close search results icon

Parallax View

Ο τουρισμός του πόνου

Ναι, να μιλήσουμε για το πρόβλημα, για να το αναγνωρίσουμε και να το καταλάβουνε, αλλά να σταματήσουμε να συσκευάζουμε απερίσκεπτα τον πόνο σε καταλανωτικό προϊόν. Να οργανωθούμε στις γειτονιές και στα κτήριά μας, για να φτιάξουμε τους νέους όρους ενός συλλογικού βίου που δεν θα αποκλείει κανέναν.

Ο τουρισμός του πόνου
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Μίλησα για τη διαδικασία μιας κάποιας φωτογραφίας του συρμού, όπου η φτώχεια καθίσταται αντικείμενο κατανάλωσης. Στο μέτρο που στρέφομαι στη Νέα Αντικειμενικότητα ως φιλολογικό κίνημα, πρέπει να κάνω ένα παραπέρα βήμα και να πω ότι αυτή κατέστησε την πάλη ενάντια στην φτώχεια ένα αντικείμενο κατανάλωσης.

Walter Benjamin, Ο συγγραφέας ως παραγωγός

Έβγαλε ο Guardian μια διαφήμιση για ένα τουριστικό πακέτο της κρίσης με το οποίο λίγο πολύ καλούσε “πολιτικοποιημένους τουρίστες” να πληρώσουν 2.500 λύρες, άνευ ταξιδιωτικών εξόδων για να περιηγηθούν στις φτωχογειτονιές και να δούνε τις ευάλωτες, ιθαγενείς φυλές να υποφέρουν.

Ξεσπάθωσαν λοιπόν αναρίθμητοι έλληνες και ξένοι πολίτες και διαμαρτυρήθηκαν για την αριστερόστροφη κερδοσκοπία που προσπαθεί να κονομήσει θεματοποιώντας την φτώχεια, μετατρέποντάς τη σε τουριστικό προϊόν, συσκευασμένο για ευαίσθητους οφθαλμούς.

Αλλά το θέαμα της φτώχειας δεν είναι καινοτόμο τουριστικό προϊόν. Βρίσκεται στην πιάτσα εδώ και καμιά εικατοστή χρόνια. Και βεβαίως δεν είναι και ένα πεδίο που λυμαίνονται οι ξένοι εις βάρος μας. Έχουμε και τα δικά μας κουμάσια που κάνουν πιάτσα τις φτωχολογιές εκθέτοντας τα junkia και τους πρόσφυγες. Και οι ευσυνείδητοι τουρίστες κουνούν εν είδει κάθαρσης το συγκλονισμένο τους κεφάλι πέρα δώθε, όταν ο ξεναγός αφηγείται τα συλλογικά δεινά που μαστίζουν τον τόπο και σαρκώνονται χαρακτηριστικά στις ευάλωτες δημογραφίες προς επίδειξη.

Τα τελευταία χρόνια βέβαια περάσαμε από την ολιγαρχία στην δημοκρατία του θεάματος, και πλέον οι φωτογράφοι είναι πολλοί και τα flash περισσότερα και ο πόνος γίνεται hashtag στο instagram.

Ως γνωστόν, επίπτωση του μαζικού τουρισμού είναι η μουσειοποίηση και ακινητοποίηση του χώρου που επισκέπτεται ο τουρίστας. Ο χώρος συσκευάζεται για να στεγάσει την τουριστική βιομηχανία και να γίνει ένα προϊόν προς κατανάλωση. Και όπως ο γιάπης επιλέγει να δει την Ακρόπολη και να βγάλει μια selfie κάτω από τα αρχαία βράχια, έτσι και ο πολιτικοποιημένος τουρίστας χαράσσει και αυτός τη διαδρομή του πόνου στους τουριστικούς χάρτες, επιλέγοντας τις υποβαθμισμένες περιοχές όπου συχνάζει κάθε απροστάτευτη δημογραφία.

Μα στην περίπτωση του συνηθισμένου τουρίστα που απλά γουστάρει σουλάτσες στο Κουκάκι και στα αρχαία βράχια ή στο Κολοσσαίο και το Ταζ Μαχάλ έχουμε έναν έντιμο κύριο που απλά θέλει να μαθητεύσει και αυτός στο σύγχρονο Grand Tour, για να μάθει όσα του έχουν πει ότι οφείλει να ξέρει για να ενταχθεί στην τάξη του “ενημερωμένου πολίτη του κόσμου”. Από την άλλη ο τουρισμός της κρίσης που ξετυλίγεται γύρω από τα κακόφημα στέκια των μητροπόλεων συμμετέχει στην διατήρηση μιας εικόνας στην οποία υποτίθεται πως θα έπρεπε να προσπαθεί να απαντήσει. Αντί αυτού τοποθετεί και κρατά τον φτωχόκοσμο στη θέση του θεάματος, για να μαθητεύσει αυτός ο ιδιαίτερος τουριστικός πληθυσμός, που θέλει να διαφοροποιηθεί από την τουριστική μάζα.

H περίπτωση συγγενεύει με εκείνον τον μπερδεμένο άνθρωπο που πρώτα αφήνει με σπρέυ στον τοίχο ένα σύνθημα που λίγο πολύ γράφει: “ενάντια στον πολιτισμό του θεάματος και της μαζικής κουλτούρας” και μετά τραβάει video τα ξυλίκια του με τους μπάτσους, προσφέροντας την εξέγερσή του στο εργοστάσιο θεάματος και branding που έχει θέση για όλους. Και κάπως έτσι ο εξεγερμένος αντί να αλλάζει τους όρους της ζωής του, συντηρεί το κακό για να επιβεβαιώσει τη θέση του σφάγιου που προορίζει για τον εαυτό του.

 Οι επιπτώσεις του μαζικού τουρισμού στις πόλεις είναι ένα τεράστιο ζήτημα. Αλλά εδώ έχουμε μια άλλη περίπτωση στην οποία πρέπει να απαντήσουμε διαφορετικά. Τουριστικός ακτιβισμός δεν υπάρχει. Υπάρχει πρόθεση και δράση. Ναι, να μιλήσουμε για το πρόβλημα, για να το αναγνωρίσουμε και να το καταλάβουνε, αλλά να σταματήσουμε να συσκευάζουμε απερίσκεπτα τον πόνο σε καταλανωτικό προϊόν. Να οργανωθούμε στις γειτονιές και στα κτήριά μας, για να φτιάξουμε τους νέους όρους ενός συλλογικού βίου που δεν θα αποκλείει κανέναν.

Όσο για τους ξεναγούς, το θέμα έχει απαντηθεί από τους ίδιους, πριν γίνει trend η διαφήμιση του Guardian στο twitter, και πριν έρθουν οι ορδές επισκεπτών της Documenta. Είναι ζήτημα επαγγελματικής υπευθυνότητας. Για παράδειγμα υπάρχει μια πρόσφατη συνέντευξη του Κωνσταντίνου Σφήκα στην οποία κάπου λέει: “Με την κρίση, βέβαια, έγιναν και υπερβολικά πράγματα, όπως τουρ στην Αθήνα, «Η Ελλάδα της κρίσης», όπου περιπλανήθηκαν σε γειτονιές αστέγων νύχτα κ. ά. Αυτή η λαγνεία για τον πόνο του άλλου δε με εκφράζει. Μιλάς γι’ αυτό το ζήτημα γιατί το βλέπουν αλλά έχει σημασία πώς το μεταφέρεις.”