτιά του 1997. Οι πρώτες φλόγες έκαναν την εμφάνισή τους σε απόσταση μόλις 50 μέτρων από τα τελευταία σπίτια των Σαράντα Εκκλησιών και είναι χαρακτηριστικό πως μαζί με τους κατοίκους οι πρώτοι που έδωσαν μάχη για την κατάσβεση χρησιμοποιώντας κλαδιά ήταν τέσσερις αστυνομικοί της ομάδας ΔΙΑΣ της περιοχής Άνω Πόλης.
Λόγω των νότιων ανέμων που έπνεαν, το πύρινο μέτωπο έφτασε στην περιφερειακή οδό και σύμφωνα με την εκτίμηση της πυροσβεστικής πέρασε στην απέναντι πλευρά, καταστρέφοντας το κύριο μέρος του δάσους. Η πυρκαγιά έφτασε κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Βασιλείου στο Φιλίππειο και περιορίστηκε γρήγορα από τις συνεχείς ρίψεις νερού, που έκαναν τρία αεροσκάφη τύπου Καναντέρ, τα οποία όμως επιστρατεύτηκαν από το αεροδρόμιο της Χρυσούπολης, αφού η αεροπορική δύναμη της Πυροσβεστικής στη Θεσσαλονίκη επιχειρούσε το τελευταίο τριήμερο στον Έβρο.
Δέκα χρόνια μετά στις 13 Ιουλίου 2021 ο πύρινος εφιάλτης επιστρέφει στο Σέιχ Σου. Ευτυχώς σε αυτήν την περίπτωση τα πράγματα δεν πήραν άσχημη τροπή, με τη φωτιά να μη ξεφεύγει και να σβήνεται.

2006: Πύρινα μέτωπα σε Ταγαράδες και Σίνδο
Το 2006 η Θεσσαλονίκη βρέθηκε αντιμέτωπη με δύο παράλληλα περιστατικά που αποκάλυψαν ένα νέο μοτίβο.
Στη χωματερή των Ταγαράδων, η φωτιά σε όγκο απορριμμάτων έφερε στην ατμόσφαιρα προϊόντα καύσης ιδιαίτερα επιβαρυντικά για την υγεία.
«Για έβδομη συνεχή ημέρα καίει η φωτιά στη χωματερή των Ταγαράδων μολύνοντας την ατμόσφαιρα της περιοχής με τοξικές ουσίες, κυρίως διοξίνες, ενώ υπάρχει κίνδυνος να μολυνθεί και ο υδροφόρος ορίζοντας από τα τοξικά αποστραγγίσματα των σκουπιδιών.
Πολλοί κάτοικοι στο νότιο τμήμα της Θεσσαλονίκης εγκαταλείπουν προσωρινά τα σπίτια τους, για να αποφύγουν τη μολυσμένη ατμόσφαιρα, ενώ γίνονται συστάσεις στο κοινό να μην καταναλώνει προϊόντα ελευθέρας βοσκής» έγραφαν τα δημοσιεύματα της εποχής
Στη Σίνδο, πυρκαγιά σε εργοστάσιο χημικών συμπλήρωσε την εικόνα μιας δυτικής ζώνης όπου η βιομηχανική δραστηριότητα και ο αστικός ιστός βρίσκονται σε συνεχή τριβή.
Δεν ήταν πια μεμονωμένα γεγονότα. Ήταν η αρχή μιας σειράς γεγονότων που επαναλαμβάνονται χρόνο με το χρόνο έως και σήμερα.
2019-2026: Οι φωτιές της ανακύκλωσης
Αν κάτι χαρακτηρίζει την τελευταία δεκαετία, είναι η μετατόπιση του προβλήματος.
Οι φωτιές πλέον δεν περιορίζονται σε διυλιστήρια ή βαριά βιομηχανία. Εμφανίζονται σε μονάδες ανακύκλωσης, σε αποθηκευτικούς χώρους απορριμμάτων, σε εγκαταστάσεις που διαχειρίζονται το ίδιο υλικό που παράγει η πόλη καθημερινά.
Η Σίνδος γίνεται το πιο χαρακτηριστικό σημείο αυτού του νέου κύκλου.
Το 2019 μεγάλη πυρκαγιά καταστρέφει μονάδα ανακύκλωσης με τεράστιες ποσότητες πλαστικών. Ο καπνός είναι ορατός σε όλο το πολεοδομικό συγκρότημα.
Το 2023 και το 2024 ακολουθούν νέα περιστατικά. Ίδιο σκηνικό, διαφορετικές ημερομηνίες.
Το 2025, δύο νέες πυρκαγιές μέσα σε λίγες ημέρες οδηγούν ακόμη και σε ενεργοποίηση του 112.
Τσαΐρια και Ωραιόκαστρο: Η διάχυση του φαινομένου
Παράλληλα, μικρότερες αλλά επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές σε υπαίθριους χώρους στα Τσαΐρια προκαλούν συχνή επιβάρυνση στην ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης.
Στο Ωραιόκαστρο, αντίστοιχα περιστατικά σε χώρους αποθήκευσης ή διαχείρισης υλικών δείχνουν ότι το φαινόμενο δεν είναι πια τοπικό.
Έχει αρχίσει να απλώνεται γεωγραφικά, ακολουθώντας τη βιομηχανική και αποθηκευτική ανάπτυξη της περιφέρειας της πόλης.
Η τραγωδία στη Λητή
Η φωτιά που ξέσπασε στην περιοχή της Λητής εξαπλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα προς κατοικημένες εκτάσεις, αφήνοντας πίσω της δύο νεκρούς, έναν πατέρα και τον ανήλικο γιο του, η μητέρα της οικογένειας τραυματίστηκε σοβαρά από εγκαύματα, ενώ μια ακόμη γυναίκα που υπέστη ανακοπή κατά τη διάρκεια της φωτιάς, κατέληξε λίγες ημέρες μετά το περιστατικό.
Οι πρώτες έρευνες των αρχών έδειξαν ότι η πυρκαγιά ξεκίνησε από το πρανές του δρόμου και, ευνοούμενη από τις καιρικές συνθήκες και την ξηρή βλάστηση, εξελίχθηκε μέσα σε λίγα λεπτά σε μια ανεξέλεγκτη καταστροφή.
Η αργή υδάτινη καταστροφή
Εκτός από τις φωτιές δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ξεχνάμε και τα όσα συμβαίνουν κατά καιρούς στον υδροφόρο ορίζοντα της πόλης.
Η λίμνη Κορώνεια χάθηκε όχι μέσα σε μία στιγμή, αλλά μέσα σε δεκαετίες. Υπεράντληση, ρύπανση, υδρολογική πίεση. Σταδιακά, το νερό υποχώρησε και η ζωή ακολούθησε.
Ο Θερμαϊκός κόλπος ζει για χρόνια με το βάρος της πόλης. Λύματα, βιομηχανικές απορρίψεις, γεωργικές απορροές. Ακόμη κι όταν βελτιώθηκε η εικόνα του, η αίσθηση ευαλωτότητας δεν έφυγε ποτέ και γι’ αυτό το λόγο ακόμη μέχρι και σήμερα ασχολούμαστε συχνά πυκνά με φαινόμενα ευτροφισμού, ερυθράς παλίρροιας, που δημιουργούν μια άσχημη κατάσταση στο μάτι, αλλά και στη μυρωδιά που εκπέμπεται.
Και το Δέλτα Αξιού, ένα από τα σημαντικότερα υγροτοπικά συστήματα της χώρας, συνέχισε να δέχεται πιέσεις που δεν εμφανίζονται ως γεγονότα, αλλά ως σταδιακή απώλεια ισορροπίας.
Σε μια πόλη που τα γεγονότα κάνουν κύκλους
Το πρόβλημα της Θεσσαλονίκης είναι ότι δεν μαθαίνει από τα λάθη του παρελθόντος.
Κάθε γεγονός αντιμετωπίζεται ως έκτακτο. Κάθε φωτιά ως μεμονωμένη. Κάθε κρίση ως προσωρινή.
Και όμως, όταν τα γεγονότα τοποθετηθούν το ένα δίπλα στο άλλο, σχηματίζουν μια άλλη εικόνα.
Μιας πόλης που δεν ζει περιστατικά, αλλά κύκλους.
Ίσως τελικά το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της περιβαλλοντικής ιστορίας της Θεσσαλονίκης να μην είναι οι φωτιές και οι ρύποι, αλλά το γεγονός ότι κάθε φορά αντιμετωπίζουμε το κάθε περιστατικό που προκύπτει σα να είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει, ενώ επί της ουσίας παραμένουμε στο ίδιο έργο πρωταγωνιστές.










