Πρώην Μεταγωγών: Πίσω από την ταλαιπωρημένη όψη, ακούγονται ακόμα σπασμένες φωνές
Μια ιστορία που δεν αποτυπώνεται στην πρόσοψη ενός κτιρίου στη Θεσσαλονίκη
Πίσω από την ταλαιπωρημένη όψη ενός νεοκλασικού κτιρίου κτισμένου τον 19ου αιώνα, το οποίο δεσπόζει στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, κρύβεται μια ιστορία που δεν αποτυπώνεται στην πρόσοψη.
Το κτίριο του πρώην Μεταγωγών, στη συμβολή των οδών Φιλίππου και Χριστοπούλου, ανεγέρθηκε αρχικά ως ιδιόκτητο συγκρότημα κατοικιών, χτισμένο από τον Δαμιανό Πετρώφ για τον ίδιο και τους τρεις γιους του, Ιωσήφ, Πέτρο και Γιώργη. Στη πορεία των χρόνων ωστόσο και συγκεκριμένα από το 1935 -οπότε και περιήλθε επίσημα στα χέρια του ελληνικού Δημοσίου- έως το 1971 χρησιμοποιήθηκε ως κρατητήριο μεταγωγών, χώρος ανακρίσεων και βασανιστηρίων περιλαμβάνοντας τα μαύρα χρόνια της γερμανικής Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου έως και τη δικτατορία.
Με λίγα λόγια οι εσωτερικοί του χώροι, σχεδιασμένοι για κατοίκηση και καθημερινή ζωή, μετατράπηκαν σε τόπους φόβους, απομόνωσης και συστηματικής βίας, όπως θα δούμε παρακάτω μέσα από τις μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν κάτω από τη στέγη του τη φρίκη. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην διαρρύθμιση του κτιρίου και στη χρήση του ως μηχανισμού καταστολής αναδεικνύει με έντονο τρόπο τον ρόλο της αρχιτεκτονικής όχι μόνο ως μορφής, αλλά και ως φορέα μνήμης.
Σήμερα, το πρώην μεταγωγών στέκει ως ένα υλικό κατάλοιπο της ιστορίας, όπου μέσα από τους πέτρινους τοίχους του και την ταλαιπωρημένη αρχιτεκτονική του, μπορείς ακόμη να ακούσεις τις σπασμένες φωνές όσων πέρασαν από το εσωτερικό του.

Ιστορικά στοιχεία για το κτίριο και την περιοχή
Σημαντικά στοιχεία της περιοχής αλλά και του ίδιου του κτιρίου προσφέρει η ανάλυση – τεκμηρίωση του αρχιτέκτονα Γιάννη Βασιλειάδη, η οποία βασίζεται από το υλικό που συγκεντρώθηκε από τον ίδιο, κατά την εκπόνηση της πτυχιακής του εργασίας στο ΔΜΠΣ με τίτλο: “Προστασία, συντήρηση και αποκατάσταση Αρχιτεκτονικών Μνημείων” του ΑΠΘ κατά το έτος 2004.
Όπως αναφέρεται λοιπόν σε αυτή την εκτεταμένη μελέτη, το κτίριο βρίσκεται στη συνοικία του Αγίου Αθανασίου, την πιο μεγάλη και πολυπρόσωπη χριστιανική συνοικία της Θεσσαλονίκης στην περίοδο της όψιμης Τουρκοκρατίας με 296 σπίτια στο σύνολο. Η συνοικία αυτή οργανώνεται γύρω από την ομώνυμη εκκλησία και εκατέρωθεν του άξονα της Εγνατίας. Συγκεκριμένα το κτίριο βρίσκεται στη συμβολή των οδών Sa’ di Tekkesi και Spandouni, οι οποίες μετά την απελευθέρωση το 1912 μετονομάζονται σε Φιλίππου και Χριστοπούλου αντίστοιχα.
Οικοδομήθηκε ως συγκρότημα κατοικιών στα τέλη του 190υ αιώνα, ενώ κατά την διάρκεια της ιστορικής του πορείας υπέστη επεμβάσεις που αλλοίωσαν τη μορφή και τη δομή του. Συγκεκριμένα το κτίριο κτίσθηκε μεταξύ 1896 και 1906 και αποτελούσε οικογενειακό συγκρότημα διαδοχικών κατοικιών της οικογένειας Πετρώφ. Τα οικογενειακά οικοδομικά συγκροτήματα με όμοιες κατοικίες σε παράταξη ήταν μια συνηθισμένη τακτική του τέλους του 19ου αιώνα, που ωστόσο δεν συναντάται συχνά στη Θεσσαλονίκη.
Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους το 1913, η βουλγαρικής καταγωγής οικογένεια Πετρώφ μεταναστεύει εθελούσια στη Σόφια, με αποτέλεσμα τον Απρίλιο του 1917 το ελληνικό δημόσιο να καταλάβει τα ακίνητα με τη δικαιολογία του εγκαταλειμμένου, αλλά ουσιαστικά ως εχθρική περιουσία. Τη διαχείρισή τους αναλαμβάνει το κτηματικό γραφείο του υπουργείου Γεωργίας και αρχικά δίδονται προς ενοικίαση σε πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία και τη Μικρά Ασία με προσκόμιση πιστοποιητικού καταγωγής.

Μετά την υπογραφή της συνθήκης αμοιβαίας και εθελούσιας μετανάστευσης μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, το 1922, οι ιδιοκτήτες και κληρονόμοι των ακινήτων διεκδικούν τα περιουσιακά τους στοιχεία μέσω της Επιτροπής Ελληνοβουλγαρικής Μετανάστευσης. Ακολουθεί μακροχρόνια αλληλογραφία μεταξύ των ιδιοκτητών και του ελληνικού Δημοσίου, το οποίο τελικά το 1928 αποφασίζει οριστικά και τελεσίδικα ότι τα ακίνητα αυτά του ανήκουν. Μάλιστα πριν από το 1931 έχει ήδη πουλήσει σε ιδιώτη (Ελένη Παπαδημητρίου) την κατοικία που βρίσκεται στο δυτικό άκρο του επιμήκους κτιρίου.
Το 1935 οι τρεις κατοικίες ιδιοκτησίας του Δημοσίου δίδονται προς χρήση στο Τμήμα Μεταγωγών της Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης και η ιστορία του αποκτά μια άλλη μορφή. Στο πλαίσιο αυτό, γίνονται εκτεταμένες εργασίες μετατροπής για την λειτουργική τους ενοποίηση, η οποία και ήταν απαραίτητη για την παραλαβή της νέας χρήσης. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής το κτίριο, έχοντας ήδη τη σχετική υποδομή, χρησιμοποιείται από τη γερμανική αστυνομία (Γκεστάπο).

Μετά τον πόλεμο συνεχίζει να διατηρεί τη χρήση του ως Μεταγωγών έως τον Ιούλιο του 1971, ενώ στο μεταξύ το 1968 υπογράφεται σύμβαση μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος και του ελληνικού Δημοσίου για ανταλλαγή αστικών ακινήτων. Αμέσως μετά την αποχώρηση του Τμήματος Μεταγωγών από το κτίριο διανοίγεται η οδός Χριστοπούλου και κατεδαφίζεται το ανατολικό άκρο του επιμηκούς κτιρίου, μια βίαιη επέμβαση στην δομοστατική οργάνωση που συνοδεύεται από επεμβάσεις ενίσχυσης του ακρωτηριασμένου ανατολικού άκρου του κτιρίου.
Στον όροφο του οικήματος εγκαθίσταται ο Σύλλογος Ιεροψαλτών “Ιωάννης Δαμασκηνός”, ο οποίος διατηρεί και Σχολή Βυζαντινής Μουσικής, ενώ στο ισόγειο εγκαθίσταται το 1976 επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών, η οποία διαχειρίζεται και ολόκληρο τον αύλειο χώρο από την πλευρά της οδού Φιλίππου, μέχρι σήμερα. Στον σεισμό του 1978 το κτίριο δεν υπέστη σημαντικές βλάβες, ωστόσο ο όροφος εγκαταλείπεται οριστικά και από τότε δεν εγκαθίσταται σε αυτόν νέα χρήση.
Οι οικοδομικές φάσεις του κτιρίου
Σύμφωνα με όσα μεταφέρει ο αρχιτέκτονας Γιάννης Βασιλειάδης στην μελέτη που εκπόνησε κατά την πτυχιακή του εργασία «η πρώτη μεγάλη οικοδομική φάση είναι αυτή του 1935, όταν εγκαθίσταται στις 3 εναπομείνασες ιδιοκτησίες του Δημοσίου το Τμήμα Μεταγωγών της Ελληνικής Χωροφυλακής. Η μετατροπή των κατοικιών σε μια ενιαία χρήση ειδικών απαιτήσεων επέφερε ριζικές αλλαγές στη δομή και οργάνωση του κτιρίου.
Στον όροφο χωροθετήθηκαν τα γραφεία και τα καταλύματα του προσωπικού του τμήματος. Οι τροποποιήσεις περιλαμβάνουν κατ’ αρχάς διάνοιξη ενός κεντρικού διαδρόμου που συνδέει του προθαλάμους της πρώτης και της δεύτερης κατοικίας στην ανατολική πλευρά για την ενοποίηση των γραφειακών χώρων που χωροθετούνται σε αυτή την περιοχή του ορόφου. Στην περιοχή της τρίτης κατοικίας καταργείται η κεντρική είσοδος, κατεδαφίζεται το κλιμακοστάσιο, όπως και όλοι οι ενδιάμεσοι διαχωριστικοί τοίχοι. […]

[…] Οι εκτεταμένες μετατροπές στον όροφο οδήγησαν και στην αλλαγή της στέγης. Καταργήθηκαν οι φωταγωγοί μεταξύ των κατοικιών (με εξαίρεση αυτόν μεταξύ 3ης και 4ης κατοικίας που διατηρείται) και οι ενδιάμεσοι τοίχοι πυροπροστασίας. Η νέα στέγη διατηρείται μέχρι σήμερα, έχει την ίδια γεωμετρία με την παλιά με τη διαφορά ότι πρόκειται για μια ενιαία κατασκευή. Στο ισόγειο χωροθετούνται τα κρατητήρια. Γίνεται αναδιάταξη του χώρου με τη διάνοιξη εσωτερικών διαδρόμων κατά την επιμήκη διάσταση του κτιρίου. Κατεδαφίζονται τμήματα των εγκάρσιων φερουσών τοχοποιιών, ενώ παράλληλα οικοδομούνται νέες που εξυπηρετούν τη νέα χρήση. Στο δυτικό άκρο του κτηρίου χωροθετείται το κυρίως κρατητήριο και ακολουθεί το κυλικείο. Αυτοί οι χώροι έχουν πρόσβαση απ’ ευθείας από την αυλή. Πίσω τους διατάσσονται δευτερεύοντες βοηθητικοί χώροι, όπως αποθήκη, πλυντήριο, αποχωρητήριο. Πιο ανατολικά, στη θέση του επιμήκους προθαλάμου της δεύτερης κατοικίας, έχουμε την κατακόρυφη επικοινωνία με τον όροφο.
Δίπλα σε αυτόν τον κομβικό χώρο προς την οδό Χριστοπούλου βρίσκεται ο χώρος του δεσμοφύλακα και πίσω από αυτόν μια δεύτερη ενότητα κελιών με τους βοηθητικούς της χώρους. Επίσης, αυτήν την περίοδο οικοδομήθηκαν στο νότιο όριο της αυλής μονώροφα βοηθητικά κτίρια, όπου στεγαζόταν το μαγειρείο, το εστιατόριο και οι αποθήκες υλικού του τμήματος. Έτσι στο ενδιάμεσο δημιουργήθηκε απομονωμένος χώρους για τον αυλισμό των κρατουμένων.

Στη δεκαετία του ’50 κατεδαφίζεται η τέταρτη κατοικία στο δυτικό άκρο του κτιρίου για την ανοικοδόμηση πολυώροφου κτιρίου κατοικιών. Πρόκειται για την πρώτη πράξη του ακρωτηριασμού του. Η δεύτερη πράξη συντελείται το 1971 αμέσως μετά την απομάκρυνση του Τμήματος Μεταγωγών από το κτίριο, οπότε και κατεδαφίζεται μεγάλο μέρος της 1ης κατοικίας για την διάνοιξη της οδού Χριστοπούλου».
Εν κατακλείδι συνοψίζοντας τα δεδομένα της ανάλυσης – μελέτης «θα λέγαμε ότι το εν λόγω κτίριο αποτελεί ένα ενδιαφέρον δείγμα της αρχιτεκτονικής των κατοικιών στη Θεσσαλονίκη κατά τη μετάβασή της στον 20ο αιώνα. Η αυστηρή τριμερής λειτουργική οργάνωση των κατοικιών και η σαφής εφαρμογή των ρυθμολογικών κανόνων στην οργάνωση των όψεων το κατατάσσουν σε ένα συνεπές κτίριο του όψιμου κλασικισμού.
Βέβαια η κατάσταση διατήρησης της αρχικής του μορφής είναι κακή. Έχει απολεστεί σχεδόν το 1/3 του οικοδομικού όγκου και το σωζόμενο τμήμα είναι εξαιρετικά αλλοιωμένο. Ωστόσο και οι οκοδομικές φάσεις που έπονται φέρουν το δικό τους ιστορικό φορτίο. Τα κρατητήρια όπου ανακρίθηκαν και βασανίστηκαν Έλληνες αντιστασιακοί κατά τις περιόδου της γερμανικής κατοχής και της δικτατορίας (Ζαφείρης 2007, 175), αποτελούν χώρο συλλογικής μνήμης και αξίζουν τη διατήρηση».
«14 χρόνια φυλακή, καλή λευτεριά σε όλους. Αφρούλα Σ.»
Αναμφισβήτητα η ανάλυση της αρχιτεκτονικής και ιστορικής χρήσης του κτιρίου, φωτίζει τον ρόλο του και ως χώρος κράτησης, που υπήρξε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα από το 1935 έως και το 1971.
Ωστόσο η πραγματική εικόνα των συνθηκών που επικρατούσαν στο εσωτερικό του προκύπτει μέσα από τις μαρτυρίες των ίδιων των κρατουμένων.
Περιγραφές που καταγράφουν με ακρίβεια τον υπερπληθυσμό, την έλλειψη στοιχειωδών συνθηκών υγιεινής και την ψυχολογική πίεση της διαρκούς επιτήρησης. Τα τετραγωνικά μέτρα αποκτούν άλλο νόημα όταν αντιστοιχούν σε ανθρώπινα σώματα.
Εξάλλου όπως αναφέρθηκε και παραπάνω η ταυτότητα του κτιρίου είναι στενά συνδεδεμένη με τις περιόδους της Κατοχής, του Εμφυλίου και της δικτατορίας. Ήταν ο τόπος που οδηγούνταν οι αντιστασιακοί με το που συλλαμβάνονταν. Η είσοδός τους γινόταν από την οδό Χριστοπούλου. Οι κρατούμενοι είχαν δώσει διάφορα ονόματα στους θαλάμους κράτησής τους, όπως «Μπρούκλιν», «Πρεσβεία» και «Προξενείο».
Όπως μπορεί να μαντέψει κανείς, στο Μεταγωγών δεν αρκούνταν μόνο στην κράτηση, αλλά και στις ανακρίσεις και κάποιες στιγμές στους βασανισμούς των κρατουμένων στη διάρκεια και των τριών σκοτεινών περιόδων. Οι συνθήκες που επικρατούσαν μέσα στους θαλάμους ήταν άθλιες. «Μέσα στο μπουντρούμι όλη μέρα, εκτός από μία ώρα το πρωί και μία ώρα το απόγευμα που έβγαιναν στο προαύλιο της Διοίκησης Μεταγωγών, όπου έβλεπαν τον ουρανό πάνω απ’ τα κεφάλια τους και το κεφάλι του Ρούσου στο παράθυρο ενός κελλιού. […] Και ύστερα, βουρ στο μπουντρούμι. Ξάπλα ο ένας δίπλα στον άλλον. Κι αν έκανες πως απλώνεις το χέρι σου, έπιανες όχι τον επόμενο, αλλά τον μεθεπόμενο. Το επισκεπτήριο και το μπάνιο (!) απαγορεύονταν για «λόγους ασφαλείας»· έτσι έλεγαν οι διαταγές και ο διοικητής του Μεταγωγών τις τηρούσε σαν Ευαγγέλιο».
«Στο Μεταγωγών τον έβαλαν στο κελλί που είχαν για τις γυναίκες, το πιο καθαρό και το πιο απομονωμένο. Στους τοίχους είχε γραψίματα από πολιτικούς κρατούμενους: «Νίκος Μ. Πάω για τη Λέρο, 16 Σεπτέμβρη 1967». «14 χρόνια φυλακή, καλή λευτεριά σε όλους. Αφρούλα Σ.». Ένιωσε ανατριχίλα. Την Αφρούλα την ήξερε. Ήξερε ακόμα πως είχε βασανιστεί φρικτά. Κι’ αν έκρινε από τη γραφή, το ηθικό της ήταν εντάξει», γράφει ο Τάσος Δαρβέρης στο βιβλίο του. Κατά πάσα πιθανότητα, όλα αυτά, όλα τα σημάδια των ανθρώπων που πέρασαν από κει και άφησαν κάτι σε αυτούς τους τοίχους για να τους θυμούνται, σήμερα έχουν χαθεί.
«Σε ηλικία 10 ετών έπαιρνα τις ματωμένες φανέλες για να τις πλύνω»
Η πρώτη μαρτυρία και πολύ σημαντική για την ιστορία της αντιδικταρικής δράσης, έρχεται από τον Μάριο Σπηλιόπουλο, ξάδερφο του Νίκου Αικατερινάρη, ο οποίος συγκαταλέγεται στη μακρά λίστα των θυμάτων της χούντας καθώς λίγα χρόνια μετά την περίοδο βασανιστηρίων που έζησε, κατέληξε σε ηλικία 33 ετών από σεμίνωμα (καρκίνος στα γεννητικά όργανα).
Ο Νίκος Αικατερινάρης, μαζί με άλλους 40 συναγωνιστές της οργάνωσης ΠΑΜ (Πατριωτικό Αντιδικταρικό Μέτωπο), στην οποία συγκαταλέγονταν πολλά γνωστά ονόματα αντιστασιακών της Θεσσαλονίκης, όπως οι Σπύρος Σακέτας, Μανώλης Μητσιάς κα. (η περίφημη δίκη των “41”) συνελήφθησαν όταν η οργάνωση προσπάθησε να τοποθετήσει βομβιστικό μηχανισμό στην περιοχή της Δόξας (πλησίον του Καυτανζογλείου) εναντίον του αρχιδικτάτορα Παπαδόπουλου ο οποίος θα έφτανε στην πόλη τον Σεπτέμβριο του ’67 για τα εγκαίνια της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
«Επειδή η θεία μου και μητέρα του ξαδέρφου μου Νίκου Αικατερινάρη μόλις είχε επιστρέψει από την εξορία και κάθε που επισκεπτόταν τον γιο της έβριζε τους πάντες εκεί μέσα, του έλεγε π.χ. ότι «αυτά που κάνετε δεν τα έκαναν ούτε οι Βούλγαροι», αποφασίσαμε να την προστατέψουμε κι έτσι σταμάτησα το σχολείο και ανέλαβα εγώ αυτή τη δουλειά. Να πηγαίνω δηλαδή στο μεταγωγών να του δίνω το λιγοστό φαγητό και να παίρνω τα ρούχα και εσώρουχα που συνήθως ήταν ματωμένα για πλύσιμο. Διότι ναι, μέσα σε αυτό το κτίριο βασανισμοί δεν γινόταν, τους έβγαζαν όμως έξω κάπου τους πήγαιναν, τους χτυπούσαν ανελέητα και τους επέστρεφαν» περιγράφει ο κ. Σπηλιόπουλος στην parallaxi.
Στο διάστημα αυτών των επισκεπτηρίων υπήρξαν εικόνες που από τον νεαρό τότε Μάριο που δεν έφυγαν ποτέ από μυαλό. «Πέρασα κάποια στιγμή από εκεί, να τους πάω λίγο φαγητό, να μαζέψω τα ρούχα τους και τους είδα όλους χτυπημένους. Τον Σπύρο τον Σακέτα, τον Μανώλη τον Μητσιά, μάλιστα υπήρχε κι ένας αγωνιστής εκεί που ήταν δεμένος από τα χέρια στο ταβάνι. Οι μύτες των ποδιών του δεν ακουμπούσαν στο πάτωμα. Παιδί 10 χρονών εγώ, έβαλα τα κλάματα. Τρόμαξα πραγματικά με αυτή την εικόνα. Και όλοι όσοι ήταν κρατούμενοι εκεί μέσα και είδαν ένα παιδί να κλαίει γοερά, για να προσπαθήσουν να με ηρεμήσουν άρχισαν να τραγουδούν όλοι μαζί το “μήλο μου κόκκινο, ροϊδοβαμένο”. Αυτές είναι οι τρομακτικές εικόνες που έχουν χαραχτεί στο μυαλό και δεν πρόκειται να φύγουν ποτέ. Ακόμη και όταν αργότερα, μετά τον θάνατο του πατέρα μου έκανα ψυχοθεραπεία, το θέμα αυτό και οι εικόνες που αντίκρισα κυριαρχούσαν στις συζητήσεις με τον θεραπευτή μου».
Σε ερώτηση δε, σχετικά με το αν έχει ξαναπεράσει από το σημείο κι αν ναι, τι αισθανόταν ο Μάριος Σπηλιόπουλος ήταν απόλυτος: «Δεν ήθελα ούτε να περνάω από εκεί. Παρά το γεγονός ότι είναι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, δεν ήθελα ούτε απ’ έξω να περάσω. Μια φορά που συνέβη ασυναίσθητα και συνειδητοποίησα ότι ήμουν εκεί, δεν ήθελα ούτε να το δω».
Αναφερόμενος δε και στο θέμα των ημερών με τις φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής προσθέτει: «Ανατρίχιασα με αυτές τις φωτογραφίες. Είναι συγκλονιστικές. Και με συντάραξαν γιατί έτσι, υπάρχει επιτέλους ένας τρόπος να ταυτοποιηθούν αυτοί οι άνθρωποι».
«Εννέα άνθρωποι σε 3ο τετραγωνικά»
Εικόνα που φωτίζει τα σκοτεινά κελιά του πρώην Μεταγωγών αλλά και την κατάσταση που επικρατούσε εκεί, δίνει ο Στέργιος Κατσαρός στο βιβλίο του «Εγώ ο Προβοκάτορας, ο Τρομοκράτης». Ο συγγραφέας του βιβλίου ήταν μέλος της αριστερής αντιδικτατορικής οργάνωσης “Λαϊκή Πάλη” που μαζί με άλλους τρεις συντρόφους του και συγκεκριμένα τους Τριαντάφυλλο Μηταφίδη, Αντώνη Λιάκο και Τάσο Δαρβέρη, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά, ενώ άλλοι τρία μέλη (Π. Καϊσίδης, Η. Οικονόμου και Μ. Αραμπατζόγλου) καταδικάστηκαν με ποινές από 10 έως 18,5 χρόνια φυλάκισης και άλλα δύο (Π. Έλκας και Λ. Καπώνης) με μικρότερες ποινές φυλάκισης.

Στο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο “Η Δίκη της Λαϊκής Πάλης” ο Κατσαρός γράφει: «Από την απομόνωση της Ασφάλειας βρεθήκαμε στριμωγμένοι στο τμήμα Μεταγωγών. Εννέα άνθρωποι σε 30 τετραγωνικά μέτρα. Πάνω από δεκαπέντε τετραγωνικά έπιαναν τα στρώματα. Στον λίγο χώρο που έμενε συνωστιζόμασταν τις ώρες ου δεν κοιμόμαστε. Ο θάλαμος άνοιγε κάποιες ώρες, αλλά καθώς ήταν φθινόπωρο δεν μπορούσαμε να μείνουμε και πολύ έξω.
Ο συνωστισμός, η ταλαιπωρία από την ανάκριση και η κακή διατροφή είχαν άμεση συνέπεια στην υγεία μας. Υπήρξαν περιπτώσεις που χρειάστηκε κάποιοι σύντροφοι να μεταφερθούν στο νοσοκομείο. […]
[…] Άρχισε να γίνεται φανερό σ’ όλους μας, όμως, ότι οι συνθήκες κράτησης στο τμήμα Μεταγωγών θα μας αρρώσταιναν. Αποφασίσαμε να ζητήσουμε τις τη μεταγωγή μας στις φυλακές. Κάναμε κάποια διαβήματα στο διοικητή του τμήματος που με τη σειρά του πίεζε τους ανωτέρους του, αφού και ο ίδιος ήθελε να ξεφορτωθεί την ευθύνη της περιφρούρησης μας. Δεν μας έδιναν σημασία. Αποφασίσαμε να κάνουμε απεργία πείνας. Πριν όμως το ανακοινώσουμε στο διοικητή ενημερώσαμε τους ξένους ανταποκριτές κι έτσι τη στιγμή που εμείς ανακοινώναμε την απόφασή μας στο διοικητή, κάποιες εφημερίδες στην Ευρώπη δημοσίευσαν την είδηση. Τελικά τον Νοέμβρη (σ.σ. 9 Δεκεμβρίου ήταν), μεταφερθήκαμε στις φυλακές Επταπυργίου».

«Τα ποντίκια κάθε βράδυ έκαναν πάρτι»
Ανάλογη εμπειρία περιέγραψε και η Γεωργία Σαρηγιαννίδου, η οποία τον Αύγουστο το 1968 συνελήφθη για την αντιδικτατορική της δράση, ενώ κοιμόταν στο σπίτι της.
Μετά το αρχικό της πέρασμα από Ασφάλεια στην Πλατεία Βαρδαρίου και τα κρατητήρια – κολαστήρια του 5ου Αστυνομικού Τμήματος που βρισκόταν στην Εγνατία καταλήγει στο Μεταγωγών, όπου και θα παραμείνει για δέκα ολόκληρους μήνες μέχρι να γίνει η δίκη της στο Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης.
«Επιτέλους τον Οκτώβριο μου είπαν ότι κατηγορούμαι για «απόπειρα ανατροπής της καθεστηκυίας τάξης και ανατροπή του πολιτεύματος», γι’ αυτό θα περνούσα το Έκτακτο Στρατοδικείο» τονίζει χαρακτηριστικά σε μια της ομιλία κατά την διάρκεια εκδήλωσης της Εταιρείας Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων (1940-1974) τον Νοέμβριο του 2006 με τίτλο: Οι γυναίκες στον αντιδικτατορικό αγώνα.
Και συνεχίζει: «Μεταγωγή στο Τμήμα Μεταγωγών. Εκεί πια ήταν το τέλειο μπουντρούμι, ημιυπόγειο, βρόμικο, χωρίς παράθυρα, ένα ξύλινο πάτωμα γεμάτο τρύπες και τα ποντίκια να έχουν πάρτι κάθε βράδυ. Προσπάθεια να έχει κανείς κάτι από τα αυτονόητα. Λίγο ζεστό νερό για την προσωπική του καθαριότητα, ένα βιβλίο να διαβάζει. Ήταν ένας κρύος και δύσκολος χειμώνας. Αλλά για μένα τότε, στα 21 μου, η πιο δύσκολη κατάσταση ήταν η διαχείριση της βραχύβιας αλλά συχνής συγκατοίκησης με τις γυναίκες του κοινού ποινικού δικαίου, ως επί το πλείστον ιερόδουλες.
Ένα μεγάλο κεφάλαιο εμπειριών, ενός άλλου κόσμου …Οι «συγκάτοικοι» όμως του διπλανού κελιού, ο αείμνηστος Παύλος Ζάννας, ο Στέλιος Νέστωρ, οι έξι της Άμυνας, τα Σαββατόβραδα τραγουδούσαν και με καλούσαν με χτύπους στο τοίχο να πάμε παρέα στην ταβέρνα.
Τον Ιούνιο του ‘69 έφθασε η ώρα της δίκης στο Έκτακτο Στρατοδικείο. Ήταν μια κάποια λύση. Θα πήγαινα στη φυλακή με τις συναγωνίστριές μου, θα έβλεπα τον ήλιο, την εναλλαγή του φωτός στη διάρκεια της ημέρας, θα είχα κρεβάτι να κοιμάμαι, απλά πράγματα».
Σε άλλο κομμάτι της ομιλίας της περιγράφει ανατριχιαστικά «τον χαρακτηρισμό τον κουβαλούσαμε από την εποχή της νεολαίας Λαμπράκη, όταν σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων ήμασταν οι «λάγνες κοπέλες με τις μαύρες κάλτσες», που ξελογιάζαμε «εθνικόφρονες φοιτητές» στο… γρασίδι του Πανεπιστημίου. Όταν η μητέρα κάποια φορά απαίτησε από τη Στρατιωτική Διοίκηση να με δει γιατρός στο Μεταγωγών, δέχτηκε την απάντηση: «Γιατρός! Να ψοφήσει τέτοια που είναι, με τα μυαλά που έχει!». «Τι είναι;» αντέτεινε η μητέρα μου «Μήπως τη μαζέψατε από τους δρόμους; Από το σπίτι μας την πήρατε.». «Να παρακαλούσες να τη μαζεύανε από τους δρόμους…» της είπανε «Τότε ίσως θα μπορούσες να τη συμμαζέψεις, ενώ τώρα εκεί που έμπλεξε δε θα ξεμπερδέψει ποτέ».

«Από τη μια το μπουντρούμι που λίγο διέφερε από υπόνομο κι από την άλλη, η ζωή»
Τις άθλιες συνθήκες ζωής στα κελιά του Μεταγωγών περιγράφει κι ένας ακόμη αγωνιστής της αντιδικτατορικής δράσης, ο οποίος όπως και οι Μηταφίδης, Κατσαρός είχε καταδικαστεί σε ισόβια για τη συμμετοχή του στην οργάνωση “Λαϊκή Πάλη”. Πρόκειται για τον Τάσο Δαρβέρη, ο οποίος περιγράφοντας στο δικό του βιβλίο με τίτλο: «Μια ιστορία της νύχτας 1967-1974» την εικόνα που έζησε στο κτίριο της οδού Φιλίππου, σημειώνει:
«Η κλούβα σταμάτησε στη γνώριμη Διοίκηση Μεταγωγών. Οι χωροφύλακες είχαν σχηματίσει ένα διάδρομο από την πόρτα της κλούβας μέχρι την είσοδο απ’ όπου πέρασαν οι επτά κρατούμενοι
[…]. Δύο κόσμοι χωρισμένοι από ένα σιδερένιο καφάσι. Απ’ εδώ το μπουντρούμι της Διοίκησης Μεταγωγών, που λίγο διέφερε από υπόνομο, από εκεί η ζωή. […]
Μέσα στο μπουντρούμι όλη μέρα, εκτός από μία ώρα το πρωί και μία ώρα το απόγευμα που έβγαιναν στο προαύλιο της Διοίκησης Μεταγωγών, όπου έβλεπαν τον ουρανό πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Και ύστερα, βουρ στο μπουντρούμι, ξάπλα ο ένας δίπλα στον άλλον. Κι αν έκανες πως απλώνεις το χέρι σου, έπιανες όχι τον επόμενο αλλά τον μεθεπόμενο. Το επισκεπτήριο και το μπάνιο απαγορεύονταν για «λόγους ασφαλείας». Έτσι έλεγαν οι διαταγές και ο διοικητής του Μεταγωγών τις τηρούσε σαν Ευαγγέλιο».

«Μας πέταξαν στο τσιμέντο και μας άφησαν εκεί»
Την δική του εμπειρία από τη δίμηνη παραμονή του στο Μεταγωγών περιγράφει στην parallaxi ένας ακόμη εκπρόσωπος του αντιδικτατορικού αγώνα στη Θεσσαλονίκη, ο Ανέστης Αναστασιάδης, ο οποίος συνελήφθη τον Αύγουστο του 1969 όταν στις 3 τα ξημερώματα ασφαλίτες με αυτόματα εισέβαλαν στο σπίτι του σπάζοντας την πόρτα.
Ο τελευταίος φυλακίστηκε μαζί με τον Ρούσο Βρανά ο οποίος είχε πετάξει μολότοφ στα γραφεία του ΝΑΤΟ στη Θεσσαλονίκη.
«Μας πήραν μία ημέρα και μας πέταξαν στα τσιμέντα του Μεταγωγών και μας κράτησαν εκεί για περίπου δύο μήνες. Μας είχαν βάλει σε έναν μεγάλο θάλαμο μεν, αλλά δεν είχε ούτε κρεβάτια, δεν είχε τίποτα εκεί μέσα. Υπήρχε και κάποιος αξιωματικός εκεί – δεν θυμάμαι εάν ήταν ο διοικητής ή ο υποδιοικητής του Τμήματος, θυμάμαι όμως ότι τον έλεγαν Μακάριο – ο οποίος συνέχεια μας ρωτούσε «τι θα κάνουμε επιτέλους με εσάς τους κομμουνιστές; Τι θέλετε πια για να ηρεμήσετε, τι ζητάτε για να σταματήσει πια αυτό το πράγμα; Που σας φέρνουμε όλους εδώ πέρα μέσα». Τι να πρωτοθυμηθώ; Μιλάμε για άθλιες συνθήκες διαβίωσης, για συσσίτιο λιγοστό που δεν μας έφτανε ποτέ. Χώρια τη βρωμιά και τη δυσωδία».
«Δίναμε μάχη με τα τρωκτικά»
Για καθημερινή μάχη με τα τρωκτικά και άθλιες συνθήκες διαβίωσης κάνει λόγο μιλώντας στην parallaxi ο Τριαντάφυλλος Μηταφίδης, πρώην βουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ και νυν μέλος του ΔΣ του Συνδέσμου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967 -1974, ο οποίος πέρασε από τον Μεταγωγών, ως κρατούμενος για τη συμμετοχή του στην αντιδικτατορική οργάνωση “Λαϊκή Πάλη”.
«Άθλια όλα και οι συνθήκες υγιεινής τα πάντα. Ζεσταινόμασταν γιατί πολύ απλά αναπνέαμε. Ούτε επισκεπτήριο υπήρχε, ούτε τίποτα. Άφηναν οι δικοί μας τα πράγματα απ’ έξω, τα έπαιρναν αυτοί, τα έψαχναν και κάποια μας τα έδιναν. Και μιλάμε για προφυλάκιση, ούτε καν για φυλάκιση. Είχαν ολοκληρωθεί οι ανακρίσεις και περιμέναμε απλά το παραπεμπτικό βούλευμα. Κι αν δεν κάναμε απεργία πείνας και αν δεν είχε ασχοληθεί ο Ερυθρός Σταυρός δεν υπήρχε περίπτωση να φύγουμε από εκεί για να πάμε στο Γεντί Κουλέ. Θα ζούσαμε ο ένας πάνω στον άλλον, χωρίς να βρισκόμαστε σε έναν τόπο μόνιμης κράτησης.
Όπως η κα. Σαρηγιαννίδου για παράδειγμα που έμεινε για δέκα μήνες και άρχισε να μιλάει στα ποντίκια. Υπήρχε δηλαδή και αυτό το ζήτημα. Τα ποντίκια ήταν παντού. Δίναμε μάχη κάθε μέρα με τα τρωκτικά. Και βέβαια, βγαίναμε δύο φορές την ημέρα αλλά για πολύ λίγο με αποτέλεσμα ακόμη και η ικανοποίηση των σωματικών αναγκών να είναι πάρα πολύ δύσκολη υπόθεση» περιγράφει ο κ. Μηταφίδης.

