Ακούσια νοσηλεία: Γιατί ανοίγει τόσο εύκολα η πόρτα του ψυχιατρείου στην Ελλάδα;
Δύο ψυχίατροι αναλύουν το νομικό πλαίσιο, καθώς και τις πληγές που δημιουργούνται στον ασθενή αλλά και στο ίδιο το σύστημα υγείας από τον ακούσιο εγκλεισμό
Πριν από μερικές ημέρες, γνωστός τραγουδιστής πέρασε την πόρτα του Δρομοκαΐτειου, έπειτα από την εισήγηση συγγενών του και κατόπιν εισαγγελικής εντολής.
Αυτό το γεγονός στάθηκε αφορμή για να στραφεί η συζήτηση στη δημόσια σφαίρα γύρω από το ζήτημα της ακούσιας νοσηλείας σε ψυχιατρικές κλινικές, καθώς και για την αντιμετώπιση των θεμάτων ψυχικής υγείας από το κράτος στη χώρα μας.
Αποτέλεσε μία ευχάριστη έκπληξη η ευαισθητοποίηση του κοινού, με ένα απρόσμενο κύμα αλληλεγγύης προς τον καλλιτέχνη και σχόλια που έθιξαν τον προβληματισμό γύρω από τον ακούσιο εγκλεισμό, την παραβίαση της προσωπικής ελευθερίας του εν δυνάμει ασθενή, καθώς και τα κενά του συστήματος υγείας.
Το νομικό πλαίσιο
Η ακούσια νοσηλεία είναι η χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή εισαγωγή και παραμονή του για θεραπεία, σε κατάλληλη Μονάδα Ψυχικής Υγείας, αφού έχει περάσει πρόταση από τη διαδικασία της ακούσιας εξέτασης, όπως ορίζει ο νόμος (Ν. 2071/1992 και Ν. 2716/1999).
Την ακούσια νοσηλεία του φερομένου στην αίτηση ως ασθενή, μπορούν να ζητήσουν: ο σύζυγος, ο συγγενής σε ευθεία γραμμή απεριόριστα, ο συγγενής εκ πλαγίου μέχρι και το δεύτερο βαθμό, όποιος έχει την επιμέλεια του προσώπου του, ο εισαγγελέας πρωτοδικών αυτεπάγγελτα σε επείγουσες περιπτώσεις και μόνο εφόσον δεν υφίσταται κανένα από τα ανωτέρω πρόσωπα.
Η ψυχίατρος-ψυχοθεραπεύτρια Μυρτώ Μαρίνου, αναλύει στην Parallaxi τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια της ακούσιας νοσηλείας:
«Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια για την διενέργεια ακούσιας νοσηλείας, όπως ορίζονται από το Άρθρο 95 Ν. 2071/1992 είναι αρχικά ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή. Να μην είναι ικανός να κρίνει για το συμφέρον της υγείας του. Η έλλειψη νοσηλείας να έχει ως συνέπεια είτε να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του, ή η νοσηλεία ασθενή που πάσχει από ψυχική διαταραχή να είναι απαραίτητη για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου».
Δηλαδή σε απλούστερα λόγια ο ασθενής προκειμένου να πληροί τα κριτήρια για ακούσια νοσηλεία, πρέπει:
-Να είναι τόσο αποδιοργανωμένος λόγω της ψυχιατρικής του συμπτωματολογίας ώστε η ικανότητά του για λήψη αποφάσεων (περιλαμβανομένων αυτών σχετικά με το συμφέρον της υγείας του) να είναι σαφώς επηρεασμένη.
– Να υπάρχει δυνητικός κίνδυνος της δικής του ασφάλειας ή ασφάλειας ενός τρίτου ατόμου , δηλαδή να εκδηλώνει αυτοκτονικές ή επιθετικές /δολοφονικές προθέσεις.
Σύμφωνα με την κα. Μαρίνου, η διαδικασία που απαιτείται ώστε να πραγματοποιηθεί η ακούσια νοσηλεία ενός ασθενούς είναι η εξής:
«Ο ή η σύζυγος, συγγενείς σε ευθεία γραμμή, ή συγγενείς πλάγιας γραμμής ή κοινωνικές υπηρεσίες απευθύνονται στο οικείο αστυνομικό τμήμα. Εκεί πρέπει να καταθέσουν αίτηση η οποία να περιέχει την παρούσα συμπτωματολογία του ασθενούς, το ιστορικό του και ειδικά αν υπάρχουν πρότερες νοσηλείες και να συνοδεύεται αν είναι εφικτό από ιατρική γνωμάτευση που υποστηρίζει την ανάγκη για νοσηλεία.
Το επόμενο βήμα είναι η ενημέρωση του αρμόδιου εισαγγελέα από την αστυνομική αρχή. Έπειτα πρέπει να γίνει η μεταφορά του ασθενούς σε δημόσιο νοσοκομείο ώστε να γίνει η αξιολόγησή του. Ας σημειωθεί ότι μέχρι πρότινος το έργο και την ευθύνη της μεταφοράς του ασθενούς σε δημόσια δομή προς αξιολόγηση της ψυχικής του υγείας, γινόταν από την αστυνομία».
Πλέον σύμφωνα με το Ν.4931/2022 «η διαδικασία ανατίθεται στο εξειδικευμένο ψυχιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό των Κοινοτικών Μονάδων Ψυχικής Υγείας και διενεργείται με ειδικά διαμορφωμένα οχήματα, υπό την διαρκή συντονιστική εποπτεία του Αυτοτελούς Τμήματος Επιχειρήσεων Υγειάς του Ε.Κ.Α.Β».
«Η παραπάνω αλλαγή του νομικού πλαισίου, θεωρήθηκε απαραίτητη, ώστε να αντιμετωπίζονται οι ψυχιατρικοί ασθενείς όπως οι υπόλοιποι ασθενείς και όχι ως “κρατούμενοι”», εξηγεί η κα. Μαρίνου.
Η διαδικασία καταλήγει ως εξής σύμφωνα με την ίδια: «Κατά την άφιξη του ασθενούς στο εφημερεύον δημόσιο ψυχιατρικό τμήμα δύο ψυχίατροι πρέπει να εξετάσουν και να γνωματεύσουν εντός 48 ωρών και να ενημερώσουν την αρμόδια Εισαγγελία. Σε περίπτωση που κρίνουν ότι ο ασθενής όντως χρήζει νοσηλείας, τότε εκτελείται η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας».
Τι συμβαίνει στην Ελλάδα;
Οι αριθμοί και τα στατιστικά μιλούν από μόνα τους.
Μελέτη του 2024 από την Εταιρεία Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ), απέδειξε ότι στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας μας, Αττική και Θεσσαλονίκη, τα ποσοστά των ατόμων που εγκλείονται με εισαγγελική εντολή σε ψυχιατρικές κλινικές είναι διπλάσια σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρώπης, που βρίσκεται περίπου στο 23%.
Αναλυτικότερα, εντοπίστηκαν:
- 57% ακούσιες νοσηλείες στην Αττική επί του συνόλου των νοσηλειών,
- 53% στη Θεσσαλονίκη
- 45% στην Πάτρα.
Οι αριθμοί στην Αλεξανδρούπολη (24%) και τα Ιωάννινα (28%) είναι σαφώς μικρότεροι, καθώς στις περιοχές αυτές υπάρχουν ανεπτυγμένα συστήματα κοινωνικής περίθαλψης, όπως εξηγεί η Ευγενία Γεωργάκα, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο τμήμα Ψυχολογίας του ΑΠΘ και εκπροσώπου της ΕΠΑΨΥ. «Δηλαδή οι άνθρωποι που έχουν ανάγκη παρακολουθούνται από ειδικούς, υπάρχουν κινητές μονάδες και επομένως δεν βρίσκονται μόνοι τους και να αναγκάζονται να μεταβούν με ακούσια όταν πλέον βρίσκονται σε κρίση», αναφέρει η ίδια.
Μόλις πρόσφατα, τον Ιούλιο 2025, δύο εφημερεύοντες ψυχίατροι της Πολυδύναμης Νοσηλευτικής Μονάδας Ψυχικής Υγείας Αττικής (πρώην Ψ.Ν.Α. Δαφνί), συνελήφθησαν γιατί έκριναν ότι ο ασθενής δεν χρήζει ακούσιας νοσηλείας, τη στιγμή που δεν υπήρχε διαθέσιμη κλίνη στο νοσοκομείο.
Η ΟΕΝΓΕ υποστήριξε ότι «ο εν λόγω αστυνομικός μεθόδευσε τη σύλληψη με ανυπόστατες κατηγορίες, επειδή “διαφώνησε” με την ιατρική γνωμάτευση των δύο συναδέλφων οι οποίοι έκριναν ότι ο ασθενής δε χρήζει νοσηλείας. Πρόκειται για απαράδεκτο αλλά όχι μεμονωμένο περιστατικό αστυνομικής αυθαιρεσίας και παρέμβασης στο έργο των εφημερευόντων ψυχιάτρων».
Στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα από τον υφυπουργό Υγείας, αρμόδιο για τα θέματα ψυχικής υγείας, Δημήτρη Βαρτζόπουλο, ως απάντηση στη Βουλή σε βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που κατέθεσαν ερώτηση για προβλήματα στην νοσηλεία ψυχικώς πασχόντων παιδιών στην Ελλάδα το 2024, απέδειξαν ότι παρόμοια αύξηση περιστατικών καταγράφηκε και στους ανηλίκους.
Από το 2018 έως το 2022 η Εισαγγελία Ανηλίκων Αθηνών χειρίστηκε 459 υποθέσεις εφήβων, στις 254 από τις οποίες κρίθηκε επιβεβλημένη η νοσηλεία.
Την περίοδο των lockdown και της πανδημίας COVID-19, συγκεκριμένα μεταξύ 2019 και 2021, η Εισαγγελία χειρίστηκε 322 υποθέσεις ανηλίκων, ενώ οι 168 από αυτές (36,4%) κατέληξαν σε ακούσιες νοσηλείες. Λιγότερες από τις μισές περιπτώσεις, ωστόσο, που κλήθηκαν να διαχειριστούν οι αρχές ήταν πραγματικά αναγκαίες οι νοσηλείες.

Πού εντοπίζονται τα προβλήματα
Ο θεσμός του ακούσιου εγκλεισμού αποτελεί μία βαθιά πληγή στο σύστημα της ψυχικής υγείας της Ελλάδας, τη στιγμή που στη θεωρία προσπαθεί να προστατέψει έναν εν δυνάμει ασθενή.
O ψυχίατρος- ιατρικός ψυχοθεραπευτής Νικόλαος Μωραΐτης, εξηγεί τι σημαίνει το γεγονός πως στην Ελλάδα, οι ακούσιες νοσηλείες είναι σχεδόν διπλάσιες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο:
«Αυτό σημαίνει ότι πολύ συχνά ο δρόμος του ασθενούς προς τη φροντίδα περνά από τον εισαγγελέα και όχι από τον ψυχίατρο. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η ακούσια νοσηλεία είναι η απολύτως η τελευταία επιλογή, μετά από εξαντλητική προσπάθεια να στηριχθεί ο άνθρωπος στο σπίτι του, με κινητές μονάδες και κοινοτικές υπηρεσίες. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, η νοσηλεία γίνεται με μια υπογραφή εισαγγελέα – πολλές φορές χωρίς καν να έχει προηγηθεί ολοκληρωμένη κλινική αξιολόγηση. Το αποτέλεσμα είναι ότι άνθρωποι βρίσκονται κλειδωμένοι σε ψυχιατρικές κλινικές χωρίς να έχουν ποτέ μιλήσει με ψυχίατρο πριν την απόφαση».
Ο ίδιος αναλύει τα δύο μεγάλα προβλήματα που προκύπτουν από τη συχνή εφαρμογή της ακούσιας νοσηλείας στη χώρα μας:
«Το πρώτο και μεγαλύτερο πρόβλημα είναι θεσμικό: η ελευθερία του πολίτη κρίνεται από έναν νομικό λειτουργό που δεν έχει γνώση ψυχοπαθολογίας. Στην υπόλοιπη Ευρώπη αποφασίζουν ψυχίατροι, με τεκμηρίωση και έλεγχο. Στην Ελλάδα, ο εισαγγελέας γίνεται ο «θεράπων» – χωρίς να έχει την εκπαίδευση.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι οι ίδιες οι δομές. Οι ψυχιατρικές κλινικές λειτουργούν με λογική ελέγχου αντί θεραπείας. Ασθενείς δένονται σε κρεβάτια όχι επειδή υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, αλλά επειδή δεν υπάρχει προσωπικό ή επειδή ο νοσηλευτής επιλέγει τον εύκολο δρόμο. Συχνά, οι συμπεριφορές είναι αυταρχικές, ο λόγος στον ασθενή δεν δίνεται ποτέ, και η εμπειρία της νοσηλείας γίνεται τραυματική. Σε χώρες όπως η Ελβετία, όπου εργάστηκα, τέτοιες πρακτικές ελέγχονται εξονυχιστικά: κάθε καθήλωση καταγράφεται, αιτιολογείται και αξιολογείται. Στην Ελλάδα, κανείς δεν δίνει λόγο».
Από την πλευρά της, η κα. Μαρίνου αναλύει τα πιθανά προβλήματα που μπορεί να δημιουργήσει η ακούσια νοσηλεία στον ασθενή, αλλά και στο σύστημα υγείας:
«Ο ασθενής υφίσταται την παρά την θέλησή του μεταφορά στο νοσοκομείο, γεγονός που συχνά παραμένει στην μνήμη του και είναι μια εμπειρία αναμφίβολα τραυματική. Στην πλειοψηφία τους και μετά την ψυχιατρική φροντίδα που δέχονται κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους, αντιλαμβάνονται τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή και την ερμηνεύουν όχι ως μια « τιμωρητική» ή άδικη συμπεριφορά αλλά ως την απαραίτητη θεραπευτική λύση.
Η οικογένεια και οι συγγενείς, που καλούνται να πάρουν την απόφαση πολύ συχνά νιώθουν έντονες ενοχές, διακατέχονται από φόβο και ψυχικό πόνο ( παρόλο που αναγνωρίζουν την ανάγκη για διασφάλιση της ψυχικής και σωματικής υγείας του ασθενούς. Πολλές φορές η οικογένεια , καλείται να αντιμετωπίσει και το κοινωνικό στίγμα που δυστυχώς ακολουθεί τις ψυχιατρικές διαταραχές.
Το σημαντικότατα υψηλότερο ποσοστό ακουσίων νοσηλειών στην Ελλάδα σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη , αναδεικνύουν την ανάγκη για καλύτερη στελέχωση των δημοσίων δομών ψυχικής υγείας και την ενσωμάτωση δομών διαφορετικού τύπου ψυχικής φροντίδας , όπως ξενώνες, ημερήσια απασχόληση ή υποστηριζόμενη διαβίωση».
Σύμφωνα με τους ειδικούς, υπάρχει απόσταση από αυτό που ορίζει το νομικό πλαίσιο για την ακούσια νοσηλεία σε σύγκριση με τι συμβαίνει στην πραγματικότητα.
«Ο νόμος στα χαρτιά προστατεύει τον ασθενή: προβλέπει ψυχιατρική εξέταση, ενημέρωση για τα δικαιώματά του, δυνατότητα προσφυγής. Στην πράξη, όμως, όλα αυτά εφαρμόζονται τυπικά και συχνά παρακάμπτονται. Πολλοί ασθενείς δεν γνωρίζουν ποτέ ότι έχουν δικαίωμα να προσφύγουν, δεν ενημερώνονται για το γιατί κρατούνται, ούτε βλέπουν δικηγόρο. Οι κλινικές, υποστελεχωμένες και με παλιά πρωτόκολλα, λειτουργούν συχνά σαν κλειστές δομές περιορισμού και όχι σαν θεραπευτικά περιβάλλοντα.
Ο ασθενής βιώνει την ακούσια νοσηλεία όχι ως θεραπεία, αλλά ως τιμωρία.
Αυτό είναι κατάφωρη παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δείχνει το χάσμα δεκαετιών που χωρίζει την Ελλάδα από την υπόλοιπη Ευρώπη», εξηγεί ο κ. Μωραΐτης.
Η κα. Μαρίνου επισημαίνει πως «η σωστή εφαρμογή του νόμου και της αντίστοιχης διαδικασίας αποτελεί σημαντικό ζήτημα, τόσο κοινωνικό όσο ιατρικό και ανθρωπίνων δικαιωμάτων»:
«Είναι σημαντικό να κρατάμε στο μυαλό ότι ο ασθενής πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ασθενής και όχι ως κρατούμενος. Είναι αναγκαίο ο ασθενής και οι οικείοι του να ενημερωθούν για την αιτία της νοσηλείας του και για τα δικαιώματα του. Οι χρονικές προθεσμίες της εξέτασης, γνωμοδότησης και νοσηλείας και των υπολοίπων διαδικασιών να τηρούνται σύμφωνα με τον νόμο. Εν κατακλείδι η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας αποτελεί αρκετές φορ;Eς απαραίτητη θεραπευτική λύση, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ασφάλεια, ζωή και υγεία τόσο του ασθενούς όσο και τρίτων προσώπων».
Κλείνοντας, η ίδια τονίζει ότι όταν ενεργοποιείται η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας, θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από σεβασμό, περίσκεψη και ευαισθησία απέναντι στον ευάλωτο πληθυσμό των ψυχιατρικών ασθενών και των οικογενειών τους.