Η επιδημία του αυτισμού είναι μύθος
Πώς η εμμονή με μια ανύπαρκτη επιδημία αυτισμού αποπροσανατολίζει τον δημόσιο διάλογο στις ΗΠΑ
Άρθρο του Adam Omary στη Washington Post υποστηρίζει ότι η λεγόμενη «επιδημία αυτισμού» αποτελεί μύθο και ότι η εντυπωσιακή αύξηση των διαγνώσεων τις τελευταίες δεκαετίες δεν αντανακλά μια πραγματική αύξηση, αλλά κυρίως αλλαγές στα διαγνωστικά κριτήρια, στις πολιτισμικές αντιλήψεις και στις πρακτικές αξιολόγησης.
Παρότι τα επίσημα στοιχεία δείχνουν πενταπλασιασμό των διαγνώσεων αυτισμού στις ΗΠΑ από το 2000 έως το 2022, τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η αύξηση αυτή αφορά σχεδόν αποκλειστικά παιδιά με ήπια συμπτώματα ή χωρίς καμία ουσιαστική λειτουργική έκπτωση.
Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι τα πιο πρόσφατα στοιχεία του CDC δείχνουν αύξηση από 67 σε 322 περιπτώσεις ανά 10.000 παιδιά. Ωστόσο, μεγάλη μελέτη που βασίστηκε σε δεδομένα από σχεδόν 25.000 οκτάχρονα παιδιά έδειξε ότι μεταξύ 2000 και 2016 οι διαγνώσεις παιδιών χωρίς σημαντική λειτουργική δυσκολία αυξήθηκαν κατά 464%, ενώ την ίδια περίοδο οι περιπτώσεις μέτριου και σοβαρού αυτισμού μειώθηκαν κατά 20%. Αυτό το εύρημα υπονομεύει άμεσα την ιδέα ότι υπάρχει μια νέα περιβαλλοντική ή βιολογική αιτία που προκαλεί πραγματική αύξηση του αυτισμού.
Ο Omary τονίζει ότι δεν διαθέτουμε ακόμη δεδομένα μετά το 2016 που να διαχωρίζουν τις περιπτώσεις με βάση τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, ελέγχοντας παράλληλα για άλλους παράγοντες όπως η νοητική αναπηρία. Παρ’ όλα αυτά, εκτιμά ότι και η πρόσφατη αύξηση 74% μεταξύ 2016 και 2022 πιθανότατα ακολουθεί το ίδιο μοτίβο: υπερεκπροσώπηση ήπιων περιπτώσεων και όχι αύξηση σοβαρών μορφών.
Ένα σημαντικό μέρος του προβλήματος, σύμφωνα με τον συγγραφέα, αφορά τα εργαλεία μέτρησης. Πολλά δεδομένα δεν προέρχονται από κλινικές αξιολογήσεις, αλλά από ερωτηματολόγια γονέων, όπως η Κλίμακα Κοινωνικής Ανταπόκρισης (SRS). Αυτή περιλαμβάνει γενικά κοινωνικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά, όπως προτίμηση στη μοναχικότητα ή δυσκολία στη σύναψη φιλικών σχέσεων. Ο Omary, βασιζόμενος και στη δική του ερευνητική εμπειρία, υπογραμμίζει ότι τέτοια χαρακτηριστικά σχετίζονται με τον αυτισμό αλλά δεν αποτελούν διαγνωστικά κριτήρια. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί τα χρησιμοποιούν ως υποκατάστατο κλινικής διάγνωσης, συμβάλλοντας έτσι στη διόγκωση των «ύποπτων» περιπτώσεων.
Ο συγγραφέας ασκεί επίσης κριτική σε συστημικά και πολιτισμικά κίνητρα που ευνοούν τη διεύρυνση του «φάσματος». Ένα ευρύτερο φάσμα αυτισμού παράγει περισσότερες διαγνώσεις, αυξάνει την ορατότητα του ζητήματος και προσελκύει περισσότερη χρηματοδότηση, ακόμη κι αν η υποκείμενη ψυχολογική πραγματικότητα των παιδιών δεν έχει αλλάξει. Σε αυτό το πλαίσιο, επικαλείται και το βιβλίο Bad Therapy της Abigail Shrier, όπου υποστηρίζεται ότι η παιδοψυχιατρική κινείται συνολικά προς την υπερδιάγνωση, όπως έχει συμβεί και με τη ΔΕΠΥ, το άγχος και την κατάθλιψη.
Ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα του άρθρου είναι ότι αν υπήρχε πράγματι ένας νέος περιβαλλοντικός παράγοντας — όπως νευροτοξίνες ή χημικές ουσίες που αύξανε τον αυτισμό, θα παρατηρούσαμε αύξηση σε όλες τις βαθμίδες βαρύτητας. Η απουσία αυτής της εικόνας καθιστά την αφήγηση της «επιδημίας» επιστημονικά αβάσιμη.
Τέλος, ο Omary προειδοποιεί ότι ο πανικός γύρω από τον αυτισμό οδηγεί σε λανθασμένη κατανομή επιστημονικών και πολιτικών πόρων.
Ενώ οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν πραγματικές κρίσεις δημόσιας υγείας, όπως χρόνιες σωματικές ασθένειες και σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας, η εμμονή με μια ανύπαρκτη επιδημία αυτισμού αποπροσανατολίζει τον δημόσιο διάλογο.
Συχνά, το παιδί που σήμερα φέρει διάγνωση «στο φάσμα» είναι απλώς ένα κοινωνικά ιδιόρρυθμο παιδί, παρόμοιο με εκείνα που υπήρχαν πάντα.
Η λύση, καταλήγει, δεν είναι περισσότερος πανικός, αλλά αυστηρά, συνεπή και κλινικά ουσιαστικά διαγνωστικά κριτήρια και εστίαση στα πραγματικά προβλήματα δημόσιας υγείας.
