Θεσσαλονίκη

Το αποτύπωμα έξι αιώνων που παραμένει μέχρι και σήμερα σε έναν ιστορικό ναό της πόλης

Τι αναφέρει και πού θα δεις την αρχαιότερη οθωμανική επιγραφή της Θεσσαλονίκης

Ραφαήλ Γκαϊδατζής
το-αποτύπωμα-έξι-αιώνων-που-παραμένει-1426821
Ραφαήλ Γκαϊδατζής

Η εκκλησία της Παναγίας Αχειροποιήτου είναι παλαιοχριστιανική βασιλική της Θεσσαλονίκης, η οποία σήμερα σώζεται στην ίδια μορφή που κατασκευάστηκε τον 5ο αιώνα – γεγονός που την καθιστά μοναδική στην ανατολική Μεσόγειο.

Βρίσκεται στην οδό Αγίας Σοφίας, απέναντι από την πλατεία Μακεδονομάχων και η ίδρυσή της τοποθετείται στην περίοδο 450-475.

Είναι αφιερωμένη στην λατρευτική εικόνα στην Θεοτόκο Παναγία την Αχειροποιείτου και η ονομασία της οφείλεται στην εικόνα της Θεοτόκου δεομένης που βρισκόταν στο ναό και ή οποία σύμφωνα με την παράδοση δεν είναι ζωγραφισμένη από ανθρώπινο χέρι.

Η ονομασία της, η ιστορία της, τα ψηφιδωτά και οι τοιχογραφίες της, της «χαρίζουν» τη μοναδικότητά της και δικαίως αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς από την UNESCO.

Στο ναό τιμώνταν και ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης, Άγιος Δημήτριος. Τα προεόρτια της γιορτής του Αγίου τελούνταν στο ναό της Αχειροποιήτου όταν η πομπή που αναπαριστούσε την σύλληψη και φυλάκιση του αγίου, ξεκινούσε από την οδό Χαλκέων, έκανε στάση στην Αχειροποίητο όπου τελούνταν εσπερινός και κατέληγε στον ναό του Αγίου Δημητρίου.

Κοντά στην Αχειροποίητο, στη σημερινή οδό Μόδη 6, βρέθηκαν υπολείμματα μεγάλου βυζαντινού ναού, εκεί όπου ο ιστορικός Βακαλόπουλος εντόπισε τον ναό της Αγίας Παρασκευής. Έτσι οι Έλληνες αποκαλούσαν στους αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας τον ναό με το όνομα της Αγίας Παρασκευής λόγω του κοντινού ομώνυμου ναού

Η Παναγία Αχειροποίητος στους αιώνες ύπαρξης της στην πόλη έχει λειτουργήσει πέρα από Ιερός Ναός και ως καταφύγιο πυρόπληκτων, προσφύγων, αλλά και τόπος σφαγής.

Μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά την ιστορία της στο παρακάτω άρθρο.

Εμείς, θα σταθούμε σήμερα σε μια άλλη χαρακτηριστική περίοδο του Ιερού Ναού και συγκεκριμένα το 1430, σημάδι της οποίας μένει ανεξίτηλο μέχρι και σήμερα στο εσωτερικό του.

Το 1430 λοιπόν, η πόλη πέφτει στα χέρια των Οθωμανών και η Αχειροποίητος γίνεται η πρώτη εκκλησία της Θεσσαλονίκης που μετατρέπεται σε τζαμί από τον ίδιο τον σουλτάνο τον Μουράτ Β’ ο οποίος τέλεσε ευχαριστία στο εσωτερικό του ναού για την ανάμνηση της νίκης του.

Αποτέλεσε το κυριότερο τζαμί της πόλης, υπό την ονομασία Εσκί Τζουμά τζαμί (δηλαδή τζαμί της παλιάς προσευχής της Παρασκευής).

Παρέμεινε μουσουλμανικό τέμενος μέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912.

Στη συνέχεια προτάθηκε η χρήση του κτηρίου για τη στέγαση του πρώτου βυζαντινού μουσείου – πρόταση που δεν υλοποιήθηκε. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η Αχειροποίητος στέγασε οικογένειες προσφύγων και μάλιστα το 1919 το εσωτερικό της φωτογραφήθηκε από τον Ελβετό φιλέλληνα Φρεντερίκ Μπουασονά ως καταυλισμός προσφύγων.

Οι πρόσφυγες μάλιστα από την Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης μετέφεραν και εναπόθεσαν στον Ναό την ιστορική εικόνα της Παναγίας Ρευματοκρατόρισσας ή Ρευματοκράτειρας που διέσωσαν από την πατρίδα τους.

Τελικά, ο ναός αποδόθηκε εκ νέου στη χριστιανική λατρεία το 1930.

Η κατά παραγγελία επιγραφή

Στον όγδοο από ανατολικά κίονα της βόρειας κιονοστοιχίας του ναού παραμένει χαραγμένη η επιγραφή που βλέπεται και στις φωτογραφίες του άρθρου.

Η επιγραφή αυτή μεταφράζεται ως:

«Ο Σουλτάνος Μουράτ Χαν, γιος του Μεχμέτ, κυρίευσε τη Θεσσαλονίκη το έτος 833» (σ.σ δηλαδή 1430).

Η επιγραφή αυτή που χαράχτηκε κατά παραγγελία του Μουράτ Β’ αποτελεί την αρχαιότερη οθωμανική επιγραφή της Θεσσαλονίκης.

Ποιος ήταν ο Μουράτ Β’

Ο Μουράτ Β’ ο επονομαζόμενος ως “Λαμπερός”, Ιούνιος 1404 – 3 Φεβρουαρίου 1451) ήταν ο 6ος σουλτάνος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (1421-1451). Νίκησε τους Ούγγρους και τους Πολωνούς στη Μάχη της Βάρνας.

Στις 29 Μαρτίου 1430 μετά από τριήμερη πολιορκία, καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη.

Το έτος 1441-1442 έκανε μία αποτυχημένη εκστρατεία ενάντια στο Βελιγράδι που τον ανάγκασε να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με την Ουγγαρία.

Κατόπιν παραιτήθηκε από το θρόνο χάριν του 12χρονου γιου του, Μεχμέτ Β΄ Φατίχ, γνωστότερου ως «Μωάμεθ ο Πορθητής».

Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Μουράτ σημαδεύτηκαν από την εξόντωση σφετεριστών, την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης και την οθωμανική επέκταση στα Βαλκάνια και την Ελλάδα.

Ο Μουσταφά, με τη στήριξη των Βυζαντινών, εξεγέρθηκε αλλά ηττήθηκε και εκτελέστηκε. Ο Μουράτ πολιόρκησε την Κωνσταντινούπολη το 1422, όμως αναγκάστηκε να αποχωρήσει λόγω νέας εξέγερσης του αδελφού του.

Το 1423 οι Οθωμανοί εισέβαλαν στην Πελοπόννησο, οδηγώντας τον Βυζαντινό αυτοκράτορα σε συνθήκη ειρήνης με βαριά οικονομικά ανταλλάγματα.

Παράλληλα, ο Μουράτ σταθεροποίησε τη δυτική αυτοκρατορία του και εκμεταλλεύτηκε τις πολιτικές εξελίξεις στη Σερβία, η οποία τελικά υποτάχθηκε στους Οθωμανούς το 1428.

Όσο συνέβαιναν τα παραπάνω, τα προβλήματα στη Θεσσαλονίκη συσσωρεύονταν μιας και η διοίκηση της πόλης πέρασε κατόπιν αιτήματος των κατοίκων και των αρχών της στους Βενετούς.

Ο πληθυσμός της πόλης στο τέλος της τρίτης δεκαετίας του 15ου αιώνα είχε μειωθεί κατά τα τρία τέταρτα σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν.

Ο Μουράτ θεωρούσε ότι η Θεσσαλονίκη, που αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Μεσογείου, του άνηκε γιατί στο παρελθόν αποτελούσε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το Μάρτιο του 1430 συγκέντρωσε στρατεύματα έξω από την πόλη και μετά από μια σύντομη πολιορκία η Θεσσαλονίκη έπεσε στις 29 Μαρτίου.

Ακολούθησαν λεηλασίες και σφαγή του πληθυσμού της πόλης από τα οθωμανικά στρατεύματα.

Ο Μουράτ δε σταμάτησε στη Θεσσαλονίκη καθώς κινήθηκε προς τα Ιωάννινα τα οποία επίσης κατέλαβε το 1431. Και η περιοχή της Άρτας πέρασε στα χέρια των Οθωμανών, με τα σύνορα της Αυτοκρατορίας να επιστρέφουν εκεί που ήταν πριν τη Μάχη της Άγκυρας.

Δύο χρόνια πριν το θάνατό του, ο Μουράτ συμφώνησε με τον εμίρη του Ντουλγκαντίρ και ο γιος του σουλτάνου, Μωάμεθ, παντρεύτηκε την κόρη του εμίρη.

Έχοντας συμπληρώσει σχεδόν τριάντα χρόνια στο θρόνο της Αδριανούπολης ο Μουράτ πέθανε στις 3 Φεβρουαρίου 1451.

Έχοντας σταθεροποιήσει την οθωμανική εξουσία στα Βαλκάνια, άφηνε στο διάδοχό του μοναδική έγνοια τα απομεινάρια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Δύο μόλις χρόνια μετά το θάνατό του η Κωνσταντινούπολη καταλαμβάνονταν από τον Μωάμεθ.

Αρχιτεκτονική και τοιχογραφίες

Το μνημείο υπέστη αρχιτεκτονικές επεμβάσεις ήδη από τον 7ο αιώνα, ενώ μια ακόμα σημαντική φάση επεμβάσεων χρονολογείται στα όψιμα βυζαντινά χρόνια (14-15ος αι.)

Ο ναός έχει μήκος περίπου 52μ., πλάτος 32μ. και ύψος 14μ. στις περιμετρικές εξωτερικές τοιχοποιίες και 22μ. στη κορυφή της στέγης του κεντρικού κλίτους.

Η Αχειροποίητος εντάσσεται στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με υπερώα, η οποία καταλήγει στα ανατολικά σε ημικυκλική αψίδα. Στα δυτικά υπάρχει νάρθηκας, ενώ διασώζονται και ίχνη του εξωνάρθηκα. Τρίβηλο τοξωτό άνοιγμα αποτελεί τη κύρια είσοδο από τον νάρθηκα προς τον κυρίως ναό.

Τα τρία κλίτη του κυρίως ναού χωρίζονται μεταξύ τους με κιονοστοιχίες. Το βόρειο κλίτος απολήγει στην ανατολική πλευρά του στο μεσοβυζαντινό παρεκκλήσι της Αγίας Ειρήνης. Στη βορειοδυτική γωνία της βασιλικής σώζεται το κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στα υπερώα. Στην νότια πλευρά του ναού υπάρχει ένα μνημειακό πρόπυλο, το οποίο συνέδεε πιθανώς τη βασιλική με την κεντρική αρτηρία της βυζαντινής πόλης, την Λεωφόρο. Ένα πρόσκτισμα επίσης στη νότια πλευρά θεωρείται το βαπτιστήριο της βασιλικής.

Από τον πλούσιο γλυπτό αρχιτεκτονικό διάκοσμο της βασιλικής ξεχωρίζουν τα σύνθετα ιωνικά κιονόκρανα, τα οποία χρονολογούνται στα μέσα του 5ου αιώνα και αποτελούν προϊόντα των εργαστηρίων της Κωνσταντινούπολης, καθώς και οι κίονες του τριβήλου λαξευμένοι σε θεσσαλικό μάρμαρο (verde antico). Μεγάλες πλάκες προκονήσιου μαρμάρου καλύπτουν το δάπεδο του κεντρικού κλίτους. Από τα ψηφιδωτά του 5ου αι. έχουν διασωθεί λίγες διακοσμητικού χαρακτήρα παραστάσεις, οι οποίες διακρίνονται για την υψηλή ποιότητα εκτέλεσης. Συνθέσεις όπως αυτές που κοσμούν τα εσωρράχια των τόξων του τριβήλου χαρακτηρίζονται από την τάση απόδοσης ενός ειδυλλιακού κλίματος σε συνδυασμό με τον χριστιανικό συμβολισμό.

Οι λίγες τοιχογραφίες που σώζονται σε κακή κατάσταση στο νότιο κλίτος της βασιλικής χρονολογούνται στις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα. Οι στρατιωτικοί άγιοι που απεικονίζονται κατά παράταξη, ολόσωμες μορφές εναλλάσσονται με μορφές σε προτομή, αποτελούν μέρος της παράστασης των Σαράντα Μαρτύρων της Σεβάστειας.

Ο χριστιανικός ναός κτίσθηκε πάνω στα ερείπια ένος ρωμαϊκού λουτρού, του οποίου αποκαλύφθηκαν τρία επάλληλα δάπεδα κάτω από το βόρειο κλίτος της βασιλικής. Η έκταση που καταλαμβάνουν τα ερείπια του λουτρώνα δείχνουν ότι επρόκειτο για ένα από τα σημαντικότερα δημόσια κτίρια της Θεσσαλονίκης. H βασιλική της Αχειροποιήτου κατέλαβε μόνο ένα τμήμα του προγενέστερου κτίσματος, ενώ το ανατολικό και βόρειο τμήμα του λουτρώνα παρέμεινε σε χρήση και μετά την ανέγερσή της.

Σχετικά Αρθρα
Σχετικά Αρθρα